Καμιά φορά νομίζω πως είμαι ένα κουλούρι Θεσσαλονίκης, πασπαλισμένο στο σουσάμι, ενίοτε μπαγιάτικο, που θρυμματίζομαι, φαγώνομαι στα πρωινά χνώτα…
Εκτίθεμαι σε μια γωνιά (στην πλατεία Κοραή κατά προτίμηση), πλάι στον κουκουλωμένο άστεγο με το λιγδιασμένο πάπλωμα και τα περιστέρια γύρω του – κοράκια εν ειρήνη, να καρτερούν και τα δικά μου ψίχουλα για να χορτάσουν.
Μου αρέσει η ιδέα ότι εκτίθεμαι στο γυάλινο κουτί του πωλητή, να αποκτώ μαζί του την οικειότητα της συναλλαγής, να αποτελώ το κέρδος του, να θρυμματίζομαι πλάι στις κουτσουλιές πάνω στις πλάκες και στα βήματα των περαστικών.
Άλλες πάλι ψάχνω να χωρέσω σε έναν άλλο κύκλο, σ’ ένα μαγιάτικο στεφάνι, από κείνα που φτιάχναμε με σύρμα και ανεμώνες με τον παππού μου!
Πάντως θέλω κάπου να χωράω, αλλά με λήξη, με μια ημερομηνία που θα με διασώζει από τη μεγάλη διάρκεια, τη μουντάδα της μονιμότητας…
Η έκθεσή μου, πάντα σε τζάμι ή σε καρφί στον τοίχο, ή στην πόρτα, παραμένει και το μοναδικό δεδομένο. Η δυναμική της προσωρινής παρουσίας τρέφει την ανασφάλειά μου να μη γίνω βαρετή, να μην με χαρίσω επ’ αόριστόν.
Μπαίνω και βγαίνω, στήνω θρόνους και τους αλλάζω θέση όπως στα έπιπλα χρόνια τώρα στο σαλόνι. Η οπτική μου παραμένει πάνω κάτω η ίδια, η ανάγκη να τα δω αλλιώς δεμένη στα κορδόνια μου και μια φωνή-σειρήνα να ουρλιάζει να πάω παρακάτω…
Να πάω πού;
Έλα ντε, νομίζω πώς ο προορισμός με περιφέρει σαν τσίρκο πλανόδιο, με εκθέτει και τελικά δεν με αφήνει σε ησυχία – ευτυχώς!
Αλλάζω τα σεντόνια, τη σκιά στα μάτια, τα χέρια που θα με διαθέσω και με σταυρώνω ανελλιπώς κάθε μέρα. Μετά με αθωώνω, βγάζω μια σύντομη ετυμηγορία, γλιτώνω στο τσακ την ποινή και κοιμάμαι ήσυχη…
Ψάχνω μια γη με λιγοστά λουλούδια και μεγάλο ορίζοντα, σεντόνια που θα με σκεπάσουν αφού με γδύσουν και χέρια που θα καταφέρω να με εμπιστευτώ. Ψάχνω και σκαλίζω και ανακατεύω και με ταλανίζω σε καραβάκια αυτοσχέδια, χάρτινα μέσα σε λεκάνες με νερό, αυτές που αργότερα θα μαζέψω την μπουγάδα για σιδέρωμα…
Αν βρίσκω τίποτα;
Μπα, θησαυρός γιοκ, σκηνοθετώ το κυνήγι για να ανασαίνω καλύτερα, τον καταπίνω ως αγχολυτικό και στήνω εξ αρχής το φινάλε.
Δεν τρώω κουλούρια Θεσσαλονίκης· για κάποιο λόγο ντρέπομαι να αγοράζω από το δρόμο, λες και θα ενοχλήσω τον αγουροξυπνημένο κουλουρτζή. Του χαμογελάω βέβαια κι αυτός μου ανταποδίδει, όμως δεν αγοράζω τελικά… Προσπερνάω γρήγορα –κι ας μη βιάζομαι–, αμήχανα και με άγχος να προλάβω το επίσης στρογγυλό μου «τίποτα».
….Νομίζω πως όταν μάθω να περπατάω δίχως να τρέχω ,θα είμαι ένα βήμα κοντύτερα στον ολοστρόγγυλο ορίζοντα μου!















































































































