Η πιθανότητα να επιστέφω ξανά και ξανά σε ένα βιβλίο είναι ευθεία συνάρτηση των τσακισμένων σελίδων που του έχω δημιουργήσει. Σελίδες στις οποίες γυρνώ συνήθως για να βρω το σωστό κομμάτι του παζλ.
Ακροπατώντας φέτος τα 25, περιμένω την quarter life crisis να εμφανιστεί, όπως βλέπω σε μπόλικους συνομήλικους. Η δική μου μάλλον κοιμάται ακόμα, ωστόσο φαντάζομαι ότι κάποτε θα ξυπνήσει. Διάλεξα, λοιπόν, γι’ αυτήν την εβδομάδα να γράψω για τρία βιβλία που έκαναν τα (μέχρι τώρα) 20’s μου να μοιάζουν πιο κινηματογραφικά. Και τα τρία μου έδωσαν την ίδια απάντηση από πολλές διαφορετικές μεριές: Adulthood sucks, αλλά η διαδρομή έχει πλάκα. Οι τσακισμένες σελίδες τους είναι πάμπολλες, θα βάλω ένα μικρό απόσπασμα απ΄ το καθένα όμως.
Το φιλαράκι ο Χόλντεν δε γουστάρει τους κάλπηδες
Φύλακας στη Σίκαλη, Τζ.Ντ.Σάλιντζερ 1951
Θεωρητικά ο Φύλακας στη Σίκαλη, η μεγάλη επιτυχία του Σάλιντζερ, ανήκει στην εφηβική λογοτεχνία, καθότι ο πρωταγωνιστής μας Χόλντεν Κόλφιλντ είναι στις τελευταίες τάξεις του σχολείου. Trust me, δεν είναι εφηβικό. Εύχομαι βεβαίως να το είχα διαβάσει στην εφηβεία μου για να με προετοιμάσει για όσα θα νιώσω στα πρώτα μέτρα μετά την πύλη της ενηλικίωσης, αλλά και στα 23 που το διάβασα καλό μου έκανε. Ο Χόλντεν τα έχει πάρει άσχημα με την ιδέα της ενηλικίωσης και κυρίως με τη δηθενιά που βλέπει γύρω του. Είναι σ’ αυτή την κατάσταση που αποζητάς παρέα, αλλά μόλις την αποκτήσεις θέλεις να φύγεις μακριά. Και φεύγει, τριγυρνάει τρεις μέρες στη Νέα Υόρκη, διαβάζουμε τις σκέψεις του, ψυχοπλακώνεται κάποτε εκείνος κι εμείς μαζί του. Ο ήρωάς μας, θεωρεί ότι οι περισσότεροι ενήλικες (και όχι μόνο) γύρω του είναι κάλπηδες, έχουν στρωθεί σε μια ζωή που τους στενεύει, κάνουν σπίτια, ταξίδια, παιδιά και διαζύγια από κεκτημένη ταχύτητα, παραμυθιάζοντας εναλλάξ τους εαυτούς τους και τους ανθρώπους που αγαπούν.
Στο τριήμερο με τον Χόλντεν βγαίνει από μέσα σου το μεγάλο «Άι παράτα μας» των 20’s, το οποίο στ’ αλήθεια δεν είναι νεύρο, μα αναστεναγμός.
«Είπα όχι, δε θα υπάρχουν υπέροχα μέρη για να πάμε όταν τελειώσω το πανεπιστήμιο και τέτοια. Άσ’ τα αυτά σου. Θα είναι ολωσδιόλου διαφορετικά. Θα πρέπει να κατεβαίνουμε στο ισόγειο με ασανσέρ, φορτωμένοι βαλίτσες και τέτοια. Θα πρέπει να τους παίρνουμε έναν έναν στο τηλέφωνο για να τους αποχαιρετήσουμε, και να τους στέλνουμε καρτ ποστάλ από τα ξενοδοχεία και τέτοια. Όσο για μένα, θα δουλεύω σε γραφείο, θα βγάζω ένα κάρο λεφτά, θα πηγαίνω στη δουλειά με ταξί και με τα λεωφορεία της Μάντισον Άβενιου, θα διαβάζω εφημερίδα, και θα παίζω όλη την ώρα μπριτζ, και θα πηγαίνουμε σινεμά και θα βλέπουμε κάτι χαζές ταινίες μικρού μήκους και τα προσεχώς και τα επίκαιρα. Τα επίκαιρα. Χριστέ και Κύριε. Δείχνουνε πάντα από μια ηλίθια πομπή, και από μια κυρία που σπάει ένα μπουκάλι σαμπάνια πάνω σ’ ένα καινούργιο βαπόρι και από έναν κύριο με κοντό παντελονάκι που κάνει ποδήλατο. Όχι, αυτό το ίδιο δε θα ’ναι. Δεν καταλάβαις γρι απ’ όσα σου έλεγα».
Αναζητώντας την εκστατική ευτυχία στη σκοτεινή πλευρά των 20΄s
Σάββατο βράδυ στην άκρη της πόλης, Σώτη Τριανταφύλλου, 1996
Ένα βιβλίο που παίρνω δώρο με κάθε ευκαιρία σε φίλους που βρίσκονται στο ηλικιακό φάσμα 20-30 τα τελευταία δύο χρόνια. Στην ιστορία της Σ. Τριανταφύλλου, ακολουθούμε την επταετία μιας multi–cultural παρέας στη Νέα Υόρκη τη δεκαετία του ’80 μέσα από την αφηγηματική οπτική της Ελληνίδας που σπουδάζει στο NYU. Εδώ οι πρωταγωνιστές είναι ένα βήμα πιο μπροστά από το φιλαράκι τον Χόλντεν. Ενώ εκείνος σκέφτεται με αποστροφή τον προθάλαμο της ενηλικίωσης, η παρέα της ΝΥ έχει ήδη μπει σ΄ αυτό το σκοτεινό μέρος που ενίοτε φωτίζεται με τα neon lights της μεγαλούπολης. Κοινός παρανομαστής των μελών της παρέας είναι η εκστατική ευτυχία, την οποία ο καθένας ψάχνει σε άλλο μέρος, με άλλο τρόπο, με την ίδια όμως αγωνιώδη επιθυμία να την ανακαλύψουν. Η Τριανταφύλλου έχει φτιάξει ένα απολύτως σέξυ σύμπαν για τη σκοτεινή πλευρά των 20’s, μέσα σε αμφεταμίνες, ροκαμπίλι, ξενύχτια, έρωτες και απογοητεύσεις, και απώλειες βεβαίως – πολλές απώλειες.
Ένα βιβλίο αφηγηματικά σπαρταριστό και συναισθηματικά πάμπλουτο, που περιγράφει αυτό το roller–coaster των 20’s, από την απελπισία στην χαρά, από την καύλα στην ξενέρα και πάντοτε από το γέλιο μέχρι δακρύων, στα δάκρυα που ακούγονται σαν γέλια.
«Χαιρετούσαμε το θυρωρό που μας κοίταζε κι έλεγε ‘’Τι ωραία να είναι κανένας νέος’’– και βγαίναμε στην πόλη.»
Μέχρι τα γενέθλιά μου, ή, μέχρι τα Χριστούγεννα, τα είχαμε κάνει σχεδόν όλα: είχαμε πάει παντού, είχαμε πιει ένα σωρό καινούργια κοκτέιλ, είχαμε ξενυχτήσει, είχαμε γελάσει και κλάψει. Είχαμε σταθεί κάτω απ’ το πελώριο χριστουγεννιάτικο δέντρο στο Κέντρο Ροκφέλλερ κι είχαμε κάνει μυστικές ευχές. Είχαμε τσακωθεί δυο φορές· καθώς φωνάζαμε ο ένας στον άλλον, πανικοβληθήκαμε και συμφιλιωθήκαμε σχεδόν αμέσως: σχέδια δεν κάναμε ποτέ – κάθε μέρα ήταν μια έκπληξη, μια περιπέτεια που ξεκινούσε από το πουθενά. Τρέχαμε στο Μανχάταν με ‘Ολυμπιακή ταχύτητα’ και φιλιόμασταν στα φανάρια. Ζούσαμε όλη μας τη ζωή σε κάθε εικοσιτετράωρο κι επάνω στο ταμπλό του αυτοκινήτου είχαμε βάλει ένα αυτοκόλλητο που έγραφε ‘Μη σταματάτε τη νύχτα’. Απορούσα πώς είχα περάσει εικοσιτρία χρόνια χωρίς τον Κλίφορντ, πώς είχα αντέξει τόσα βαρετά αγόρια κι άλλα τόσα επιθετικά και κομπλεξικά.»

Στα 20΄s η τράπουλα ξαναμοιράζεται κάθε μέρα
Πανδώρα, Χρήστος Χωμενίδης, 2025
Άφησα για το τέλος ένα βιβλίο που κυκλοφόρησε μόλις πριν λίγους μήνες και συνδυάζει την αποστροφή του Χόλντεν για την ενηλικίωση και την επιθυμία της ηρωίδας της Σώτης να φάει όλους τους καρπούς της. Η Πανδώρα Σταφυλά τελειώνει το Πολυτεχνείο και σκέφτεται με τρόμο μια μέλλουσα ζωή χωρισμένη σε τρία οκτάωρα, από το γραφείο στο γυμναστήριο κι από εκεί σε κάποιο wine bar με συζητήσεις άξιες πολλαπλών χασμουρητών. Το πληκτικό μέλλον γίνεται (ευτυχώς) σμπαράλια όταν δέχεται μια παράξενη πρόταση από έναν μακρινό, χαμένο συγγενή που τυγχάνει Μητροπολίτης Μεξικού. Απ’ τη μια μέρα στην άλλη η ηρωίδα κατεβαίνει στην πολιτική και όσο περνούν οι σελίδες βουτάς σε ένα σύμπαν στα όρια του ρεαλιστικού, με συνεχή plot twists, με κομμάτια που ενώνονται απολαυστικά απ’ το ένα κεφάλαιο στο επόμενο, αλλά κυρίως με έναν κεντρικό χαρακτήρα που έχει ταυτόχρονα το χάσιμο και το πείσμα της Gen Z.
Όσο διάβαζα το βιβλίο, κυκλοφορώντας στην Αθήνα με μετρό, λεωφορεία και πόδια, κρατούσα στα χέρια την «Πανδώρα» (Σταφυλά) κι ένιωθα να έχω ένα σύμμαχο που με διαβεβαιώνει ότι στα 20΄s η τράπουλα μοιράζεται απ’ την αρχή κάθε μέρα κι αυτό μπορεί απ’ τη μια να είναι πανικός, απ’ την άλλη είναι απελευθέρωση.
«Τη βασανίζει πάλι η αίσθηση πως είναι ρευστή. ‘Ένα υγρό που αδειάζει από μπουκάλι σε μπουκάλι. Μια μπάλα του μπιλιάρδου — άγνωστο πού θα βρεθεί στην επόμενη καραμπόλα. «Πόσος καιρός πάει από τις εκδρομές με την “Κόκκινη Γροθιά”; Κι από τα βράδια στον “Φάρο” με τούς δύο μπαμπάδες μου; Άμα δεν έτρεχα μετά την προδοσία στην ψαροταβέρνα, άμα δεν είχε στις 23 Ιουλίου τα γενέθλιά του κι ο Χρηστάκης, πού θα ήμουν σήμερα;»
Δεν πρόκειται για φόβο εγκατάλειψης, για άρνηση να δεθεί ξανά με ανθρώπους. Αλλά για τον γνωστό της ίλιγγο εμπρός στην τυχαιότητα. Με το να μη μασάει η Πανδώρα με θρησκείες και ιδεολογίες, με το να μην πιστεύει σε κανενός είδους πεπρωμένο (θα το έβρισκε κατώτερο της ευφυΐας και τον μαθηματικού μυαλού της), καταδικάζει τον εαυτό της να αιωρείται πάνω από την άβυσσο. “Όλοι πάνω από την άβυσσο αιωρούμαστε… Απλώς οι περισσότεροι δεν το συνειδητοποιούν ούτε για μια στιγμή…”»
Χ.Γ. 11/5/2025















































































































