Το Παγκράτι, όπως όλες οι γειτονιές, αλλάζει πρόσωπο από το πρωί μέχρι αργά τη νύχτα. Η κάθε γειτονιά είναι άλλο πράγμα για αυτούς που την κατοικούν, για αυτούς που εργάζονται ή δραστηριοποιούνται εκεί, γι’ αυτούς που την επιλέγουν για την έξοδό τους. Και τελικά το προφίλ της δημιουργείται μέσα από τον συνδυασμό όλων των παραπάνω.
Ανάμεσα σε παλιά νεοκλασικά, σύγχρονες πολυκατοικίες, μικρά καφέ, μπαρ και απρόσμενες αυλές, ξεδιπλώνεται μια Αθήνα αυθεντική, ζωντανή και απρόβλεπτη. Εδώ, οι ρυθμοί της πόλης συναντούν τη γειτονιά, η παράδοση συνομιλεί με το νέο και οι άνθρωποι δημιουργούν καθημερινά τις δικές τους μικρές ιστορίες.
Από τον πρωινό καφέ μέχρι το τελευταίο ποτό, από τις βόλτες στο Μετς μέχρι τις συζητήσεις στις πλατείες, από το πρωί που κλείνεις την πόρτα για να πας στη δουλειά μέχρι όταν επιστρέφεις, το Παγκράτι δεν σταματά ποτέ να κινείται. Αυτό το αφιέρωμα είναι μια πρόσκληση να το ανακαλύψουμε μέσα από πρόσωπα, άγνωστες πληροφορίες, γωνιές, συνήθειες, στιγμές και μαγαζιά που κάνουν αυτή τη συνοικία να μην είναι απλά ακόμη ένα σημείο στον χάρτη.
Και φυσικά, για να ανακαλύψεις την αλήθεια του Παγκρατίου, 24 ώρες δεν είναι ποτέ αρκετές.
Περιδιαβαίνοντας
06:00 – 12:00 – Καλημέρα, καλημέρα!
Της Γεωργίας Δρακάκη
Το γρασίδι και οι μικρές πόες στο Άλσος ξυπνούν όλο συγκίνηση και υγρασία. Οι πλατείες ξυπνούν με τα πρώτα περιστέρια να αφήνουν τον ύπνο τους στα κλαδιά και να κατεβαίνουν για τσιμπολόγημα: στη Βαρνάβα, την Πλαστήρα, τη Μεσολογγίου, τον Προφήτη Ηλία, την Προσκόπων, φυσικά, και τη μικρή Ρογκάκου στη συμβολή της Αρχελάου με την Αρριανού. Πουλάκια τιτιβίζουν. Άλλη μια μέρα ξεκίνησε κιόλας την τροχιά της.
Βόλτες με αγουροξυπνημένα σκυλάκια και ζεστό καφέ στο χέρι από το γνωστό στη Σπύρου Μερκούρη -μα τι χαρμάνι νόστιμο! Στο πρώτο ιαπωνικό πάρκο της Αθήνας στη Νηρηίδων, μια μικρή σαύρα αφουγκράζεται τους θορύβους από τις πέρα λεωφόρους. Ένα κορίτσι ξυπνά και έχει ρεπό, κανονικά δουλεύει σε κάποιο από αυτά τα υπερβολικά κουλ μαγαζιά, που για κάποιους δεν σημαίνουν διασκέδαση, αλλά δουλειά. Το κορίτσι πάει στη Βαρνάβα για κρουασάν και καπουτσίνο, το αγαπημένο κόμπο της Θέμιδος Μπαζάκα.
Ύστερα, λέει να περπατήσει (η καλύτερη γυμναστική), μέχρι να ζεστάνει η μέρα. Τίποτα καλύτερο από μια ευεργετική, χειμωνιάτικη λιακάδα. Από το Άλσος Παγκρατίου, μέχρι την οδό Άγρας, στάση στο σπίτι του Σεφέρη, κατέβασμα από τα σκαλάκια και επιστροφή στην Προσκόπων περνώντας από το Μουσείο Γουλανδρή. Όπου να ’ναι ανοίγουν και τα μαγαζιά στη Φρύνης και τη Χρεμωνίδου. Πόσα ατελιέ στο Παγκράτι, πόσα ρουχάδικα second και first hand. Λεφτάκια να ’χεις, όχι πολλά, λίγα και καλά. Α, ώρα έντεκα και ο ήλιος (κάνε να ’χει ήλιο και αύριο, και σήμερα, και πάντα!) χαϊδεύει μάγουλα και φρύδια, με τις πολυκατοικίες να ρίχνουν τη σκιά τους στα πεζοδρόμια. Όλο και κάποιος σαματάς στο δρόμο, ένας βιαστικός που κορνάρει, ένας άλλος που χαζεύει στο κινητό. Το φανάρι της Αρχελάου θα ανάψει ποτέ;
Στα σπίτια, οι συνταξιούχοι κόβουν ψωμί μεσημεριανό από τον φούρνο της γειτονιάς τους (ω, δε λείπουν οι εξαίσιοι φούρνοι από το Παγκράτι) και τηλεφωνούν για τραπέζι την Κυριακή σε ένα από τα σχεδόν ιστορικά μαγειρεία/κοψιδάδικα/ρεστοράν. Ένας τύπος κάνει καθημερινά το τζόγκινγκ του στον Αρδηττό. Μια γιαγιά ψωνίζει από το κρεοπωλείο της Φιλολάου σπάλα μοσχαρίσια να κάνει κοκκινιστό για την εγγόνα της που έρχεται αύριο από Θεσσαλονίκη για λίγες μέρες.

12:00 – 18:00 – Γλυκές Καλησπέρες
Της Γεωργίας Δρακάκη
Τα παιδιά του Ωδείου Αθηνών, αυτοί οι καταπληκτικοί ηθοποιοί, μπαίνουν για μάθημα ξέροντας ότι τους περιμένει μετά μια μπίρα απογευματινή στο στέκι Τσιπουράκι. Παρατηρούν τους ηλικιωμένους θαμώνες που θα πάνε για ύπνο από νωρίς κι απόψε και κρατούν σημειώσεις στο μυαλό τους. Το Πολεμικό Μουσείο αστράφτει κάτω από το αττικό μεσημέρι και στα μαγαζιά ετοιμάζονται για τις βραδινές κρατήσεις. Ένας μπουζουξής ζεσταίνει τα δάχτυλά του για το βράδυ, πάλι παραγγελιές, πάλι ώπα και χαμός.
Η κυρία Ειρήνη σιάζει τις γαρδενίτσες της. Θα πουλήσει άραγε καμία απόψε στον Μαγεμένο Αυλό; Η μέρα έχει σφυρίγματα, κλήσεις, κορναρίσματα, χαιρετούρες βιαστικές με τα γυαλιά ηλίου να κρύβουν τα καταπονημένα βλέμματα των εργαζόμενων μανάδων και των περιφερόμενων φριλάνσερ που, με το λάπτοπ στην τσάντα, αναζητούν το επόμενο καινούργιο μαγαζί, να πουν πως το ανακάλυψαν από τους πρώτους. Το αγαπημένο βιβλιοπωλείο της περιοχής δέχεται επισκέψεις από καλλιτέχνες που ξυπνούν μεσημεράκι. «Έχετε το τάδε βιβλίο από τις Άγρα, από το Μελάνι, από τον Ίκαρο;» Μεσημεριάζει.
Τέλεια ώρα για μια ολόφρεσκη σαντουιτσάρα στην Αρχελάου κι αν έχεις και σεκλέτια, κατεβάζεις κι ένα σπριτζ (ναι, κι ας είναι 14:00, η ώρα του καφέ πέρασε) να πάνε κάτω τα φαρμάκια. Στο παλιό και πάντοτε σαν ολοκαίνουργιο καφενείο στην Ερατοσθένους, ένα ζευγαράκι πίνει πορτοκαλάδα από το ίδιο ποτήρι και ανταλλάσσει φιλιά. Ωραίο να μπορείς να βγεις έξω με το ταίρι σου μια καθημερινή, σαν αντίδοτο στον καπιταλισμό, μοιάζει. Ο ζαχαροπλάστης της καρδιάς μου, στην Εριφύλης, δοκιμάζει μια νέα τεχνική για τις τούρτες και τις πάστες του. Οι παραγγελίες, ελέω Βαλεντίνου, έχουν πέσει βροχή αυτή την εποχή. Και η Πρατίνου, όμως, μοσχοβολά κανέλα, μέλι και μαστίχα-ένα αγόρι ερωτεύεται την πρώτη μπουκιά μηλόπιτας που τον κερνά το αγόρι του και του δίνει ένα πεταχτό φιλί. Χαμόγελα.
Η ώρα περνά και οι κάτοικοι σιγά σιγά σχολούν. Από τις τέσσερις ως τις έξι το απόγευμα, το πάρκινγκ μαστίζει ως πρόβλημα τους μόνιμους. Πολλοί, πια, παίρνουν απλώς το μετρό από τον Ευαγγελισμό και έχουν το κεφάλι τους ήσυχο. Σε ένα διαμέρισμα, κάποιος κάνει μπάνιο και ακούει διαπασών το Μόνο Ψέματα του Δεληβοριά: «Κάποιος έφτιαξε στη γη το Παγκράτι/Και δεν έκλεισα μάτι/Από κείνη τη μέρα εγώ». Μια γυναίκα στην Αστυδάμαντος δακρύζει λιγάκι καθώς ακούει το ίδιο κομμάτι στα ακουστικά της. Ίσως αυτός που κάνει μπάνιο και εκείνη, συναντηθούν σε κάποιο μπαρ απόψε. Η νύχτα ξεκινά από νωρίς τους Φλεβάρηδες, από τις έξι η ώρα το απόγευμα, και η σκυτάλη αλλάζει.

18:00 – 06:00 – 12 ώρες με τις φυλές του Παγκρατίου
Της Χριστίνας Γιαβάσογλου
Ήξερα από παιδί ότι το Παγκράτι κατοικείται από παράξενες φυλές. Μου το είχε εκμυστηρευθεί η γιαγιά μου όταν με πήγαινε για βόλτα και παγωτό στη Βαρνάβα. Η γιαγιά έλεγε ότι κάποιοι είναι Βάρναβοι-βάρβαροι της περιοχής και γι’ αυτό δεν έπρεπε να ξεμακρύνω απ’ το οπτικό της πεδίο όσο έπαιζα.
Σήμερα, στις 18:00, στην ίδια πλατεία, νιώθω μια ξένη γριά. Αναζητώ τους Βαρνάβους, αλλά βρίσκω μόνο δεκάδες πιτσιρίκια με στολές ταεκβοντό που παρακαλάνε τους γονείς τους για κρουασάν. Καπνίζω στο παγκάκι κι ο μικρότερος ένστολος –βία επτά ετών– μου στέλνει την μπάλα. Η μάνα του κάνει νεύμα. Ξέρω και ξέρει ότι η δικιά της μέρα θα τελειώσει σε μια αιωνιότητα κι η δική μου σε ένα ποτήρι κρασί και δύο τζιν.
Σιγά σιγά, τα μικρά λιγοστεύουν, τρέχουν τώρα στο παραδίπλα φροντιστήριο να μάθουν και αγγλικά. Πάω προς την Αρχιμήδους για να τρυπώσω στην πίσω πόρτα του Καλλιμάρμαρου και να βρεθώ στο πέταλο.
Εδώ μια άλλη φυλή, αθλομανής, έχει κατακτήσει την περιοχή. Μπερδεμένοι νέοι και γέροι ξεδίνουν στη γυμναστική. Οι μεν χτίζουν ένα σώμα για συνάλλαγμα, οι δε συντηρούν μια μετοχή που ξέρουν πως σύντομα θα καταποντιστεί στο κραχ του θανάτου. Ένας fit εξηντάρης που τρέχει στο πέταλο στέκεται μπροστά μου, υποκλίνεται και συνεχίζει την προπόνηση χωρίς να πει λέξη. Ίσως αυθορμήτως ο κόσμος να υποκλίνεται στο αλλούτερο.
Η φίλη Κατερίνα Χιωτίνη με ξυπνάει απ’ την περισυλλογή, βολτάρει με τον σκυλάκο της. Με οδηγεί μαλακά στην Πλατεία Προσκόπων. Χαζεύω μια βιβλιοπαρουσίαση σε ένα καφέ, σκέφτομαι πόσο μελάνι έχει χύσει η συγγραφέας για να μιλήσει για το κέρατο, ενώ θα μπορούσε να γράψει μια ωδή στις αλλόκοτες φάρες της γειτονιάς της.
Σας το ορκίζομαι πως υπάρχουν! Στους «Προσκόπους» ζει η φυλή των ζευγαριών ή έστω φίλων που ψοφάνε να γίνουν ζευγάρια. Καλοντυμένοι βγαίνουν απ’ τα ρεστοράν κατά τις 23:30 και μετράνε δυνάμεις για τη συνέχεια της βραδιάς. Ένα αγόρι παρακαλάει τη δήθεν φίλη του να συνεχίσουν για ποτό, προφανώς για να βρει την ευκαιρία να της πει ότι δεν πάει κάθε εβδομάδα μαζί της σε παράσταση επειδή έχουν κοινό γούστο, ούτε επειδή λατρεύει το σύγχρονο θέατρο (το σιχαίνεται). Η φίλη χασμουριέται. Οι διαλυμένες ελπίδες του πέφτουν στο πεζοδρόμιο με θόρυβο. Την επόμενη στιγμή του λέει «Άντε, ένα τελευταίο ποτό, αλλά στο Παγκράτι! Δεν πάω μέχρι τα Εξάρχεια τώρα». Μια νίκη για το αγόρι, για τη φυλή και για τον τόπο.
Αναζητώ την επόμενη, στην Πλατεία απέναντι απ΄τον «Κυρ-Ηλία»- έτσι έλεγε πάντοτε ο παππούς τον Προφήτη Ηλία. Ξενέρωτη ράτσα εδώ. Στριμώχνονται, ακούνε house remix λαϊκών, με τη φαντασίωση ότι βρίσκονται σ’ ένα εξελληνισμένο Μανχάταν. Τα ντυσίματα θυμίζουν το κόκκινο χαλί των Όσκαρ. Τρομάζω με τους φαντασιόπληκτους περισσότερο απ’ ότι με τους τρελούς. Πρέπει να ξέρετε, πάντως, ότι αυτό το σόι κυριαρχεί πια όταν πέφτει η νύχτα στο Παγκράτι, φτάνουν μέχρι το δρόμο, τα αμάξια οριακά χωράνε. Να φυλάγεστε.
Τους επόμενους που συναντώ κατηφορίζοντας την Υμηττού κατά τη μια, τους ξέρω καλά. Η φυλή των κουλτουριάρηδων είναι. Έχει εδραιώσει τη θέση της στο Παγκράτι δεκάδες χρόνια τώρα. Ακούω και ξανακούω τις κουβέντες τους για τον Σαίξπηρ. Οι μισοί τον βρίζουν. Είδαν μάλλον τον Άμλετ, στο μεγαλο σινεμά της Υμηττού.
Μετά τις 3 τα ξημερώματα το βραδινό Παγκράτι αρχίζει να βασιλεύει. Στις 3:30 οι φυλές που κατακλύζουν τα μπαρ πληρώνουν. Έχουν ανοιχτά κινητά και διαπραγματεύονται το after, θα ξεχυθούν σε άλλα στέκια της Αθήνας.
Υπάρχει μια ράτσα που ακόμα δεν έχω εντοπίσει και μου λείπει. Πάω κάπου για βρώμικο. Σύντομα ακούω την πρώτη φωνή: «Κοπελιά ξέρεις πώς λένε τον σκύλο μου, τον Ρότζι;». Ο φίλος μοιάζει με τον Παπαστρούμφ, κάνει οχτάρια, κρατάει ένα κομμάτι πίτσα και χαμογελάει διάπλατα. Αγαπημένοι μου τρελοί, που μόνο εσείς κατοικείτε το Παγκράτι μετά τις 4, τόσες ώρες σας έψαχνα! Όλη αυτή τη βόλτα, σας την αφιερώνω. Είστε οι αρχηγοί κάθε φυλής – κι ας μην το ξέρετε ή μάλλον ακριβώς γι’ αυτό.
Συνέβη στο Παγκράτι
Της Ηλέκτρας Τζώρτσου
01 | Ταβέρνα «Οι Μοιραίοι»

Στο κομμάτι του Παγκρατίου που κατά τον 19ο αιώνα ονομαζόταν Βατραχονήσι, βρισκόταν η ταβέρνα «Οι Μοιραίοι». Έγινε στέκι διανοουμένων και καλλιτεχνών (Κώστας Βάρναλης, Βασίλης Ρώτας, Στρατής Δούκας, Εύα Σικελιανού κ.ά.). Δεν είχε πάντα αυτό το όνομα· η παρουσία του Βάρναλη στην ταβέρνα ενέπνευσε τον ιδιοκτήτη της Γ. Μαστρογιάννη να ονομάσει την ταβέρνα «Οι Μοιραίοι». Η πολιτική ταυτότητα των θαμώνων έκανε τη δικτατορία του Μεταξά να τη θεωρήσει χώρο αντικαθεστωτικών. Στην Κατοχή είχε επιταχθεί από τα Τάγματα Ασφαλείας. Στα Δεκεμβριανά ερειπώθηκε από τις αγγλικές οβίδες. Δεν ξαναλειτούργησε και στη θέση της υψώθηκε αργότερα πολυκατοικία.
02 | Ελεύθερο Θέατρο και Άλσος Παγκρατίου

Το Ελεύθερο Θέατρο δημιουργήθηκε τον Ιούνιο του 1970 από σπουδαστές της Δραματικής Σχολής του Εθνικού Θεάτρου. Πολιτικοποιημένη ομάδα, με συνελεύσεις και πρόβες σε υπόγεια παλαιοβιβλιοπωλείων και ταβέρνες, στόχευε στη συλλογική δημιουργία και στη μετατροπή της πολιτικής σκέψης σε καλλιτεχνική πράξη. Αντιτάχθηκε στο κατεστημένο θέατρο και συγκρούστηκε με τη Χούντα. Συνδέθηκε άρρηκτα με το Άλσος Παγκρατίου μέσω της επιθεώρησης «…Και συ χτενίζεσαι» που ανέβηκε στο Άλσος το καλοκαίρι του 1973 και παρακολούθησαν 65.000 θεατές! Παράσταση-τομή, απέρριψε ιεραρχίες, τους παραδοσιακούς ρόλους πρωταγωνιστή-δευτεραγωνιστών, την κλασική έννοια του κέρδους και διαμόρφωσε ένα μοντέλο επιθεώρησης το οποίο βασιζόταν στην έρευνα, απευθυνόταν στην τότε ελληνική κοινωνική πραγματικότητα και υπήρχε ουσιαστική επικοινωνία με το κοινό.
03 | Κινηματογράφος Πάλας

Πρωτολειτούργησε το 1925 με χειμερινή αρ ντεκό αίθουσα και θερινό στην ταράτσα. Τα τελευταία χρόνια αφήνεται να ρημάζει και η Lidl Ελλάς θέλει να το κάνει σούπερ μάρκετ. Σε μια περιοχή η οποία ανά τα χρόνια έχει φιλοξενήσει ουκ ολίγους ανθρώπους των τεχνών και του πολιτισμού, και που τα τελευταία μαστίζεται από τα Airbnb και την υπερπληθώρα μαγαζιών, χώροι όπως ένα τέτοιο σινεμά είναι όχι απλά ανάγκη, αλλά δικαίωμα. Εδώ έχουν συμβεί και τα εξής εξω-κινηματογραφικά: Στις 4 Ιουλίου του 1944 ο ΕΛΑΣίτης Βαγγέλης Μαρτάκης έστησε ένα πολυβόλο στην ταράτσα του κτιρίου ενάντια στους ταγματασφαλίτες, για να πέσει τελικά νεκρός από τα πυρά τους. Μετά τους νατοϊκούς βομβαρδισμούς στη Γιουγκοσλαβία (1999) ο ιδιοκτήτης του κιν/φου Ματθαίος Πόταγας, είχε κρεμάσει πανό που δήλωνε δημόσια ότι δεν φέρνει αμερικάνικες ταινίες.
04 | Ο τελευταίος ανεμόμυλος της Αθήνας

Ο Μύλος του Αργυρίου στον λόφο Πετρίτη στο Μετς χτίστηκε τον 18ο αιώνα και άλεθε μέχρι το 1880. Ήταν ένας μόνο από τους ανεμόμυλους που υπήρχαν στην Αθήνα, οι οποίοι τον καιρό της Τουρκοκρατίας τροφοδοτούσαν με αλεύρι την πόλη.
Ο συγκεκριμένος από ένα σημείο και μετά χρησιμοποιήθηκε ως κατοικία. Αν κι είχε διατηρηθεί σε αρκετά καλή κατάσταση, ο ιδιοκτήτης του αποφάσισε να τον κατεδαφίσει το 1986, παρά τις διαμαρτυρίες των γειτόνων και όσων υποστήριζαν ότι έπρεπε να χαρακτηριστεί διατηρητέος. / Φωτογραφία: William James Stillman, 1869
Κουίζ: Πόσο Παγκρατιώτης/Παγκρατιώτισσα είσαι;
1. Πού θα βγεις ραντεβουδάκι στο Παγκράτι;
α) Πλατεία Προφήτη Ηλία για cocktail
ή Καλλιμάρμαρο για πιο ancient καταστάσεις.
β) Σε όποιο μαγαζί βρούμε μπροστά μας. Τόσα έχει.
γ) Τι το ρομαντικό βρίσκετε στο Παγκράτι;
2. Πας σε street party στην Πρατίνου;
α) Ναι, με τα χίλια.
β) Όχι, την προτιμώ άδεια.
γ) Γίνονται street party στην Πρατίνου;
3. Ποιος έμενε στο Παγκράτι;
α) Γιώργος Σεφέρης
β) Οδυσσέας Ελύτης
γ) Gio
4. Ποιος δρόμος ξεχωρίζει για την ενέργειά του που οφείλεται στις ελιές του;
α) Αρχελάου
β) Πρόκλου
γ) Ελιές στο Παγκράτι; Αποκλείεται!
5. Ποιος έχει τραγουδήσει για το Παγκράτι;
α) Φοίβος Δεληβοριάς
β) Κωστής Μαραβέγιας
γ) Καλομοίρα
Αποτελέσματα
Περισσότερα α:
ΒΕΡΟΣ/Α
Εσύ τώρα ή γεννήθηκες Παγκράτι ή ξημεροβραδιάζεσαι εκεί. Δεν εξηγείται αλλιώς…! Το Παγκράτι θα μπορούσε να είναι το δεύτερο όνομά σου. Σκέψου σοβαρά την πιθανότητα να γράψεις κάποια στιγμή ένα βιβλίο!
Περισσότερα β:
NEW ENTRY
Καλώς ήρθες! Κάτι σε τράβηξε εδώ και ελπίζουμε να σε κρατήσει. Για όλα υπάρχει η πρώτη φορά. Είσαι πολύ κοντά στο να αντιληφθείς την ατμόσφαιρα αλλά χρειάζεσαι ακόμα διάβασμα και πολλές βόλτες ενδιάμεσα – εννοείται στο Παγκράτι.
Περισσότερα γ:
TOURIST
Εντάξει, δεν είναι ότι χάνει και κάτι το Παγκράτι που δε σε βλέπει ούτε στον ύπνο του… Αλλά εσύ σίγουρα θα χάσεις αν συνεχίσεις να περνάς και να μην ακουμπάς. Τουρίστες έχει ήδη πολλούς η περιοχή, μη γίνεις ακόμη ένας.
Αν το Παγκράτι ήταν άνθρωπος
Γιώργος Λιάκος
Ξεκινάω από την κορυφή. Το κεφάλι του θα ήταν σίγουρα λευκού λαμπραντόρ, ο κορμός και τα χέρια με την ανθρώπινη μορφή που ξέρουμε, πόδια γατίσια γκρι με πατουσάκια μαύρα και ολοκληρώνεται με μια γκρίζα φουντωτή ουρά ως το κεφάλι που κουνιέται σε κάθε ζωντανή ύπαρξη. Ντύσιμο σύγχρονο, πολύχρωμο πάντα με πινελιές του παλιού αθηναϊκού στιλ. Ακούει Χατζιδάκι και Δεληβοριά. Τον λένε Μάιλο. Χαμογελάει συνέχεια μα είναι και ξινούλης και ως ελεύθερος επαγγελματίας μα και εισοδηματίας αναζητάει θέσεις πάρκινγκ και στήνει θεατρικές παραστάσεις.

Σελήνα Διαμαντοπούλου
Είναι 45 ετών και δουλεύει στη διαφήμιση. Στην πραγματικότητα θα ήθελε μόνο να γράφει. Κάνει ψυχοθεραπεία και έχει μια ελαφριά κατάθλιψη που πάει και έρχεται. Του αρέσει να πίνει κρασιά και ουίσκι έξω, ακόμα κι όταν έχει κρύο. Δεν έχει παιδιά αλλά έχει αγαπημένους ανθρώπους, υποστηρικτικό περιβάλλον, σχέσεις ζωής. Μιλάει με όλους τους καταστηματάρχες της γειτονιάς του – όταν έχει διάθεση. Δεν του αρέσει που ξυπνάει κουρασμένος κάθε πρωί από τις κόρνες αλλά του αρέσει η φασαρία της νυχτερινής ζωής. Δεν οδηγεί αλλά έχει αυτοκίνητο. Είναι αριστερός, ωστόσο ο αδερφός του παππού του ήταν ταγματασφαλίτης. Φοράει σκούρα χρώματα αλλά αυτό σκοπεύει να το αλλάξει.

Βασίλης Πατώνης
Αν το Παγκράτι ήταν άνθρωπος, θα ήταν ο Μανώλης από τον τρίτο. Γύρω στα πενήντα, με μάτια που γελάνε και πουκάμισα πάντα λίγο τσαλακωμένα. Θα καθόταν σε ένα παγκάκι στο Άλσος Παγκρατίου λίγο πριν νυχτώσει, να χαζεύει τα δέντρα σαν να τα ξέρει με το μικρό τους. Θα μιλούσε ήπια και θα σου θύμιζε πως η ομορφιά κρύβεται στα πράγματα που δεν φωνάζουν.

Βίκτωρας
Ο βασιλιάς των φασαίων. Χομπίστας. Ντύνεται με ρούχα που ανεβάζουν τα νοίκια 50€ το τετραγωνικό, σαν Βερολινέζος που δεν έχει πάει ποτέ στο Βερολίνο, ακούει έτσι new age μουσική και πάει σε run clubs δέκα η ώρα το πρωί για το story, πίνει matcha και τρώει σε γαστροκαφενεία που κοστολογούν 17€ το ψητό κουνουπίδι.
Από τις πόρτες που περνάς
Οι παλιές περιοχές της Αθήνας έχουν πόρτες-στολίδια. Είναι αυτές οι πόρτες που κοντοστέκεσαι και τις παρατηρείς. Είναι εκείνα τα χρόνια που τεχνίτες και αρχιτέκτονες ενδιαφέρονταν πραγματικά για αυτό που δημιουργούσαν και ήθελαν κάτι εκτός από χρήσιμο να είναι και όμορφο και να έχει και χαρακτήρα. Τότε που η λέξη «μεράκι» χρησιμοποιούταν στην ουσία της, και όχι για να περιγράψει το οτιδήποτε. Ευτυχώς κάποια τέτοια κομψοτεχνήματα έχουν μείνει ακόμα μέσα στις γειτονιές.



Πήγαινέ με στο Παγκράτι με ένα τραγούδι
Της Ηλέκτρας Τζώρτσου
Παγκράτι: μια λέξη που αν τη διαβάσεις μέσα από τους στίχους των τραγουδιών, λειτουργεί λιγότερο ως γεωγραφικός προσδιορισμός και περισσότερο ως συναισθηματικός τόπος. Από τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα μέχρι σήμερα, το Παγκράτι εμφανίζεται σε ουκ ολίγα τραγούδια. Μια περιπλάνηση στους στίχους αποκαλύπτει όχι μόνο πώς αλλάζει η ίδια η περιοχή, αλλά και πώς αλλάζει το βλέμμα με το οποίο την κοιτάμε.
Στα τέλη της δεκαετίας του ’20 και του ’30, το Παγκράτι προσωποποιείται. Δεν είναι τόπος, είναι γυναίκα. Η «Έμορφη Παγκρατιώτισσα» του 1928, σε στίχους Πάνου Τούντα, εντάσσεται πλήρως στη ρεμπέτικη και πρώιμη λαϊκή παράδοση: η αγαπημένη δηλώνεται μέσω της γειτονιάς και η γειτονιά δηλώνεται μέσω της καταγωγής της αγαπημένης. Στη «Γαλανομάτα στην Αθήνα» (1938) σε στίχους Παγιουμτζή, το Παγκράτι μπαίνει σχεδόν τεχνικά στην ομοιοκαταληξία, όπως συχνά συνέβαινε (Μια τσακιρομάτα, μια μικρή κι αφράτη/μ’ έχει μαραζώσει στο Παγκράτι): ένας τόπος που λειτουργεί ρυθμικά, αλλά και δηλωτικά ενός λαϊκού, ζωντανού προαστίου.
Στο τραγούδι του Γιάννη Κουλουκάκη, δεκαετία ’60 πλέον, το Παγκράτι εμφανίζεται πλάι στην Κυψέλη, στη Νέα Σμύρνη, στο Μοσχάτο και εντάσσεται πιο καθαρά στον χάρτη της Αθήνας. Εδώ δεν μας ενδιαφέρει όμως το Παγκράτι αυτό καθαυτό, αλλά ως ένα σημείο αναζήτησης, περιπλάνησης μες στην πόλη, μιας πόλης που τη «φέρνει άνω κάτω» ο στιχουργός για να βρει την αγαπημένη του. Το Παγκράτι είναι ένας από τους σταθμούς της αστικής ερωτικής αγωνίας, αλλά όχι το κέντρο της.
Το 1970, στο «Φιλντισένιο καραβάκι» του Γκάτσου, το Παγκράτι αποκτά μια σχεδόν ιδανική, νοσταλγική χροιά. Οι «δρόμοι του γεμάτοι με χαρούμενες φωνές την Κυριακή» τοποθετούν τη γειτονιά ως αντίβαρο στον «μεγάλο κόσμο», στην Ευρώπη και στην Αμερική· γίνεται πατρίδα της καθημερινής ευτυχίας, της απλής ζωής, κόντρα στην ξενομανία, στα αποτελέσματα της μετανάστευσης των προηγούμενων δεκαετιών τα οποία ήταν πλέον ορατά, κ.λπ.
Λίγα χρόνια μετά, ο Ζαμπέτας, με το «Άντε να σαλτάρω» και μέσα από τους στίχους του Φώντα Φιλέρη, επιστρέφει στο Παγκράτι της Κατοχής. Εκεί αφήνονται «στα χρόνια τα κατοχικά» «τα γράμματα αμανάτι» σ’ ένα θρανίο. Το Παγκράτι γίνεται τόπος μνήμης, τραύματος, παιδικής ηλικίας που διακόπηκε. Ένας κόμπος μέσα στην κατοχική Αθήνα, απόλυτα βιωμένος.
Η δεκαετία του ’80 φέρνει μια απότομη μετατόπιση. Ο Βλάσης Μπονάτσος, στο «Μετανάστης στο Παγκράτι», παρουσιάζει μια γειτονιά της μικροαστικής επιτυχίας: ρετιρέ, BMW, βίντεο, εξοχικό. Όμως κάτω από την επιφάνεια υπάρχει φόβος, όπλο στην τσέπη, αποξένωση (μένω στο Παγκράτι κι απόψε που πονώ/κάλεσα τους φίλους μου να δούμε ένα πορνό). Το Παγκράτι εδώ δεν είναι ρομαντικό ούτε νοσταλγικό· είναι το σκηνικό μιας ζωής που τα έχει όλα και δεν έχει τίποτα.
Τη δεκαετία του ’90 που η Αθήνα (και η Ελλάδα) αρχίζει να αλλάζει ξανά, το Παγκράτι αρχίζει να γίνεται χώρος απώλειας και ανάμνησης. Ο Μιχάλης Γκανάς γράφει για μια νύχτα που «χαθήκαμε στο Παγκράτι», και η γειτονιά μετατρέπεται σε τόπο ονείρων, σε κάτι που δεν κατοικείται όπως πρώτα, και γίνεται ο τρόπος για να μιληθεί με ποιητικό τρόπο η αλλαγή, το χάσιμο, μια μεταβολή για την οποία όμως αφήνεται μία χαραμάδα αισιοδοξίας αφού «χρώμα δεν αλλάζουνε τα μάτια». Πρόκειται φυσικά για το ομώνυμο τραγούδι, το οποίο έγινε γνωστό ως soundtrack της σειράς «Λόγω Τιμής».
Στις αρχές του 21ου αιώνα ο Ορφέας Περίδης, στο «Παλιοπαγκράτι» του, μιλά ανοιχτά για έναν τόπο που έχει αλλάξει, σχεδόν φθαρεί. Το Παγκράτι γίνεται σύμβολο της παλιάς ζωής, αυτής που δεν πραγματοποιήθηκε, μέσα από κάποιο ερωτικό απωθημένο.
Στα πιο πρόσφατα τραγούδια (από το 2020 και μετά), η γειτονιά ζει ξανά, αλλά αλλιώς. Στους The Callas και στη Μαρίνα Σπανού, είναι νύχτα, μπαρ, κρεβάτι, σώματα. Ένα Παγκράτι εσωτερικό, σχεδόν κλειστό, που χωράει μόνο τους δύο. Στο «Τι τρέχει στο Παγκράτι» του Δημήτρη Μυστακίδη, η γειτονιά αντιμετωπίζεται με εμφανή ειρωνεία και αυτοσαρκασμό. Είναι ένας τόπος υπερδιέγερσης, μικρών καθημερινών κρίσεων και «ευεξίας», όπου η «χαρά» σχεδόν προκαλεί άγχος. Η αναφορά στη γιόγκα, στην ψυχοθεραπεία, στην πλατεία, λειτουργεί σαν σχόλιο πάνω σε ένα Παγκράτι –και κατ’ επέκταση μια πόλη– της εποχής μας: ζωντανό, φορτωμένο, κάπως αυτάρεσκο, που μοιάζει να ψάχνει διαρκώς τρόπους να ισορροπήσει τον ίδιο του τον θόρυβο. Αντίθετα, ο Φοίβος Δεληβοριάς, δεν έχει καμία διάθεση να ειρωνευτεί (μέσα από) το Παγκράτι. Στους στίχους «κάποιος έφτιαξε στη γη το Παγκράτι / και δεν έκλεισα μάτι από ’κείνη τη μέρα εγώ», η γειτονιά δεν είναι κοινωνικό φαινόμενο αλλά υπαρξιακό γεγονός. Δεν προκαλεί σχόλιο, αλλά αναστάτωση. Είναι ένας τόπος που ταυτίζεται με τον έρωτα, τη μνήμη και την αϋπνία, ένας τόπος-πληγή που κατονομάζεται ευθέως. Το Παγκράτι εδώ μοιάζει σχεδόν μυθικό: κάτι που «φτιάχτηκε» και από τότε άλλαξε οριστικά την εσωτερική ισορροπία του αφηγητή.
Υπάρχει κάτι που ενώνει όλα αυτά τα Παγκράτια; Ποιος ξέρει! Το σίγουρο πάντως είναι ότι η μελωδία είναι αυτή που θα πει την τελευταία λέξη.
Λίγο Παγκράτι ακόμα
Της Γεωργίας Δρακάκη
Στο πρώτο Νεκροταφείο Αθηνών της οδού Αναπαύσεως, το οποίο έχει ως κοιµητήριο ιστορική και αισθητική αξία, αναπαύονται πολλοί επώνυµοι Έλληνες. Κολοκοτρώνης, Μερκούρη, Μητροπάνος, Σλήµαν… Όλοι και όλες απέναντι στον θάνατο είµαστε ίσοι. Στο νεκροταφείο φιλοξενούνται ταφικά µνηµεία σχεδιασµένα από διάσηµους γλύπτες, βλέπε Γ. Χαλεπά, ∆. Φιλιππότη, Κ. Ξενάκη και άλλους. Η περίφημη Κοιμωμένη του Χαλεπά βρίσκεται εκεί.

Στο οικοδοµικό τετράγωνο που σχηµατίζουν οι οδοί Σπ. Μερκούρη, Στράβωνος, Πρατίνου και ∆ουρίδος βρίσκεται το ξακουστό 7ο Γυµνάσιο Παγκρατίου. Θεµελιώθηκε το 1931 επί Βενιζέλου και µε υπουργό τον Γεώργιο Παπανδρέου. Στην Κατοχή, οι Ιταλοί το επέταξαν και το µετέτρεψαν σε στρατιωτικό νοσοκοµείο.
Το πρώτο καφέ σαντάν της Αθήνας άνοιξε στο Παγκράτι το 1871, στις όχθες του Ιλισού ποταµού. Σε αυτό, τραγουδίστριες Ευρωπαίες, κυρίως Γαλλίδες τραγουδούσαν, χόρευαν και παρουσίαζαν σύντοµα θεατρικά σκετς µε τρόπο σατιρικό και ερωτικό. Οι πελάτες ήταν κυρίως άντρες, βεβαίως από τη µεσαία και αστική τάξη.
Το θρυλικό σπίτι του Γιώργου Σεφέρη ολοκληρώθηκε γύρω στο 1961 από τον αρχιτέκτονα Παναγή Μανουηλίδη. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του, ο ποιητής τα πέρασε εκεί µαζί µε τη γυναίκα του, Μάρω.
O Αθηναιογράφος Θωµάς Σιταράς έγραψε για το Παγκράτι των αρχών του 20ού αιώνα: «Όσο όµως προχωρούµε βλέπουµε όχι πεια σπίτια, µα παλάτια ολόκληρα, µαγαζιά πολυτελείας και ό, τι θέλεις. Μια νέα πόλις. Εις το τέρµα του τραµ µπύρες και ρεστωράν πολυτελέστατα, βαφεία και ό, τι µπορείς να φαντασθής.»
Ένα από τα πρώτα µπαράκια σαν αυτά που είναι διαδεδοµένα σήµερα στην αθηναϊκή διασκέδαση ήταν το Bright Shoe δίπλα στο Παναθηναϊκό Στάδιο, στην Ερατοσθένους. Ψηλοτάβανο και κυρίως για ορθίους µάζευε τα rock παιδιά των 80s…
Στον διάσηµο Λέντζο στην Υµηττού όλοι οι νεαροί Αθηναίοι πρωτοήπιαν τον φραπέ τους και τον απολάµβαναν µε τις ώρες. Το µαγαζί άνοιξε το 1971 και ο ιδιοκτήτης Χρήστος Λέντζος κρατούσε για πολλά χρόνια καλά σφραγισµένο το µυστικό της συνταγής για τον τέλειο, κρεµώδη καφέ.









































































































Γιώργος Λιάκος




























