O καλύτερος τρόπος να δεις την πόλη είναι να επιβαίνεις σε μια μηχανή ή, στην χειρότερη, ένα μηχανάκι που οδηγάει άλλος άνθρωπος. Όταν έχει συννεφιά, η Αθήνα ασχημαίνει και η de facto μελαγχολικότητά της, που προκύπτει από το γεγονός ότι την έχουν παρατήσει και λερώσει, τονίζεται. Αν η Αθήνα ήταν γυναίκα, θα ήταν πενηντάρα που νιώθει παιδούλα, αλλά μοιάζει αρχαία.
Οι Αθηναίοι μοσχοπλένουν τα μπαλκόνια και τα σαλόνια τους, ενώ απ’ έξω, οι πολυκατοικίες τους, οι παλιές, αυτές του κέντρου, είναι τρισάθλιες, ξεφλουδισμένες και γκριζωπές. Ένας διάχυτος ιδρώτας (η μέθη της επιβίωσης) σκορπίζει την αλήθεια του στις δύσκολες οδούς: Μάρνη, Μενάνδρου, Ζήνωνος.
Κοριτσοπαρέες και αγοροπαρέες, χαμογελαστοί μετανάστες με πλαστικές σαγιονάρες, βιαστικοί οδηγοί που βρίζουν σιωπηλά ή φωναχτά, μια βιάση που δεν έχει αιτία, καθυστερημένα ραντεβού και βαριεστημάρα ύπαρξης κατ’ ουσίαν. Μια φυλή που καταναλώνει αρειμανίως φρέντο εσπρέσο, πάσχει από τσιγαρόβηχα και αντιμετωπίζει την γερασμένη της μούρη στον καθρέφτη της. Καθρέφτης η πόλη, η σκόνη στους δρόμους, οι ξέχειλοι κάδοι, ευτυχώς οι άνθρωποι εδώ ερωτεύονται ακόμα.
Ένας διανοούμενος δίνει ραδιοφωνική συνέντευξη και δεν έχει ιδέα πόσο βαρετός είναι, πόσο κουραστικό το ηχόχρωμα της φωνής του, δεν έχει ιδέα πόσο δεν τον ακούει στ’ αλήθεια κανείς, ίσως μόνο η Θεία Ακρόπολη, το Ελεήμον Αυτί της πόλης που ακούει τα πάντα και δεν μιλάει ποτέ. Εκκλησίες, κάγκελα μπαλκονιών, μαρσαρίσματα, προσευχές και ματαιωμένες ελπίδες συνυπάρχουν με φόντο και δάπεδο ένα οδικό δίκτυο στα πρόθυρα νευρικής κρίσης.
Δεν αναγνωρίζω κανένα πρόσωπο και μερικά παλιά μου στέκια έκλεισαν για να γίνουν πιο της εποχής ή οριστικά να χαριστούν στο παρελθόν τους, ως οριστικά πεθαμένα. Προτιμώ τον θάνατο, καμιά φορά. Άνθρωποι ψωνίζουν βιβλία, ελάχιστοι εξ αυτών τα διαβάζουν. Γκράφιτι και συνθήματα προμηνύουν το τίποτα και το Σπουδαίο της ανθρωπινότητας: αντιφασισμός, σκουριασμένος έρως που δεν έγινε ποτέ πλήξη και γάμος, κολλητηλίκια από χρόνια λυκειακά με παρατσούκλια παράφορα, οπαδισμός, αξόδευτη καύλα μιας νιότης που γερνά απότομα, ελέω βαριεστημάρας να επαναστατήσει στ’ αλήθεια.
Ένα μίσος, ένα μίσος, ένα μίσος παντού. Μια πόλη, μια χώρα ανθρώπων που μισούν την πόλη, την χώρα και τους ανθρώπους. Περιστέρια χέζουν πανευτυχή ολούθε και απολαμβάνουν το προνόμιο του εξανθρωπισμού τους. Χοντροί ραδιοφωνικοί παραγωγοί-σελέμπριτις ποζάρουν στις στάσεις λεωφορείων, στις οποίες περιμένουν κυρίες και κύριοι που δεν τους ξέρουν καν. Μια Λολίτα περνά βιαστικά τον δρόμο, ένας κορνάρει, το πάει για βροχή.
Κάθε χρόνο, η Άνοιξη αργεί όλο και περισσότερο. Κάνει πως έρχεται, ύστερα μετανιώνει, στο μεταξύ έχουν ανέβει τα χειμερινά, μετά, ένα απόγευμα θα ξεσπάσει μπόρα και δύο άνθρωποι, ξένοι μέχρι χτες, θα κάνουν έρωτα στο σπίτι του ενός και θα καταφέρουν να λατρέψουν πρόσκαιρα την πόλη που τους ένωσε, θα τη βλέπουν ομορφότερη μες στο κεφάλι τους.
Το επόμενο μεσημέρι, δυο παλιοί εραστές που χώρισαν και ψάχνουν τρόπο να υπάρξουν ο ένας στην ζωή του άλλου, περπατούν αμήχανα την Πατησίων και παρατηρούν τα ανθυπολουλουδάκια που φυτρώνουν στο εξωτερικό μέρος της ΑΣΟΕ και του Πολυτεχνείου. Δίνουν ένα φιλί στη διασταύρωση με Στουρνάρη. Τα φανάρια αναβοσβήνουν συνεχώς, τα αυτοκίνητα περνούν και όλοι παραμένουμε άγνωστοι, ξένοι και μακρινοί.
Η Αθήνα βγάζει τις κάλτσες της, ανάβει ένα καρέλι και κάνει πάλι την ωραία. Σε ποιον; Σε ποιον, γαμώτο;























































































































