Με αφορμή τη 14η Φεβρουαρίου ζήτησα από τρεις συγγραφείς των Εκδόσεων BELL, την Έλενα Αντωνίου, την Ιωάννα Γκανέτσα και τη Μαρία Στεφάνου, να γράψουν ένα ερωτικό γράμμα που δεν έφυγε ποτέ. Είναι αυτά τα γράμματα που ενώ τα γράψαμε, δεν βρήκαμε το θάρρος και τόλμη να τα στείλουμε. Αλήθεια πόσοι και πόσες έχουμε βρεθεί σε αυτήν τη θέση;
Εκείνες ανταποκρίθηκαν με ενθουσιασμό που μας ενθουσίασε και έτσι έχουμε τρία γράμματα που δεν διαβάστηκαν ποτέ από αυτούς για τους οποίους γράφτηκαν.
Γιατί ο έρωτας πονάει!
Δόξα τω Θεώ του Έρωτα
[Εξομολογήσεις που (δεν) πονούν]
Της Ιωάννας Γκανέτσα

Πάντα φοβόμουν τις εξομολογήσεις μαζί σου. Δεν έφταιγαν οι λέξεις. Τα συναισθήματα ήταν εκείνα που έκαιγαν τα χείλη.
Κάθε φορά που ήθελα να σου πω μιαν αλήθεια δάγκωνα τις μικροσκοπικές φλούδες ξερού δέρματος ώσπου οι σάρκες μου μάτωναν. Κι όταν το αίμα πότιζε τις δυο καμπύλες του στόματος μου, κατάπινα το σάλιο με τη γεύση του αχόρταγα, μήπως τυχόν τα σ’ αγαπώ μου γλιστρήσουν μέσα στις κόκκινες λιμνούλες.
Δεν ήθελα να τα δω να πνίγονται στις πληγές μου πριν προλάβω να σου τα προφέρω. Έγλειφα τα διψασμένα μου χείλη και περίμενα να ‘ρθεις, φορώντας κατάσαρκα την αλήθεια σου, να τη δωρίσεις σαν πρόσφορο σ’ ένα άβατο του ναού μου, φανερό μόνο σε σένα.
Όμως εσύ, μόλις ένιωθες πως πλησιάζω, έβγαζες τον μανδύα της αλήθειας σου, τον δίπλωνες προσεκτικά και τον άφηνες δίπλα σου, μακριά μου. Ερχόσουν στο κρεβάτι μας γυμνός από συναίσθημα. Ήταν κι αυτό μιαν αλήθεια, θα μου πεις. Μια συνάντηση που η λαγνεία βάφτιζε στην κολυμπήθρα της έρωτα.
Ωστόσο, ο έρωτας ξέρει. Δεν υπάρχει μεγαλύτερη προδοσία από αυτή του κορμιού που δεν βιώνει βαθιά όσα γεύεται στην επιφάνεια.
Μια φορά, σ’ ένα από τα χειμωνιάτικα σύντομα ταξίδια μας στη μέση μιας διαδρομής που η επιστροφή δεν ήταν ποτέ για δυο, περπατούσαμε δίπλα στη θάλασσα. Άπλωσες το χέρι σου και κράτησες το δικό μου. Χαμογέλασα και σου είπα πως κρύωνα. Έκανα να χωθώ –ίσως και να χαθώ– στην αγκαλιά σου, για όσο κρατούσε η στιγμή. Πίστεψα πως εκείνη τη μοναδική φορά ήρθαμε στ’ αλήθεια κοντά, πως ίσως ήσουν έτοιμος να μοιραστείς μαζί μου τον μανδύα σου.
«Πάμε να φύγουμε», προτίμησες να πεις, ρίχνοντας κλεφτές ματιές σε όσα λίγο πιο πίσω κρατούσες προστατευμένα. Εγώ κρύωνα. Εσύ ένιωθες ασφαλής. Έφυγες με την καρδιά σου στη θέση της ενώ η δική μου κάλπαζε, με τα γιατί φορεμένα σαν γκέμια, να τη χτυπούν σε κάθε χιλιόμετρο που έπρεπε να διανύσει προς την αντίθετη κατεύθυνση.
Έφυγες, δίνοντας υποσχέσεις ότι θα ξανάρθεις. Αυτό έκανες πάντα. Έδινες ό,τι δεν κόστιζε. Λέξεις κενές από φροντίδα, άδειες από συναίσθημα. Κι ο καιρός περνούσε. Κι εσύ δεν ερχόσουν. Μόνο κάποιες φορές εμφανιζόσουν όπως το Θηρίο: παλιά γραμμή, πολλοί ελιγμοί, καμιά σταθερή πορεία. Άλλαζες διαδρομές πριν καν σε προλάβει η ανάγκη.
«Θέλω το βόλι μου», είχες πει τη μέρα που σου ζήτησα να ’ρθεις κοντά μου. Ξένη λέξη. Το βόλι. Για ποιο λόγο αξίζει άραγε να ξεβολευτείς, αν όχι για έναν έρωτα; Πώς ζεις χωρίς να τον έχεις βιώσει;
Θυμάμαι λυπήθηκα τότε. Άκουσα την αλήθεια που φοβόμουν να δω, πως ο έρωτας που είχε επιλέξει η καρδιά μου ήταν βολεμένος, δειλός. Ίσως εσύ ένιωθες δυνατός, κάποιος που μπορεί χωρίς την εξάρτηση που προκαλεί ο μικρός ξυπόλυτος θεός με τα μεγάλα βέλη.
Όμως εγώ, που είχα μέσα μου ζήσει όσα μπορούσαμε να είμαστε, ένιωσα το στομάχι μου να ανακατεύεται. Ξέρασα τα συναισθήματα στη μέση του δρόμου και κάθισα σε ένα παγκάκι δίπλα τους. Οι περαστικοί τρόμαζαν με την όψη τους, τόσο άσχημη όσο ένας έρωτας που τον αρρώστησαν υποσχέσεις πνιγμένες στα κύματα της αναβλητικότητας.
«Είσαι μια από τις γυναίκες της ζωή μου», είχες πει ένα πρωινό καθώς τα χνώτα σου χάιδευαν το πρόσωπό μου. Μου ζήτησες να σου κάνω έρωτα, μα να μη σε ρωτήσω ποιες ήταν οι άλλες. «Δεν θυμόσουν», βιάστηκες να συμπληρώσεις.
Ποιος δε θυμάται τους μεγάλους έρωτές του, αυτό μπορείς έστω τώρα να μου πεις; Πώς είναι δυνατόν να μη γνωρίζει η καρδιά με ποιο σώμα κάθε σπασμός έμοιαζε με πόνο τόσο αβάσταχτα όμορφο που ένιωσε κάποτε πως θέλει να κλάψει από φόβο για την τόση ευτυχία;
Τις λίγες στιγμές που ζήσαμε μαζί δεν υπήρξα ευτυχισμένη. Υπήρξα προδομένη από την ίδια μου την επιθυμία. Κάποιες φορές, –εκείνες που τολμώ να με συγχωρήσω, μαζί κι εσένα– σκέφτομαι πως ίσως δεν μπορούσες να μου δώσεις όσα καμωνόσουν ότι ήθελες. Δεν σε λυπάμαι γι’ αυτό.
Είχες όλες τις ευκαιρίες να κερδίσεις την παρτίδα του έρωτα. Όμως εσύ απλώς την ανέβαλες. Ανέβαλες κάθε ραντεβού σου μαζί μου. Είναι πάντα δύσκολο να δίνεις. Ο έρωτας ζητά. Ζητά κι άλλο.
«Θέλω κι άλλο», μου είπες ένα βράδυ. Σου ζήτησα να διευκρινίσεις το «άλλο». Σήκωσες τους ώμους. Δεν ήξερες. Εγώ, αντίθετα, ήξερα ότι πια δεν ήθελα τίποτε άλλο από σένα. Όλα αυτά μέσα σου τα γνώριζες πάντα, είναι βέβαιο. Όμως δεν ήταν σημαντικά για σένα. Σ’ ένοιαζε μόνο η ασφάλεια σου, η επιβεβαίωση σου.
Συνεχίζεις να θρέφεσαι από την πρόσκαιρη απόλαυση να νιώθεις βασιλιάς, ακόμη κι αν το στέμμα μένει στη θέση του μόνο για όσο αντέχουν τα τείχη της γοητείας σου –αυτά που, μόλις η αλήθεια τα γκρεμίσει, ο έρωτας τρέχει μακριά σου.
Κι αν επιστρέφω για μια τελευταία φορά μέσα απ’ αυτές τις λέξεις, δεν είναι για να σου τις εξομολογηθώ. Τα σ’ αγαπώ έπαψαν να καίνε. Μέσα μου αργοσβήνουν μόνο τα ερωτήματα.
Γιατί διάλεξε η καρδιά έναν έρωτα που δεν άξιζε τον χρόνο και τον κόπο;
Κρατώ αυτό το γράμμα για να το διαβάζω κάθε φορά που τα γιατί μου γαβγίζουν σε όποια καρδιά ζητά να μπει στο σπιτικό του έρωτά μου. Κι αν νομίζεις πως έχεις όλες τις απαντήσεις, τότε έζησες μια ζωή που φοβήθηκες τις ερωτήσεις.
Κι εμένα η καρδιά μου ακόμη τολμά. Με ρωτά, ξανά και ξανά, κάθε φορά:
είσαι έτοιμη; Και τα γιατί σωπαίνουν. Κι εγώ ανοίγω.
Δόξα τω Θεώ του Έρωτα. Αμήν.
*Τα βιβλία της Ιωάννας Γκανέτσα από τις εκδόσεις BELL μπορείτε να τα βρείτε εδώ.
Το γράμμα που δεν έφυγε ποτέ μου
Το ανείπωτο αντίο
Της Έλενας Αντωνίου

Αγάπη μου,
Πέρασαν μήνες. Κάθε βράδυ σβήνω όσα γράφω τη μέρα, τη μέρα που έχω καθαρό μυαλό, που η ελάχιστη λογική που μου έχει απομείνει, υπερισχύει. Οι λέξεις απλώνονται στο χαρτί και το μόνο που βλέπω είναι κενά λόγια, λόγια χωρίς νόημα. Πίστευα ότι τώρα θα ήμουν έτοιμη να ανοίξω την ψυχή μου, θα είχα το θάρρος να αντιμετωπίσω την αλήθεια: το τέλος.
Όμως, όταν πέφτει η νύχτα, τότε είμαι πιο αδύναμη, πιο ευάλωτη, πιο αληθινή και πιο δική σου από ποτέ.
Τότε είναι που νιώθω την απουσία σου, τη φυγή σου, το κενό σου. Κοιτάζω την άδεια πλευρά του κρεβατιού και ακόμη δεν μπορώ να το πιστέψω. Η απουσία σου μοιάζει αβάσταχτη. Ποτέ δεν κατάλαβα πώς έφυγες, πώς σε έχασα… Γιατί… Εσύ που ορκιζόσουν αιώνια αγάπη. Θυμάσαι; «Δικός σου για πάντα!» ορκίστηκες. «Δική σου για πάντα», ορκίστηκα. Μόνο που εγώ τήρησα τον όρκο μου. Εσύ έφυγες, επέλεξες και για τους δύο, ήσουν ο δυνατός. Ποτέ δεν φανταζόμουν ότι θα γινόμουν εγώ εκείνη που θα έπρεπε να προχωρήσω παράλληλα και μόνη μου σ’ αυτόν τον άψυχο κόσμο που μου κλέβει ανάσες και όνειρα. Ένας κόσμος που μου θυμίζει πόσο άδειος είναι χωρίς την αίσθησή σου. Και το μόνο που ήθελα, ανόητε, ήταν να φωνάξω: μην φεύγεις, μείνε μείνε! Κι ας μην σε βλέπω, ας μην σ’ ανασαίνω, ας μην σε ζω. Είναι διαφορετικό να ξέρω ότι εσύ κι εγώ υπάρχουμε σε διαφορετικά μέρη της γης. Να ξέρω ότι βλέπουμε το ίδιο φεγγάρι, αλλά είσαι εκεί… Είσαι εδώ… Είσαι… Υπάρχεις.
Αγάπη μου,
Περνούν τα λεπτά, οι μέρες, οι μήνες… Όλα κενά, όλα μάταια. Πρώτα έβαλες χιλιόμετρα ανάμεσά μας και μετά μια αιωνιότητα… Εσύ κι εγώ χώρια. Πώς να το αντέξω; Πώς να αντέξω την άβυσσο που μας χωρίζει; Ποιον ουρανό να κοιτάξω για να σε βρω; Σου φωνάζω, Όλοι μου λένε να ξεχάσω. Εσύ έφυγες, έφυγες! Υπάρχουν τόσα που θέλω να σου γράψω, να σου εκμυστηρευτώ, να σου πω, αλλά ποτέ δεν θα τα μάθεις. Σε φέρω μέσα μου, σε κουβαλώ στο δέρμα μου, δεύτερο είναι μου. Τίποτα δεν είναι εύκολο, όλα φωνάζουν το όνομά σου, όλα είναι δικά σου, όλα τα όνειρα και οι πόθοι μου. Κι όλα τα άφησες μισά. Κι εγώ πρέπει να υποκρίνομαι ότι υπάρχω, ότι ζω. Μετρώ τις άδειες στιγμές, αυτές που υποσχέθηκες και όμως, ποτέ δεν θα ζήσουμε μαζί. Ψεύτη! Ψεύτη! Πνίγομαι στην απουσία σου. Σε μισώ, ναι σε μισώ, φωνάζω, ουρλιάζω να ακούσω τη φωνή μου, να με πείσω. Βυθίζομαι στις ενοχές και τις τύψεις μου για όλα όσα αισθάνομαι για εσένα. Κοίτα που πρέπει να δίνω λογαριασμό σε όλους για το πώς αισθάνομαι και σκέφτομαι, για το αν σ’ αγαπώ ακόμη κι ας μην έπρεπε, κι ας μην πρέπει. Λες και ξέρουν αυτοί από αιωνιότητες.
Αγάπη μου,
Συμβιβάστηκες σ’ έναν κόσμο που μισούσες, εκεί όπου εσύ κι εγώ θα ήμασταν ξένοι. Μακριά σου αργόσβηνα κάθε μέρα, εγώ ξένη στον εαυτό μου κι εσύ ξένος σ’ έναν κόσμο που δεν σε γνώρισε ποτέ πραγματικά. Ποτέ δεν πίστεψα ότι θα αποδείκνυες με τον πιο τρανό τρόπο ότι δεν είχες ζωή μακριά μου. Βιάστηκες, πόσο βιάστηκες… Δεν με σκέφτηκες, πώς τόλμησες! Με άφησες πίσω, να τρέφω έναν χαμένο αιώνιο έρωτα, που μου υποσχέθηκε ότι θα βρεθούμε ξανά, στο τώρα, στο μετά, στην επόμενη ζωή, και θα αγαπηθούμε από την αρχή, ξανά και για πάντα. Η επόμενη φορά θα είναι για πάντα, να το ξέρεις. Και αυτή, για πάντα ήταν. Πόσο θυμωμένη είμαι μαζί σου, γιατί πλέον πρέπει να συνεχίσω να ζω με την ψυχή μου έξω από το σώμα μου. Είμαι θυμωμένη γιατί αιώνια σ’ αγαπώ κι εσύ ποτέ δεν θα το μάθεις. Με τη φυγή σου έσβησαν τα φώτα της καρδιάς μου, με τον χαμό σου μου χάρισες το απόλυτο σκοτάδι. Πόνος, πόσος πόνος. Το δικό σου τέλος, πρέπει να γίνει η δική μου συνέχεια, να ζήσω πιο άδεια και πιο μόνη από ποτέ. Με άφησες με το «θα» και το «αν». Ένα μόριο κι έναν σύνδεσμο που μισώ. Αγάπη μου, τελικά οι αιώνιοι έρωτες δεν διαρκούν πολύ στην κοινή θνητή ζωή, αλλά περνούν στην αιωνιότητα και συνεχίζονται στο άπειρο. Εκεί θα συναντηθούμε και θα αγαπηθούμε ξανά και για πάντα.
Αγάπη μου,
Δεν έχω άλλη ανάσα. Γράφω λόγια που ποτέ δεν θα διαβάσεις, γράφω λέξεις που θα πέσουν στο κενό. Είναι βράδυ, σκέψεις συγκεχυμένες, συναισθήματα ανάκατα, άτακτοι χτύποι καρδιάς, δάχτυλα που τρεμοπαίζουν πάνω στα πλήκτρα. Το «αντίο» γράφεται με πολλούς τρόπους, αλλά ποτέ δεν είναι οριστικό. Σου το λέω κάθε βράδυ. Κάθε βράδυ μοναξιάς και θλίψης. Και το πρωί σβήνω, ξανά και ξανά. Μόνο έτσι μπορώ να σου μιλώ με λόγια ανείπωτα, λόγια αγάπης, λόγια θάρρους, λόγια αιωνιότητας.
Αγάπη μου, ξημερώνει. Αντίο για τώρα, για τότε, για πάντα, εκεί όπου εσύ κι εγώ ανήκουμε.
*Τα βιβλία της Έλενας Αντωνίου από τις εκδόσεις BELL μπορείτε να τα βρείτε εδώ.
Το γράμμα που δεν έστειλα ποτέ…
Της Μαρίας Στεφάνου

Αγαπημένε μου
Γράφω αυτές τις γραμμές κοιτάζοντας τις στάλες που αφήνει η σιγανή βροχή στο τζάμι. Ο χρόνος έξω κυλά, ενώ εδώ μέσα όλα έχουν σταματήσει.
Είναι τόσα πολλά εκείνα που θέλω να σου πω, μα τόσα λίγα σε σχέση με όσα ζήσαμε, με όσα αφήσαμε να περάσουν και να φύγουν δίχως ν’ αναλογιστούμε την αξία τους.
Θυμάμαι κάθε λέξη, κάθε ανάσα που μοιραστήκαμε. Μικρές στιγμές, ζωγραφισμένες με τα δικά μας χρώματα πάνω σ’ έναν άδειο καμβά που τώρα είναι κλεισμένος σε κάποιο ντουλάπι του χρόνου.
Έλεγες πως δεν μιλώ, η σιωπή μου σε έκανε ν’ αναρωτιέσαι, μα πρέπει να μάθεις πως ήταν η δική σου φωνή εκείνη που με έκανε να σωπαίνω.
Ήσουν ένας σαρωτικός χείμαρρος από λόγια και ενέργεια και πάθος κι εγώ ένιωθα τόσο μικρή και ταυτόχρονα προσπαθούσα να γίνω πιο μεγάλη. Ακόμα και σήμερα, τώρα, αυτή εδώ την στιγμή, αγωνίζομαι αδιάκοπα να μεγαλώσω και να σε φτάσω.
Έπειτα ήταν και ο τρόπος που με άγγιζες, που το κορμί σου συναντούσε το δικό μου. Πώς να έβρισκα άραγε τη δύναμη ν’ αρθρώσω έστω και μια λέξη; Πνιγόμουν μέσα σ’ εκείνη τη θύελλα των συναισθημάτων. Βούλιαζα με κάθε χάδι, κάθε φιλί όλο και πιο πολύ σ’ έναν ωκεανό που ήταν έτοιμος να με καταπιεί. Πάλευα με τα κύματα πάνω σε μια αυτοσχέδια ξύλινη σχεδία, γνωρίζοντας εκ των προτέρων ότι ήταν ζήτημα χρόνου να χαθώ κι όμως δεν σταμάτησα. Συνέχισα έως ότου να ολοκληρώσουμε μαζί αυτό το ταξίδι της εξερεύνησης των κορμιών και των ψυχών μας χωρίς επιστροφή.
Επαναλαμβάνω στο μυαλό μου τις εικόνες, μοιάζει με μια μικρή ταινία που περνά πίσω από τα βλέφαρά μου. Σταματώ όπου πιστεύω ότι έχει νόημα και ουσία. Αναλύω, σου μιλώ και περιμένω. Στο τέλος όμως καταλήγω να βρίσκομαι πάντα στο ίδιο ακριβώς σημείο, με άδεια χέρια.
Ψάχνω να βρω τι μας έφερε κοντά. Τι ήταν εκείνο που μας απομάκρυνε; Δεν έχω απάντηση. Αυτό το ερωτηματικό θα μείνει για πάντα μέσα μου ν’ αγκυλώνει ένα σημείο της καρδιάς μου.
Υπάρχει μόνο μία βαθιά και αναμφισβήτητη αλήθεια την οποία θέλω πλέον να γνωρίζεις. Σε αγάπησα βαθιά και ολοκληρωτικά μ’ έναν τρόπο που δεν μπορώ με λόγια να σου εκφράσω. Δεν χωράει στις λέξεις, δεν μεταφράζεται σε καμία γλώσσα. Μακάρι να μπορούσες να μπεις μέσα μου και να δεις τον εαυτό σου με τα δικά μου μάτια. Τότε και μόνο τότε ίσως να καταλάβαινες.
Ξέρω πως θα με ρωτήσεις γιατί αποφάσισα να μιλήσω τώρα. Γιατί άφησα να περάσει τόσος χρόνος, τόσος καιρός.
Ίσως επειδή έπεισα τον εαυτό μου ότι η σιωπή είναι σεβασμός, ότι η απόσταση είναι ωριμότητα. Δεν ήταν όμως μόνο αυτά. Ήταν και φόβος. Φόβος πως αν μιλήσω θα χαθεί κάτι πριν ακόμα προλάβει να υπάρξει.
Τώρα ξέρω πως χάθηκε έτσι κι αλλιώς.
Η απουσία σου με δίδαξε κάτι που η παρουσία σου δεν πρόλαβε. Η αγάπη δεν είναι πάντα ανταλλαγή. Μερικές φορές είναι απλώς μια αλήθεια που ζει μέσα μας ανεξάρτητα από το αν βρίσκει ανταπόκριση.
Θέλεις να μάθεις ποιο είναι εκείνο το λάθος που κάναμε και οι δύο; Πιστέψαμε πως είμαστε ατρόμητοι, παντοτινοί. Πως θα έρθει εκείνη η μέρα, η στιγμή, η ώρα της αλήθειας. Όμως βλέπω πως είμαστε ανυπάκουοι απέναντι στους νόμους του σύμπαντος και της φύσης. Μικροί Θεοί φτιαγμένοι από πηλό. Χώμα που γίνεται πάλι χώμα, ο αέναος κύκλος της ζωής.
Ίσως να πιστεύεις πως με παρηγορεί το γεγονός ότι αυτό το γράμμα δεν θα φτάσει ποτέ στα χέρια σου. Κάνεις λάθος. Μακάρι να είχα την δύναμη και τον τρόπο να γυρίσω τον χρόνο πίσω. Να έρθω να σε βρω, να σταθώ μπροστά σου με τόλμη και να ξεγυμνωθώ. Αλλά δεν μπορώ πια…
Τώρα κρατώ στα χέρια μου κάτι δικό σου. Είναι απλώς ένα αντικείμενο που εσύ κάποτε έφτιαξες με αγάπη. Δεν έχει ψυχή, δεν μπορεί να μου μιλήσει κι όμως κλείνει μέσα του όλα όσα ήσουν.
Μπορώ άραγε να συνεχίσω και να μάθω να ζω με την απώλειά σου;
Ναι… Έχω τις αναμνήσεις και αυτές με οδηγούν, με ορίζουν και με ολοκληρώνουν.
Αν κάποιος με ρωτήσει τι είναι αγάπη θα έχω απάντηση να δώσω και αυτό το οφείλω σε εσένα.
Καληνύχτα αγαπημένε μου
Παντοτινά δική σου
*Το βιβλίο της Μαρίας Στεφάνου Το άγγιγμά σου κυκλοφορεί μέσα στον Φλεβάρη και μπορείτε να το βρείτε εδώ.















































































































