Τι πιο ωραίο από το να έχεις μία ιδέα και να τη βλέπεις να υλοποιείται αβίαστα και όμορφα.
Και αυτό χάρη σε συνεργάτες και φίλους που γουστάρουν και απογειώνουν. Ευχαριστώ θερμά τον αεικίνητο Λέανδρο Σλάβη, την Αντούλα – ήρεμη δύναμη, τη νέα γνωριμία Κατερίνα Σπανούδη, τον αγαπημένο μου καυστικό Γκανιάν (aka Βασίλη Κιμούλη), το ριζοσπάστη Ουμπέρτο Ντάβολι, την τετραπέρατη Κάτια Μαγγιώρου, το συντροφάκι μου Θανάση Αναγνωστόπουλο, τον αλλόκοτο Θανάση Βέμπο και τους δύο μαθητές του Μικρού Πολυτεχνείου Νάνσυ Μπακού και Δημήτρη Δεριζιώτη που έγραψαν πριν λίγο καιρό σε ένα σεμινάριο του Θράσου Καμινάκη μικρά διηγήματα με ακριβώς αυτό το θέμα – αγαπημένε Θράσο το σύμπαν συνωμοτεί! Το Κυβερνείο και εγώ προσωπικά σας ευχόμαστε
ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΟ
το 2066!
Χρύσανθος Ξάνθης
Cancel τα πάντα
<!Θανάσης Αναγνωστόπουλος html> <ναμπερ. 11111111111>
<ΗΛΙΚΙΑ> 88</p> <φρονήματα Αντικαθεστωτικά> μοναδες -6.374?_
</ΔΙΑΜΟΝΗ 58.2034, -23.1148> <ΕΡΓΑΣΙΑ ERROR>

Κάθομαι στο αεροδρόμιο στη Βουδαπέστη και περιμένω την πτήση μου για Αθήνα. Πίνω ένα ρόφημα, ας το πούμε καφέ, καθώς εδώ και λίγα χρόνια θεωρήθηκε στοιχείο διαφοροποίησης οπότε είναι μείγμα διαφορετικών καφέδων και τσαγιού με λίγη ζάχαρη και ποικιλία από φυτικά γάλατα. Το οργανικό γάλα έχει ήδη καταργηθεί από το 2030. Είμαι 88 χρόνων και έχω ταξιδέψει παντού. Το 2040 έγιναν τα ταξίδια υποχρεωτικά για όλους. Ταξιδεύεις χωρίς να χρειάζεται κάτι το ιδιαίτερο. Δεν έχουμε ταυτότητες, δεν χρειάζονται χρήματα, κανείς δεν εργάζεται, πάμε όπου θέλουμε, καταναλώνουμε ό,τι θέλουμε, μένουμε όπου θέλουμε. Τα πάντα τα λειτουργεί το ΑΙ. Άλλωστε, έχουν γκρεμιστεί τα πάντα. Όλα τα κτίρια είναι ίδια, τα φαγητά είναι ίδια, από ποτά μόνο νερό και τα χρήματα έχουν καταργηθεί. Κανένα σημάδι διαφοροποίησης.
Όλα ξεκίνησαν το 2026. Οι παγκόσμιες ελίτ, τα κοινωνικά κινήματα, οι οργανώσεις για τα δικαιώματα κάθε είδους, αποφάσισαν ότι απαγορεύεται η διαφοροποίηση οποιουδήποτε είδους και σκοπού και ότι μέσα στα επόμενα χρόνια θα περνούσαν μία σειρά από αλλαγές που θα εξυπηρετούσαν αυτό το σχέδιο. Ο ορίζοντας ήταν το 2056 και η καμπάνια ονομάστηκε «Cancel τα πάντα», αλλά η εφαρμογή της έχει χρειαστεί λίγο περισσότερο. Επειδή σε όλο τον πλανήτη υπήρχαν κάποιοι που δεν καταλάβαιναν το μεγαλείο του σχεδίου και αντιστάθηκαν ανούσια κατά την άποψή μου, καθώς όπως έλεγε και ένας φίλος μου: «Η κατάσταση ήταν σαν τα πέντε δάχτυλα του ποδιού τους… δεν ήταν στο χέρι τους». Προς το παρόν έχουμε όλα τα δάχτυλά μας, αν και έχει ανοίξει μία συζήτηση, καθώς υπάρχουν άνθρωποι με λιγότερα δάχτυλα. Παρατηρώ το χρώμα μου και βλέπω ότι μόλις γυρίσω, έπειτα από λίγες μέρες, θα πρέπει να πάω για το καθιερωμένο βάψιμο. Πριν εφτά χρόνια αποφασίστηκε ότι το χρώμα του δέρματος των ανθρώπων είναι στοιχείο σοβαρής διαφοροποίησης και από τότε έχει επιλεχθεί ένα δερματί χρώμα που αναμειγνύει όλες τις γνωστές αποχρώσεις του δέρματος και βγάζει το μέσο όρο. Μία φορά το μήνα περίπου, πρέπει να μπαίνουμε σε κάποια ειδικά μηχανήματα που μας ψεκάζουν με αυτό. Κρατάει περίπου ένα μήνα και κάτι το χρώμα, αλλά προς το παρόν το ελέγχουμε μόνοι μας και δεν υπάρχουν συγκεκριμένες κυρώσεις για μία μέρα πάνω ή κάτω. Ίσως και αυτό να γίνει πιο συγκεκριμένο τα επόμενα χρόνια και να μην χρειάζεται να το ελέγχουμε μόνοι μας κάθε τόσο.
Όσο περιμένω να έρθει η ώρα για να φύγω παίζει κάτι στις οθόνες αλλά δεν μπορώ να το παρακολουθήσω. Το έχω δει άλλωστε αμέτρητες φορές. Δεν είναι ακριβώς ταινία, ίσως περισσότερο κάτι σαν κήρυγμα αυτού που υπάρχει. Όλα τα βιβλία, οι ταινίες και η μουσική έχουν απαγορευτεί από το 2031, καθώς εκεί η διαφοροποίηση και τα λάθος μηνύματα ήταν άπειρα. Κάτι τέτοιο δεν μπορούσε να παραμείνει ανεκτό, οπότε καταργήθηκαν όλα. Παρ’ όλα αυτά, το μυαλό μου βασανίζει ένα βίντεο που –λόγω ηλικίας– είχα δει το 2025 σε κάποιο μέσο κοινωνικής δικτύωσης. Ο τίτλος ήταν «best comedy of the UK» και αφορούσε τον αρχηγό της βρετανικής αστυνομίας. Προσπαθώντας να ευχαριστήσει κάποιους σε μία δημόσια τοποθέτηση, πρόσβαλε κάποιες άλλες κοινωνικές και φυλετικές ομάδες — τους Κινέζους, τους τυφλούς, τους φιλόζωους και ούτω καθεξής. Το αποτέλεσμα ήταν κάθε φορά που ζητούσε συγγνώμη από κάποιους, κάποιοι άλλοι να προσβάλλονται. Στο τέλος σκέφτηκε και πρόσβαλε τον εαυτό του, ώστε να απολογηθεί και στον ίδιο και να τελειώσει αυτό το γαϊτανάκι της συγγνώμης. Την ώρα που ζήταγε συγγνώμη από το εαυτό του, κάποιο λάθος έκανε και ξεκίνησε ξανά από την αρχή. Δεν ξέρω γιατί, αλλά τόσα χρόνια μετά μου φαίνεται ακόμα αστείο. Δεν μπορώ όμως να το μοιραστώ με κανέναν, καθώς κανείς δεν μιλάει πια. Είναι και οι γλώσσες στοιχείο διαφοροποίησης. Συζητείται αυτή τη στιγμή η οριστική κατάργησή τους.
Αλέ-ρετούρ
<!Λέανδρος Σλάβης html> <ναμπερ. 54879621>
<ΗΛΙΚΙΑ> 116</p> <φρονήματα Επικίνδυνα> μοναδες 91120?_
</ΔΙΑΜΟΝΗ 12.4837, -45.2291> <ΕΡΓΑΣΙΑ -33.9124, 151.2749>

Γενάρης 2016
O κύριος Μ. βγήκε με αργά βήματα από το ιατρείο. Ο γιατρός του τον κουράριζε χρόνια και δεν είχε μασήσει τα λόγια του. Μπορεί παρά την κοιλίτσα του –ε, είχε τα χρονάκια του– να έδειχνε κοτσονάτος και τίποτε στην εξωτερική του εμφάνισή να μην πρόδιδε την κατάστασή του, αλλά το σαράκι τον έτρωγε. Η ασθένειά του ήταν ανίατη, του είχε πει. Η ιατρική είχε κάνει σημαντικές προόδους για την καταπολέμησή της, αλλά η θεραπεία της δεν θα ήταν εφικτή προτού περάσουν κάποιες δεκαετίες. Πόσες; Δυο με τρεις, αλλά αυτό δεν τον παρηγορούσε γιατί εκείνου δεν του έμεναν παρά λίγα χρόνια, ίσως μήνες, ωσότου αναγκαστεί να αποχαιρετίσει εξαιτίας της αυτόν τον «μάταιο», όπως τον λένε, κόσμο.
«Είναι πολύ νωρίς. Θα μπορούσα να ζήσω ακόμα καμιά δεκαπενταριά χρόνια», σκέφτηκε με τα λόγια του ασκληπιάδη του στο μυαλό του. Για μέρες τον βασάνιζαν. Στο τέλος το πήρε απόφαση. Είχε διαβάσει πως στο America, κάποιοι λεφτάδες που βλέπουν το τέλος να επέρχεται αλλά αρνούνται να το βάλουν κάτω καταφεύγουν στην κρυογονική. Δηλαδή την κατάψυξη του σώματός των ωσότου βρεθεί θεραπεία για την αρρώστια τους.
Θα το επιχειρούσε, λοιπόν, και ο ίδιος. Ωστόσο η απόφαση του φάνηκε πιο εύκολη από την εκτέλεση. Γιατί ούτε είχε την όρεξη να ταξιδέψει ως την άλλη μεριά του Ατλαντικού ούτε ήξερε αν θα μπορούσε να το κάνει στη χώρα του. Είχε την εντύπωση πως είτε απαγορευόταν είτε δεν υπήρχαν τα σχετικά μέσα. Σκέφτηκε, όμως, πως όλα γίνονται σ’ αυτόν τον τόπο αρκεί να βρεις την κατάλληλη άκρη. Και την αναζήτησε. Δεν άργησε και πολύ. Έμαθε πως σε κάποια απόμερη γειτονιά των βορείων προαστίων λειτουργεί μια μονάδα κρυογονικής με προκάλυμμα ένα «Ινστιτούτο Ψυχρών Θεραπειών».
Αφού φρόντισε να σιγουρευτεί για την αξιοπιστία της, καθώς φοβόταν μην και πέσει σε τίποτε απατεώνες, αριβάρισε μιαν ωραίαν πρωίαν στην αίθουσα αναμονής του Ινστιτούτου. Ήταν μόνος. Στην αρχή οι δυο κοπέλες της υποδοχής προσπάθησαν να τον ψαρέψουν μπας και είχε έρθει από κάποια υπηρεσία που θα ’θελε να ξεσκεπάσει την κρυφή μπίζνα. Βλέπετε ο φόβος φυλάει τα έρμα. Όταν, όμως, ξεφούρνισε το συνθηματικό «……» που του είχε σφυρίξει ο πληροφοριοδότης του, πείθοντάς τες έτσι ότι δεν κινδυνεύουν και ότι ήταν εγγυημένη η εχεμύθειά του, αποφάσισαν να του δώσουν τις απαραίτητες πληροφορίες για το εγχείρημα. Όπως το κόστος, που δεν τον ενδιέφερε και πολύ. Περισσότερο τον απασχολούσε το πότε θα γινόταν η απόψυξή του. Έμαθε ότι είχε την ευχέρεια να επιλέξει τη διάρκεια της κατάψυξής του. Επέλεξε τα πενήντα χρόνια. Έ, ως τότε θα είχε βρεθεί η πολυπόθητη θεραπεία.
Κανόνισε τις λεπτομέρειες και επανήλθε μετά από ένα τριήμερο για να προλάβει να προετοιμάσει τα πάντα. Στα παιδιά του δεν θα ανακοίνωνε τίποτε. Μεγάλα ήταν πια, είχαν τη δική τους οικογένεια σε χώρες της Ευρώπης όπου είχαν βρεθεί στο πλαίσιο του brain drain που είχε πλήξει τη χώρα και δεν είχαν πολλά πάρε-δώσε πια. Επιπλέον, τους είχε μεταβιβάσει ως γονική δωρεά το μεγαλύτερο μέρος της περιουσίας του όταν είχε χηρέψει. Όταν θα τον αναζητούσαν μάταια, το πολύ πολύ να ανέβαζαν κάποια ανακοίνωση του τύπου «silver alert». Δεν θα είχαν τύχη. Αυτό που τον ενδιέφερε κυρίως ήταν να τοποθετήσει όλες τις οικονομίες του σε ένα επενδυτικό πρόγραμμα 50ετίας για να έχει με τι να ξεκινήσει τη νέα του ζωή το 2066. Μπήκε με αποφασιστικά βήματα, χωρίς να ταλαντευτεί ούτε μια στιγμή, στο θάλαμο και αφέθηκε στα χέρια των «ψυκτικών».
Γενάρης 2066
Τα μάτια του κύριου Μ. άνοιξαν λίγο μα ξανάκλεισαν αμέσως. Αυτό επαναλήφθηκε αρκετές φορές, ώσπου να κατορθώσει να τα κρατήσει ανοιχτά. Μετά από έναν ύπνο πενήντα χρόνων δεν ήταν εύκολο. Τον τύφλωνε και το έντονο ψυχρό λευκό φως του θαλάμου. Αναρωτήθηκε πού βρισκόταν. Αλλά δεν χρειάστηκε. Από ένα μεγάφωνο μία άχρωμη δυνατή αντρική φωνή του θύμισε την απόφασή του και του επισήμανε ότι είχε ήδη περάσει η περίοδος κατάψυξής του και είχε έρθει η ώρα να ξεκινήσει τη νέα του ζωή. Τον προειδοποίησε, όμως, πως για την ώρα θα έπρεπε να παραμείνει κλινήρης γιατί η πολύχρονη ακινησία είχε εξασθενήσει πλήρως τους μύες του· «μυϊκή ατροφία» του είπε. Μία ομάδα φυσικοθεραπευτών θα φρόντιζε να του κάνει τις απαραίτητες ασκήσεις ωσότου βρει τη φόρμα του, αφού όμως ανακτήσει λίγο τις δυνάμεις του. Ως τότε θα τρεφόταν με ορούς, ενώ μια νεαρή, μια «personal compagnon» όπως την αποκάλεσε, θα τον επισκεπτόταν λίγες ώρες κάθε μέρα για συντροφιά.
Ακολούθησε σιωπή. Ο κύριος Μ. ακίνητος παρατήρησε το δωμάτιο όπου τον είχαν μεταφέρει. Κάτασπρο, πεντακάθαρο, αποστειρωμένο και απομονωμένο έδινε την εντύπωση νεκρικού θαλάμου πολυτελείας. Περιφέροντας το βλέμμα του όσο τον έπαιρνε, είδε έναν καθρέφτη στο ταβάνι, στον οποίο δεν καθρεφτιζόταν παρά ένα μέρος του. Είχε αδυνατίσει αρκετά, κάτι που θα τον χαροποιούσε παλιότερα. Ήταν ωχρός, με κάπως πιο γκρίζα μαλλιά, διασωληνωμένος και δεμένος χειροπόδαρα για να μην κάνει καμιά αχρείαστη και επικίνδυνη κίνηση.
Θα είχαν περάσει κάποιες ώρες, όταν δέχτηκε την πρώτη επίσκεψη της λαλίστατης personal compagnon του. Του συστήθηκε ως «Φ.», του αφηγήθηκε με λεπτομέρειες το τι του είχε συμβεί όσο βρισκόταν σε κατάσταση κατάψυξης και, στη συνέχεια, άρχισαν να συζητάνε περί ανέμων και υδάτων με έμφαση σε θέματα της περιόδου πριν το 2016. Οι επισκέψεις της συνεχίστηκαν πιο συχνά τις επόμενες ημέρες, όπως διαπίστωνε ο Μ. από το ρολόι-ημερολόγιο στην απέναντι πλευρά του τοίχου. Νεαρή, την έκανε γύρω στα είκοσι πέντε, καλοφτιαγμένη με απλό όμορφο πρόσωπο χωρίς μακιγιάζ, θα μπορούσε να την ερωτευτεί, αν την είχε συναντήσει σε νεαρή ηλικία. Με την πάροδο των ημερών, ωστόσο, ο Μ. διαπίστωσε ορισμένα χαρακτηριστικά της. Οι εκφράσεις του προσώπου της ήταν κάπως τυποποιημένες, οι κινήσεις της σταθερές και, το κυριότερο, τα μάτια της δεν ανοιγόκλειναν καθόλου, κάτι αφύσικο για ένα άτομο. Δεν άργησε να καταλάβει πως δεν ήταν παρά ένα ανθρωπόμορφο ρομπότ, προγραμματισμένο για τη δουλειά του, το οποίο το είχαν τροφοδοτήσει με όλες τις απαραίτητες πληροφορίες για το ιστορικό του. Από εκείνη τη στιγμή άρχισε να γίνεται πιο φειδωλός στην εξωτερίκευση των σκέψεών του.
Άλλωστε, είχε φτάσει η ώρα να ξεκινήσει τη σωματική «ανάνηψή» του. Η Φ. του αφαίρεσε τα σωληνάκια και τον ενημέρωσε ότι πλέον θα μπορούσε να κάνει κάποιες όχι απότομες κινήσεις από ύπτια θέση στο κρεβάτι του. Θα άρχιζε, δε, και να τρώει κανονικά. Τον προσγείωσε, ωστόσο, ως προς τα γεύματά του! Τέρμα αυτά που ήξερε. Εδώ και κάποια χρόνια ο κόσμος τρέφεται ανά τετράωρο με χάπια που περιέχουν όλα τα αναγκαία συστατικά μιας υγιεινής διατροφής και πίνει αποκλειστικά ειδικά δυναμωτικά υγρά. Νερό με μέτρο. Έτσι έχει καταπολεμηθεί και η άλλοτε ενδημική στη χώρα παχυσαρκία, καθώς και η πείνα των πιο φτωχών ανθρώπων παγκοσμίως. Στον έξω κόσμο θα μπορούσε για την τροφή του να επισκέπτεται τα νέα εστιατόρια, «χαποφαγεία» τα έλεγαν περιπαικτικά, όπου θα μπορούσε να διαλέγει ανάμεσα από εκατοντάδες γεύσεις τα χάπια που θα του άρεσαν. Απογοητεύτηκε.
Οι φυσικοθεραπευτές ήταν ευγενέστατοι και αποτελεσματικοί, αλλά λιγομίλητοι. Άλλωστε, μόνο ο επικεφαλής τους ήταν άνθρωπος-άνθρωπος. Μετά από κάμποσες μέρες ήταν έτοιμος. Αποχαιρέτησε συγκινημένος τη Φ. ενώ η απρόσωπη φωνή τού έδινε τις τελευταίες οδηγίες. Στην έξοδο τον προμήθευσαν με μία κάρτα για τα πρώτα του έξοδα και με σύγχρονο ρουχισμό. Ο παλιομοδίτικος δικός του θα βρισκόταν στη διάθεσή του σε έναν φοριαμό με κωδικό την ημερομηνία κατάψυξής του!
Με το που βγήκε έξω κοντοστάθηκε. Οι αλλαγές ήταν φανερές ακόμα και σε αυτό το απομακρυσμένο σημείο. Από μακριά έβλεπε στον κεντρικό δρόμο να κυκλοφορεί ένα υπερυψωμένο monorail, ενώ στο βάθος, στο κέντρο της πόλης και ακόμα παραπέρα, υψώνονταν εντυπωσιακοί ουρανοξύστες. Κατευθύνθηκε στον πλησιέστερο σταθμό για να πάει στην τράπεζα να δει τι είχε γίνει με τον επενδυτικό λογαριασμό του. Θα του ήταν πολύ χρήσιμος για τη διαβίωσή του. Και για τη θεραπεία του, σκέφτηκε, ευελπιστώντας πως θα την είχαν τελειοποιήσει. Είδε κι έπαθε για να βρει κατάστημα του χρηματοπιστωτικού ιδρύματος, όπως λέγονταν πλέον οι τράπεζες, όπου τηρούσαν το λογαριασμό του — ο οποίος είχε αυγατίσει σημαντικά παρά τα σκαμπανεβάσματα τόσων δεκαετιών. Ενθουσιάστηκε. Μετά έψαξε και βρήκε θεραπευτήριο για την ασθένειά του. Τον διαβεβαίωσαν ότι η θεραπεία που είχε ανάγκη ήταν πια παιχνιδάκι για αυτούς, αλλά θα έπρεπε πρώτα να περιμένει να δυναμώσει λίγο ακόμα και να μην παρεκκλίνει από την υγιεινή διατροφή. Δεν είχε πρόβλημα. Έτσι νόμιζε τουλάχιστον!
Στο μεταξύ, άρχισε να τον κόβει λόρδα. Σταμάτησε έξω από ένα χαποφαγείο να μελετήσει το μενού του. Ροζ χάπια με γεύση σολωμού ή πράσινα με γεύση σπαραγγιού για ξεκίνημα. Για κύριο πιάτο καφέ με γεύση φακής ή κόκκινα με γεύση μοσχαρίσιας μπριζόλας ή μπλε με γεύση συναγρίδας ή… Δεν είχε προλάβει να διαβάσει όλη τη στήλη, όταν τον πλησίασε ένας σκοτεινός τύπος και του ψιθύρισε στο αυτί: «Αν θες, ξέρω ένα μέρος με όλα τα καλά· από πιτόγυρο μέχρι γιδόσουπα». «Δεν αλλάζει αυτός ο τόπος», σκέφτηκε, αλλά υπέκυψε στο δέλεαρ. Ο τύπος τον οδήγησε προσεκτικά σε ένα mini market, στο βάθος του οποίου μια σχεδόν αφανής είσοδος έβγαζε σε μια αίθουσα μαγειρείου. Την έβγαλε με μια χωριάτικη, μια μερίδα παστίτσιο και μια τουλούμπα! Με τύψεις, βέβαια, για την παρασπονδία του.
Χορτάτος πλέον, κατευθύνθηκε σε ένα ξενοδοχείο για διανυκτέρευση. Με χίλια ζόρια κατόρθωσε να βάλει μπρος την τηλεόραση με τα εξακόσια κανάλια, αλλά δεν βρήκε κάτι της προκοπής ή του γούστου του. Και δεν τον έπαιρνε εύκολα ο ύπνος. Γλάρωσε περασμένα μεσάνυχτα.
Την επομένη πήρε την υπερταχεία των 600 χλμ την ώρα για να επισκεφτεί τις οικογένειες των παιδιών του. Με μεγάλη δυσκολία εντόπισε τις νέες τους διευθύνσεις. Πήγε στον πρώτο και παραμόνευε να βγουν έξω. Όντως, μετά από λίγο βγήκαν. Ο γιός του και η νύφη του, γερασμένοι περισσότερο από τον ίδιο, δεν φάνηκε να τον αναγνωρίζουν. Απέφυγε να τους συστηθεί. Προτίμησε να πάει στης κόρης του. Αλλά και αυτή, μόνη καθώς είχε χηρέψει, τον αγνόησε πλήρως. Δεν έψαξε για τα εγγόνια του. Αυτά μετά βίας τον είχαν γνωρίσει πολύ μικρά. Τώρα δε θα θυμόνταν καν την ύπαρξή του. Άδικος κόπος να προσπαθήσει να επανασυνδεθεί με την οικογένεια. Στεναχωρημένος πήρε το τρένο της επιστροφής.
Αφού ξαπόστασε λίγο στο ξενοδοχείο του, αποφάσισε να εξερευνήσει την πόλη στην οποία έμελλε να ζήσει. Πολλές γειτονιές είχαν αλλάξει πατόκορφα. Άλλες διατηρούσαν ακόμα κάτι από την παλιά τους μορφή. Όταν κουράστηκε από το περπάτημα, θέλησε να καθίσει κάπου. Αλλά που; Έψαξε για κανένα καφενείο ή καμιά καφετέρια ή, έστω, για ένα μπαρ. Ούτε για δείγμα. Είχαν αντικατασταθεί από «αφεψηματοποτεία», που σέρβιραν υγρά με συγκεκριμένες γεύσεις και ιδιότητες. Κάθισε σε ένα τραπεζάκι και παρήγγειλε ένα (τρόπος του λέγειν) αφέψημα με γεύση φασκόμηλου. Μετά βίας πινόταν. Από τη θέση του, ωστόσο, είχε τουλάχιστον την ευκαιρία να ακούει τις συνομιλίες των διπλανών του. Σύντομα, όμως, διαπίστωσε πως αγνοούσε σχεδόν απόλυτα τα θέματα των συζητήσεων. Χώρια που πολλές φορές δεν καταλάβαινε τα λόγια τους. Νέα γραμματικά γένη είχαν παρεισφρήσει στη γλώσσα. Κυριαρχούσαν ρήματα σε «-άρω». «Άρον άρον σταύρωσον εμαυτόν!» σκέφτηκε με ένα πικρό χαμόγελο. «Αν τους μιλήσω απρόσκλητος, θα νομίζουν ότι το έσκασα από το Δρομοκαΐτειο».
Φεύγοντας από εκεί αποφάσισε να μπει σε μία χαρτοπαικτική λέσχη για να περάσει την ώρα του. Στην προηγούμενη ζωή του δεν είχε πατήσει το πόδι του σε αυτές, αλλά θα το επιχειρούσε, αφού ήταν από τα λίγα πράγματα που είχαν επιβιώσει, απαλλαγμένες, ωστόσο, από την μπόχα και το ντουμάνι των τσιγάρων. Ας έπαιζε λίγο, λοιπόν, και ας έχανε! Κάθισε στην πρώτη ελεύθερη καρέκλα που βρήκε και περίμενε να μοιράσει χαρτιά η «μάνα», ένα ανθρωποειδές ρομπότ με εξωτερικά χαρακτηριστικά όμορφης σαραντάρας. Οποία έκπληξη! Αυτή, αντί να πάρει μια τράπουλα στο χέρι, πάτησε ένα κουμπί και μπροστά σε κάθε θαμώνα αναδύθηκε από την πράσινη τσόχα μία οθόνη, όπου εμφανίστηκαν τα χαρτιά του παίκτη, και ένα μικρό πληκτρολόγιο για να παίζει. Περιέργως, μετά από μερικές παρτίδες βγήκε κερδισμένος.
Η ρέντα του, ωστόσο, δεν απέτρεψε ένα αίσθημα θλίψης. Αισθανόταν ξένος στον τόπο του, απομονωμένος, ανίκανος να προσαρμοστεί στο νέο του περιβάλλον. Οι επόμενες ημέρες τού ενίσχυσαν αυτό το αίσθημα. Είπε να αγοράσει καμιά εφημερίδα για να μαθαίνει το τι γίνεται στον κόσμο, αλλά γρήγορα αντιλήφθηκε ότι αυτό το αντικείμενο ήταν πλέον μουσειακό είδος, όπως οι πάπυροι με τα ιερογλυφικά. Μοναδική πηγή ενημέρωσης ήταν κάτι τάμπλετ με άγνωστες σ’ αυτόν εντολές επαφής. Βιβλία δεν βρήκε παρά μόνο σε κάτι μαγαζιά με αντίκες του 20ού αιώνα. Ακόμα και τα καταστήματα ρουχισμού είχαν εξαφανιστεί. Έμπαινες σε ένα δωμάτιο, δοκίμαζες δείγματα για να εντοπίσεις το νούμερό σου και ύστερα διάλεγες από έναν ηλεκτρονικό κατάλογο αυτό που σου άρεσε για να σου το φέρουν μετά από λίγες ώρες. Ο κόσμος ήταν γενικά επιφυλακτικός και δεν ξανοιγόταν σε αγνώστους.
Ασφυκτιούσε «έρημος, βαρύς και μόνος» όπως έλεγε ένα τραγούδι που άκουγε παιδί από τη γιαγιά του. Και θυμήθηκε πως σε μια γωνιά στο κέντρο είχε δει μια πινακίδα ενός ταξιδιωτικού γραφείου που διαφήμιζε «Ταξίδια στο χρόνο». Είπε να πάει να δει περί τίνος επρόκειτο. Του εξήγησαν πως θα μπορούσαν να τον ταξιδέψουν για λίγο στο παρελθόν. Μόνο που μέχρι στιγμής δεν είχαν καταφέρει να ξεπεράσουν σε εμβέλεια τα σαράντα χρόνια. Επιπλέον, η παραμονή του θα έπρεπε να περιοριστεί αποκλειστικά σε παρατήρηση του παλιού κόσμου και θα όφειλε να γυρίσει οπωσδήποτε πίσω για να μην αλλάξει «ο ρους της ιστορίας». Αν και η εντολή δεν ήταν απαραίτητη γιατί η ζωή σε αυτό το χρονικό σημείο ήταν ανυπόφορη. Δίχως πολλές σκέψεις διάλεξε το μέγιστο του χρονικού ταξιδιού. Θα έπαιρνε έτσι μια γεύση από έναν κόσμο πιο οικείο.
Γενάρης του 2026
Το πρακτορείο τους εφοδίασε με ρούχα εποχής και η χρονοκάψουλα τον άφησε μαζί με τους λίγους υπόλοιπους συνταξιδιώτες του σε ένα απόμερο μέρος. Οι ηλεκτρονικές οδηγίες τούς ενημέρωσαν ότι θα έπρεπε να βρεθούν στο ίδιο μέρος μετά από ένα εικοσιτετράωρο. Διασκορπίστηκαν. Ο κύριος Μ. ξεκίνησε για τα γνωστά του λημέρια. Δεν είχαν αλλάξει πολλά από όσα ήξερε. Η διάθεση των συμπολιτών του είχε βέβαια κάπως βελτιωθεί. Ένιωσε κάπως πιο άνετα. «Γιατί να γυρίσω πίσω;» σκέφτηκε. «Ή, μάλλον, μπρος;» και γέλασε. «Καλά δεν είμαι και εδώ.» Και κίνησε για την τράπεζα για να σπάσει την επένδυσή του. Θα του χρειαζόταν χρήματα για όσο καιρό θα ζούσε ακόμα. Μετά θα πήγαινε να συναντήσει τις παρέες του και θα ταξίδευε να σμίξει με τις οικογένειες των παιδιών του. Κάτι θα σκαρφιζόταν για να δικαιολογήσει τη δεκάχρονη απουσία του και το ότι δεν είχε αλλάξει όπως θα ήταν φυσικό μετά από τόσα χρόνια.
«Κι αν αλλάξει ο “ρους της ιστορίας” τι με κόφτει;» συνέχισε το συλλογισμό του και επιτάχυνε το βήμα του. «Έτσι κι αλλιώς και στο μέλλον θα ερχόταν, όταν τέλειωνε η άμμος της κλεψύδρας μου, να με συναντήσει ο χάρος. Άλλωστε, κέρδισα ήδη δέκα χρόνια ζωής. Δεν είναι και λίγα. Και όταν πεθάνω, θα πεθάνω σαν “άνθρωπος”!».
Το ολόγραμμα της γιαγιάς
<!Κάτια Μαγγιώρου html> <ναμπερ. 0124895600>
<ΗΛΙΚΙΑ> 94</p> <φρονήματα Συναισθηματικά> μοναδες 630?_
</ΔΙΑΜΟΝΗ 29.7715, -103.4417> <ΕΡΓΑΣΙΑ -21.9834, 115.7722>

Πάρκαρε το αμάξι στο υπόγειο γκαράζ και ανέβηκε μόλις στο δεύτερο με το ασανσέρ. Δύο ώρες κάθε μέρα για να φτάσει στο γραφείο, άλλες δύο για να επιστρέψει σπίτι. Το πρόβλημα με την κίνηση στους δρόμους δεν πρόκειται να λυθεί ποτέ, όσο κι αν εξελίσσεται η τεχνολογία.
Από το πρωί απαντούσε σε ευχές για τα γενέθλιά του. Βασικά, είχε βάλει το πρόγραμμα να απαντά για εκείνον. Όχι ομαδικές κοινότυπες απαντήσεις. Ήταν ο μαέστρος του AI. Ό,τι έβαζε στο μυαλό του το κατάφερνε με μεγαλύτερη επιτυχία απ’ ό,τι φανταζόταν. Έτσι ο κολλητός του που του έστειλε «Χρόνια πολλά μαλάκα, σειρά σου να μπεις στα δεύτερα -ήντα… Καλά στερνά τώρα», πήρε αυτόματα την απάντηση «Ευχαριστώ γεροξεκούτη. Τουλάχιστον βαδίζω στα στερνά με αληθινό μαλλί και όχι με ακριβοπληρωμένη κοτσίδα». Ο κολλητός ήξερε ότι δεν είχε ασχοληθεί καθόλου με την απάντηση –τουλάχιστον όχι τώρα– αλλά δεν τον πείραζε. Τον θαύμαζε για τις ικανότητές του και τον αγαπούσε κιόλας. Ίσως ήταν ο μόνος που τον αγαπούσε.
Ο Γιώργος είχε κλείσει τον τελευταίο όροφο του πύργου Δέλτα για ένα παρτάκι το Σάββατο το βράδυ. Έτσι είχε αφήσει τη σημερινή βραδιά ελεύθερη για εκείνον. Όχι ότι θα πέρναγε μόνος το βράδυ. Θα το περνούσε μαζί της, όπως και πολλά άλλα βράδια. Οι περισσότεροι αδέσμευτοι φίλοι διάλεγαν για βοηθό σαν να επέλεγαν μοντέλο να τους προωθήσει την κολεξιόν. Οι πιο πουτανιάρηδες, σαν να επέλεγαν από τσοντοσάιτ. Οι οικογενειάρχες –με τη σημερινή έννοια του «οικογενειάρχες»– επέλεγαν πιο πρακτικά. Ο Γιώργος δεν ανήκε σε αυτούς — τους οικογενειάρχες εννοώ. Παιδιά δεν ήθελε να κάνει. Προτιμούσε να παραμείνει παιδί ο ίδιος. Μάλλον προτιμούσε να αναπαράγει τη δική του παιδική ηλικία. Φυσικά, το σύστημα τον είχε επιλέξει λόγω των καλών του γονιδίων και είχε αναγκαστεί να δώσει σπέρμα σε κάποιες γυναίκες. Έτσι γνώριζε ότι είχε αποκτήσει τέσσερα παιδιά, όσα του αναλογούσαν. Σε ποια κοινότητα μεγάλωναν δε γνώριζε. Καλύτερα να μην γνωρίζει. Κάποιες καταστάσεις τον καταθλίβουν και αναγκάζεται καμιά φορά να παίρνει παραπάνω χάπια από τα ήδη χορηγούμενα. Όσο για την επιλογή βοηθού, δεν ανήκε ούτε στους μεν ούτε στους δε. Έτσι, πριν από πέντε χρόνια είχε βαλθεί να δημιουργήσει αυτό που θα ήταν η απόλυτη λύση για τον ίδιο. Είχε συλλέξει πληροφορίες, είχε ανατρέξει σε παλιά αρχεία. Επίσης, είχε εξελίξει το σύστημα του virtual reality σε άλλο επίπεδο. Τίποτα από αυτά δεν είχε ανακοινώσει στην εταιρεία. Είχε έρθει σε επαφή με τον κατασκευαστή που συνεργαζόταν και του είχε ζητήσει να μην πει ούτε εκείνος τίποτα. Τόσα χρόνια συνεργάτες, ο Τζίμ δεν ρώτησε καν γιατί, μόνο ακολούθησε πιστά τις οδηγίες του Γιώργου και του παρέδωσε μια ανθεκτικότατη ολόσωμη στολή με ένα σωρό μικροτσίπ που δεν διακρίνονταν με γυμνό μάτι, υφή μεταξένια και λεπτή σαν παλιομοδίτικο καλσόν.
Αυτή φόρεσε αφού έκανε ένα απολαυστικό αφρόλουτρο για να χαλαρώσει.
― Σου έχω ήδη την μπανιέρα γεμάτη, πουλάκι μου, του είχε πει μόλις μπήκε στο διαμέρισμα.
― Έφερα τούρτα, της είχε απαντήσει και είχε πετάξει τα ρούχα βιαστικά, αφού την έβαλε στο ψυγείο.
Βγήκε φορώντας την ολόσωμη φόρμα. Μύριζε λεβάντα και βανίλια όλο το σπίτι από το αφρόλουτρο και ήρθε και ενώθηκε με τη μυρωδιά από φρεσκοφουρνιστό ζυμάρι από την κουζίνα.
― Σου έφτιαξα και λίγο τυρόψωμο, γιατί ξέρω πως θα ανοίξεις το κρασί και δεν γίνεται να πίνεις συνεχώς με άδειο στομάχι.
Της χαμογέλασε και άνοιξε το μπουκάλι που είχε διαλέξει για σήμερα.
― Θα σου βάλω και εσένα λίγο, έτσι για το καλό.
― Καλά, λίγο, για να τσουγκρίσουμε. Ξέρεις ότι δεν το πολυαντέχω.
Τσουγκρίσανε, εκείνη έκανε τάχα μου ότι πίνει λίγο — έβρεξε τα χείλη της.
Εκείνος πήγε προς το παράθυρο. Από το δεύτερο άνετα έβλεπες την εξαθλίωση του τοπίου. Στο απέναντι πεζοδρόμιο δύο άστεγοι είχαν κουκουλωθεί με κάτι βρομερές κουβέρτες. Μία παρέα τριών νεαρών σίγουρα μοίραζε τα χαπάκια της ημέρας. Το φεγγάρι γκρίζο από την ατμόσφαιρα. Το γκρι σε όλες του τις αποχρώσεις είχε γίνει το χρώμα του ουρανού. Ακούμπησε τα ακροδάχτυλά του πάνω στο γεμάτο αισθητήρες τζάμι και με μιας έσβησε τους ανθρώπους του πεζοδρομίου, πρόσθεσε ζαρντινιέρες με λουλούδια και έκανε βαθύ μπλε τον ουρανό γύρω από ένα φωτεινό φεγγάρι. Όλα αυτά, πριν προλάβει η πραγματικότητα να του φέρει ταραχή και χαλάσει την καλή του διάθεση.
― Έλα… δεν θα σβήσεις τα κεράκια;
― Ωωω… δεν πήρα κεράκια!
― Τούρτα χωρίς κεράκια; Πού έχεις το μυαλό σου τρελόπαιδο; Βάλε τώρα εσύ από πάνω, αφού ξέρεις πώς.
Πρόσθεσε κεριά από πάνω. Διάλεξε απλά μικρά γαλάζια κεράκια, παλιομοδίτικα. Έβαλε 60, γέμισε η τούρτα αναμμένα κεριά.
― Να ζήσεις Γιωργάκη και χρόνια πολλά…
Φύσηξε προς την τούρτα και τα κεριά σβήσανε όλα συγχρόνως. Του έδωσε ένα πεταχτό φιλί στο μέτωπο. Ανατρίχιασε ολόκληρος.
― Θα βάλω μουσική, της είπε και έδωσε εντολή να παίξει.
― Πώς θες να περάσουμε το βράδυ; Τον ρώτησε.
― Θέλω να μου πεις ένα παραμύθι και να με τρίψεις.
Το έλεγε ενώ ήδη ξάπλωνε στον καναπέ ακουμπώντας το κεφάλι στα πόδια της και γυρνώντας προκλητικά την πλάτη προς το μέρος της.
― Δεν πιστεύω να κουραστείς γρήγορα.
― Κουράζομαι εγώ πουλάκι μου; Λοιπόν… μια φορά και έναν καιρό…
Το ολόγραμμα της γιαγιάς του ξεκίνησε να του τρίβει στην πλάτη, να του χαϊδεύει τα μαλλιά ενώ έλεγε το παραμύθι. Ήξερε ότι αυτό θα συνεχιζόταν ακούραστα όλο το βράδυ κι εκείνος θα ένιωθε κάθε χάδι και κάθε επαφή πανομοιότυπη, όπως ακριβώς ήταν στην κρατημένη ανάμνηση.
Έξω μπορεί να γινόταν χαμός όμως στο σαλόνι του Γιώργου επικρατούσε ηρεμία.
Όταν η γιαγιά έφτασε στο «και ζήσαν αυτοί καλά και εμείς καλύτερα», ο Γιώργος κοιμόταν ήδη γλυκά ενώ από τα ηχεία ακουγόταν ακόμα μουσική.
«Πες μου, πες μου αν θέλεις, τι φοβάσαι στις γιορτές»…
Ξένος ανταποκριτής
<!Θανάσης Βέμπος html> <ναμπερ. 5496>
<ΗΛΙΚΙΑ> 102</p> <φρονήματα ΑΠΡΟΣΑΡΜΟΣΤΟΣ> μοναδες 6?_
</ΔΙΑΜΟΝΗ -21.9834, 115.7722> <ΕΡΓΑΣΙΑ 58.2034, -23.1148>

Ιανουάριος 2066, Αποικία του Αρίσταρχου.
Το γκρίζο, νεκρό τοπίο ανάδιδε μια αίσθηση άφατης γαλήνης και απίστευτης αρχαιότητας. Οι λευκοί θόλοι και τα σκελετικά μηχανήματα έμοιαζαν με μύγες στο γάλα. Σπίλωναν την ερημιά της σταχτιάς πεδιάδας που ήταν ο πυθμένας του τεράστιου κρατήρα του Αρίσταρχου.
Τα σχεδόν αδιόρατα ίχνη των ερπυστριοφόρων, αυλάκωναν τον πυθμένα. Μου θύμιζαν κόμπους από συστρεφόμενα φίδια, συμπλέγματα από μαύρα νήματα, ή ίχνη από τροχιές υποατομικών σωματιδίων σε μια φυσαλίδα υδρογόνου. Υπήρχαν εδώ και δεκαετίες. Και θα υπήρχαν για πολύ περισσότερες ακόμα. Στη Σελήνη ολόκληρο το παρελθόν είναι παγιδευμένο μέσα σε ένα άχρονο Τώρα. Δεν υπάρχει ούτε άνεμος ούτε βροχή για να διαταράξει την γαλήνη της αιωνιότητας. Μόνο ο άνθρωπος.
Πίεσα ένα τμήμα του μενού της οθόνης με ένα φωτοστυλό. Στην οθόνη εμφανίστηκαν διακλαδιζόμενα παράθυρα με επιλογές. Είχα τη δυνατότητα να μπω σε ιστορικά αρχεία, τράπεζες δεδομένων, βιογραφικά, καμπύλες απόδοσης και δείκτες παραγωγής της βιομηχανικής μονάδας του Αρίσταρχου.
Πριν από εκατομμύρια χρόνια ένας μετεωρίτης είχε πέσει στο μαλακό φλοιό της νεοσχηματισμένης Σελήνης. Η τιτάνια έκρηξη είχε φέρει κοντύτερα στην επιφάνεια πολύτιμα ορυκτά. Όταν η γαλήνη ξαναήρθε και η λάβα πάγωσε, μια τεράστια ουλή απόμεινε στο πρόσωπο του Φεγγαριού για να θυμίζει το περιστατικό της σύγκρουσης. Η ηρεμία κράτησε πολλά εκατομμύρια χρόνια.
Αργότερα, πολύ αργότερα, ήρθαν οι άνθρωποι.
Εδώ και τριάντα χρόνια, ακούραστα ρομποτικά συστήματα εξόρυξης τραγάνιζαν τα ορυκτά από το υπέδαφος του Αρίσταρχου. Αυτοματοποιημένα συστήματα μεταφοράς φόρτωναν τα ορυκτά σε κάνιστρα. Πανίσχυροι επιταχυντές μάζας εκσφενδόνιζαν τα κάνιστρα σε περισελήνια τροχιά. Αυτόματα ρυμουλκά μετέφεραν τα ορυκτά σε διαπλανητικές τροχιές μετάβασης προς τον τελικό τους προορισμό: το περιγήινο διάστημα, ή τις αποικίες σε γεωσύγχρονη τροχιά, 36.000 χλμ πάνω από τον ισημερινό.
Πίεσα μερικά πλήκτρα. Το πανόραμα του Αρίσταρχου μεγάλωσε απότομα. Το ρομποτικό εργοτάξιο έπιανε ολόκληρη την οθόνη. Οι κινήσεις των μηχανικών βραχιόνων και των αυτόματων οχημάτων είχαν την ψυχρή ακρίβεια των χεριών ενός χειρουργού και την κομψότητα των βημάτων ενός χορευτή.
Κοίταξα τα δάχτυλά μου. Οι βαθιές ρυτίδες στους κόμπους ήταν τα αδιάψευστα σημάδια της ηλικίας, σημάδια που καμιά θεραπεία μακροβιότητας δεν μπορούσε να σβήσει. Μερικές φορές ξεχνούσα ότι ήμουν εκατόν τριών ετών. Σε τέτοιες προχωρημένες ηλικίες σου φαίνεται πως μερικές φορές οι αναμνήσεις σου ανήκουν σε κάποιον άλλον.
Έψαξα στις τράπεζες δεδομένων της κονσόλας για συμπληρωματικά στοιχεία σχετικά με το μεταλλευτικό εργοτάξιο του Αρίσταρχου. Και κατόπιν έπρεπε να κάνω πρόσβαση σε συμπληρωματικά αρχεία προκειμένου να μαζέψω πληροφορίες για το επετειακό τεύχος των 54 χρόνων της ΗΠΖ.
Ένα περιοδικό που είχε ξεκινήσει να εκδίδεται στον γαλαζοπράσινο πλανήτη που παραμένει καρφωμένος στο μαύρο ουρανό της Σελήνης, μέρα και νύχτα. Σε κάποια γωνιά του πλανήτη που ονομαζόταν Hellas, ή .gr όταν υπήρχαν ακόμα εθνικές επικράτειες, προτού κράτη, έθνη, οργανισμοί και εταιρίες λειώσουν και ανακατευτούν, μετατρεπόμενα σε ένα γκρίζο πολτό. Προτού όροι όπως σύνορα και εθνότητες καταντήσουν ξεπερασμένοι αναχρονισμοί. Προτού απλωθούν στον πλανήτη τα δαιδαλώδη και αλληλοσυμπλεκόμενα δίκτυα των Επιχειρηματικών Τηλεδημοκρατιών.
Μερικές φορές αναρωτιόμουν πώς το περιοδικό εκδιδόταν κάποτε με τόσο πρωτόγονα μέσα, πώς σπαταλιούνταν τόνοι ολόκληροι πολύτιμου χαρτιού για να τυπωθούν σελίδες και κατόπιν να καταλήξουν στα σκουπίδια. Συνήθως ξεχνούσα πολλά πράγματα. Όταν ξεπερνάς τα εκατό χρειάζεσαι τη βοήθεια της δ-βαζοπρεσσίνης για να θυμηθείς ακόμα και την ηλικία σου.
Έπρεπε να σταματήσω το χαζολόγημα και να πιάσω δουλειά. Έβγαλα τον αναπνευστήρα από το συρτάρι και τον γέμισα με μια δόση δ-βαζοπρεσσίνης. Μια καλή εισπνοή ήταν αρκετή για να νιώσω το νου μου δραστήριο σαν πυρηνική στήλη. Τώρα ήμουν έτοιμος για δουλειά.
Είχα αποσυρθεί στη σεληνιακή αποικία του Αρίσταρχου εδώ και είκοσι πέντε χρόνια. Δεν είχα επιστρέψει ποτέ στη Γη. Δεν με ενδιέφερε. Έτσι κι αλλιώς ήμουν πια πολύ γέρος για να αντέξω την αδυσώπητη βαρύτητα και τις ορδές των πεινασμένων μικροβίων της. Εδώ, στο ένα έκτο της βαρύτητας, τα εύθραυστα κόκαλά μου εξακολουθούν να αντέχουν, το ανύπαρκτο ανοσοποιητικό μου σύστημα τα καταφέρνει μια χαρά και οι χημειοθεραπείες μακροβιότητας είναι πιο αποδοτικές.
Ήμουν ο αποκλειστικός ανταποκριτής της ΗΠΖ στη Σελήνη. Είχα ξεθάψει κάμποσες καλές ιστορίες. Κι η ενέργεια που αντλούσα από τις επιτυχίες μου με τόνωνε περισσότερο κι από οποιοδήποτε ψυχοενεργητικό φάρμακο. Από την κονσόλα μου, στο μικρό διαμέρισμα, κυνηγούσα φήμες, δεδομένα, κολάκευα, δωροδοκούσα, εμπορευόμουν επιδέξια πληροφορίες. Δούλευα με το σθένος των φαρμάκων και την υπομονή της ηλικίας.
Κάποτε ο χρόνος μου φαινόταν συμπαγής σαν ατσάλι. Τώρα κυλούσε μέσα από τα δάχτυλά μου και έτρεχε σαν άμμος. Για τους πραγματικά γέρους, ο χρόνος είναι μια λυσσασμένη καταιγίδα. Σαρώνει τα πάντα στο διάβα της: σβήνει το παρελθόν, διαβρώνει τις αναμνήσεις σαν οξύ.
Σηκώθηκα από την πολυθρόνα, αφήνοντας το αυτόματο πρόγραμμα να ψάχνει για πληροφορίες στα αρχεία. Άνοιξα ένα ντουλαπάκι και έβγαλα ένα μπουκάλι ουίσκι. Το κεχριμπαρένιο υγρό χύθηκε στο ποτήρι αργά. Ήπια μια γουλιά και το αλκοόλ μου έκαψε ηδονικά το λαρύγγι.
Η γαλαζοπράσινη Γη κρεμόταν σαν τεράστιο εκτυφλωτικό κόσμημα στο μαύρο σεληνιακό ουρανό. Μου φάνηκε περίεργο που είχα γεννηθεί και ζήσει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής μου εκεί πάνω.
Αποτέλειωσα το ποτό και έκατσα πάλι μπρος στην οθόνη για να συνεχίσω τη δουλειά.
Τα παιδιά που δε γεννήθηκαν ποτέ
<!Κατερίνα Σπανούδη html> <ναμπερ. 7610001458795>
<ΗΛΙΚΙΑ> 64</p> <φρονήματα Επανέλεγχος> μοναδες 816?_
</ΔΙΑΜΟΝΗ 64.0153, -16.7438> <ΕΡΓΑΣΙΑ 6.4421, 100.3294>

Ξυπνάω κι αρχίζω να κάνω παρέα με τη μοναξιά μου. Βγάζω το σκληρό μου δίσκο από τη φόρτιση και τον κουμπώνω στο κεφάλι μου, λίγο πιο πάνω από τα αυτιά. Κλικ. Κάθε φορά που το κάνω αυτό με πλημμυρίζει μια επιθυμία να κλάψω για όσα είχα ξεχάσει και ξαφνικά επανέρχονται στο άδειο μου σώμα.
Καλοκαίρια στο χωριό από το 2000 και μετά, όταν δεν είχαμε καν κινητά, έπειτα εφηβεία στη ζοφερή δεκαετία του 2010 και η αρχή μιας αβέβαιης ενήλικης ζωής τη δεκαετία του 2020, που πάντα κάτι μικραίνει μέσα μου όταν τη θυμάμαι. Ώσπου περνάνε τα χρόνια και οι δεκαετίες και σκαρφαλώνουμε στο 2066. Εγώ, γριά, άκληρη, αρνήτρια της τεχνητής ομορφιάς, καλοδιατηρώ και μοστράρω τα χρόνια που κουβαλάω στην πλάτη, κι ας μου παίζει παιχνίδια το μυαλό. Κι ας νιώθω πάντα κάτι να λείπει.
Διαγνώστηκα με αμνησία πριν από 15 χρόνια, όταν ήμουν 55 χρονών, αν θυμάμαι καλά. Λένε πως αυτή είναι η νέα επιδημία. Σχεδόν όλοι οι συνομήλικοι μου χρειάζονται αυτά τα μαραφέτια, τους σκληρούς δίσκους αμνησίας.
Λένε πως ένας τέτοιος δίσκος μπορεί να σου επαναφέρει τις αναμνήσεις, να μην ξεχάσεις ποτέ ξανά ποιος είσαι, πού βρίσκεσαι και τι κάνεις σε αυτή τη ζωή. Από πού ήρθες και πού πηγαίνεις, να πάψεις να αναρωτιέσαι. Αρκεί να τον «φοράς» κάθε μέρα μόλις ξυπνήσεις. Συνοδεύεται από ένα ηχειάκι με αισθητήρες ώστε να καταλαβαίνει πότε ξυπνάς και να σου υπαγορεύει τις οδηγίες χρήσης για να θυμάσαι κάθε μέρα να φορέσεις το σκληρό σου δίσκο. Αντέχει 30 ώρες χωρίς φόρτιση και είναι εδώ για να κρατά ζωντανές τις αναμνήσεις και να διώχνει τις σκοτούρες. Λέμε τώρα.
Μάλιστα, το πιο σημαντικό είναι πως μπορείς, αν έχεις ζήσει πολύ τραυματικές εμπειρίες, να τις διαγράψεις από το σκληρό σου δίσκο και να ζήσεις το υπόλοιπο της ζωής σου πραγματικά ξέγνοιαστος. Εξάλλου, οι εβδομηντάρηδες, μια τριακονταετία μπροστά μας την έχουμε σίγουρα. Λέμε τώρα.
Εγώ πάντως διάλεξα να μη διαγράψω καμία μου ανάμνηση. Στάθηκα τυχερή στη ζωή μου και θέλω να τη θυμάμαι ατόφια. Ειδικά το ότι μπορώ να την κρατώ στα χέρια μου μέσα σε αυτό το μαραφέτι με συγκινεί, με κάνει να νιώθω λιγότερο μόνη. Κάποιες φορές κρατώ τρυφερά το ηχειάκι του και ξαπλώνω με αυτό στην αγκαλιά μου κι είναι όλα πιο όμορφα. Παρότι, κατά έναν περίεργο τρόπο, νιώθω ότι κάτι λείπει. Σαν ένα κενό, κάποιες θολές απομακρυσμένες εικόνες, που αν κρατήσω για πολλή ώρα τα μάτια μου κλειστά, εμφανίζονται χωρίς να μπορώ να τις φτάσω, χωρίς να μπορώ να τις ξεδιαλύνω.
Δε βαριέσαι, ανοίγω τα μάτια και βάζω ένα κανάλι στην τηλεόραση. Ξαφνικά εμφανίζεται στην οθόνη με δυνατό θόρυβο και μεγάλα γράμματα η φράση «ΈΚΤΑΚΤΗ ΕΙΔΗΣΗ» με γραφιστικά που εναλλάσσονται γρήγορα και χρωματιστές εικόνες που ζαλίζουν. Σίγουρα κι άλλο σκάνδαλο θα είναι, πλέον τα βγάζουν όλα στη φόρα ξεδιάντροπα, αφού έτσι κι αλλιώς σχεδόν κανείς δεν τα θυμάται για πολύ.
Η δημοσιογράφος στην οθόνη ενεργοποιεί το ρομπότ που διαβάζει μηχανικά τον τίτλο: «Σκάνδαλο με τους σκληρούς δίσκους αμνησίας. Ανακαλύφθηκε πως όσοι αντιρρησίες συνείδησης έχουν συλληφθεί τα τελευταία 5 χρόνια, διαγράφηκαν με κρατική παρέμβαση από τους σκληρούς δίσκους των συγγενικών τους προσώπων και οι ιστορίες τους θάφτηκαν σαn σημειώσεις σε πάκους χαρτιών που κανείς ποτέ δε θέλησε να διαβάσει».
Το ίδιο βράδυ, είδα στον ύπνο μου τοn Μάνο, ένα όμορφο αγόρι 30 χρονών που όλο του άρεσε να μου κάνει ερωτήσεις με ανήσυχο βλέμμα, αλλά μου έλεγε πως ήταν πολύ κουρασμένος γιατί όλη μέρα έτρεχε, όλη μέρα τον κυνηγούσαν. Του είπα να ξαπλώσει στο κρεβάτι μου κι αφού τον σκέπασα με την κουβέρτα και τον φίλησα στο μέτωπο, εκείνος μου ψιθύρισε «καληνύχτα μαμά».
Τα εκατοστά γενέθλια
<!Γκανιάν html> <ναμπερ. 001>
<ΗΛΙΚΙΑ> 100 (;)</p> <φρονήματα Εθιστικά> μοναδες 3?_
</ΔΙΑΜΟΝΗ 42.9924, -2.6145> <ΕΡΓΑΣΙΑ -25.4021, -57.1198>

Το 2066 ο Γκανιάν θα γίνει 100 ετών. Εκατό χρόνια –ένας αιώνας– δεν είναι λίγα για ζωή. Τι και πώς να το γιορτάσει όμως;
10 πράγματα που θα κάνει ο Γκανιάν στα 100ά του γενέθλια
1. Θα αναστήσει τις πιο κοντινές φίλες και φίλους του, το λιγότερο δύο άτομα, για να του πουν το τραγουδάκι των γενεθλίων.
2. Αν δεν καταφέρει να αναστήσει κανέναν φίλο, θα πάει στο πιο κοντινό μπαρ και θα πιει τουλάχιστον τρεις μαργαρίτες.
3. Θα στείλει κάποια στιγμή ένα sms στην ψυχολόγο του (πριν τις μαργαρίτες).
4. Σε τρεις στήλες, θα γράψει παράλληλα: στην πρώτη, τα σημαδιακά γεγονότα του αιώνα του· στη δεύτερη, τα σημαδιακά γεγονότα της ζωής του· στην τρίτη δεν θα ξέρει τι να γράψει.
5. Θα στείλει ένα φιλί στο ολόγραμμα της μάνας του (μετά τις μαργαρίτες).
6. Θα δει τη σκηνή από την ταινία The Sheltering Sky, εκεί όπου ο Μπόουλς μονολογεί σε ένα καφενείο στην Ταγγέρη.
7. Θα σερφάρει στα ολογράμματα όλων των γυναικών που αγάπησε (παράλληλα με τις μαργαρίτες).
8. Θα σκεφτεί κάτι περίπλοκο, του τύπου «η συνήθεια είναι η μεγαλύτερη αλήθεια» ή «η μνήμη αποθηκεύεται χρονικά όχι σωματικά» ή «τι ήχο κάνει όταν χτυπάει παλαμάκι ένα χέρι;»
9. Θα εξετάσει σοβαρά την πιθανότητα να ελαττώσει το κάπνισμα, γιατί έτσι θα έχει καλύτερη ποιότητα ζωής από ’δω και πέρα.
10. Θα πάει στο πιο κοντινό μπαρ και θα πιει τουλάχιστον τρεις μαργαρίτες.
Εσένα, σε περιμένει κανείς;
<!Νάνσυ Μπακού html> <ναμπερ. 124>
<ΗΛΙΚΙΑ> 89</p> <φρονήματα ΨΥΧΟΤΡΟΠΑ> μοναδες 36?_
</ΔΙΑΜΟΝΗ -15.0215, 69.1245> <ΕΡΓΑΣΙΑ 42.9924, -2.6145>

Δύο και έξι ίσον οχτώ. Και έξι δεκατέσερα. Παραμονή Πρωτοχρονιάς 2066, άθροισμα ψηφίων δεκατέσσερα. Ακριβώς δεκατέσσερις πρωτοχρονιές που ζει στο Ενδιάμεσο.
Πέθανε επισήμως μια βραδιά σαν τη σημερινή, το 2052. Άθροισμα ψηφίων εννιά, όσα και τα χρόνια του. Ναι! Εννιά χρονών παιδί τότε. Αγοράκι. Αλλά πέθανε χωρίς να φύγει. Συνεχίζει να ζει, κάτι σαν αερικό ή ξωτικό, περιπλανώμενη ψυχή ή κάτι παρόμοιο. Υπαρκτός κι ανύπαρκτος μαζί.
Απέκτησε το χάρισμα να μπαίνει στα όνειρα των ζωντανών και να μιλάει στη νοηματική με τους πεθαμένους. Όσο για εκείνους που είναι σαν αυτόν, εκεί, στο κάτι Ενδιάμεσο, δε χρειάζονται και πολλά πολλά. Υπάρχει μια επικοινωνία φυσική, κουβέντες χωρίς λόγια. Εξάλλου όλοι εκείνοι του Ενδιάμεσου είναι τόσο λίγοι, τόσο δια-
λεγμένοι και τόσο πολυάσχολοι που σπάνια βρίσκονται μεταξύ τους – κι αυτό τυχαία. Συνήθως γιατί κάποιος από τους δυο έχει χάσει το δρόμο του ή έχει πιει λίγο παραπάνω και αδιαφορεί για το πού πρέπει να πάει. Κυρίως όμως γιατί στο Ενδιάμεσο παραμένουν όσοι όταν φύγουν δεν έχουν κανένα να εγκαταλείψουν και στην απένατι πλευρά κανένα να συναντήσουν.
Ο Μίσα, λοιπόν, έχει απόψε την τιμητική του. Δεν ευθυγραμμίζεται τόσο εύκολα η αριθμολογία. Ήρθαν το δεκατέσσερα και το εννιά στον ύπνο του λίγους μήνες πριν, στις δεκατέσσερεις ενάτου, ώρα 14:09 και του ψιθύρισαν το Μήνυμα. Παραμονή της επερχόμενης Πρωτοχρονιάς και για κάποιες ώρες μπορεί να επιστρέψει στον κόσμο. Μπορεί να ζήσει σαν άνθρωπος για εκείνες τις ώρες μόνο, ορατός, απτός, σχεδόν πραγματικός. Θα έχει μαζί του μια ευχή σε μορφή πέτρας. Μπορεί να την ξοδέψει όπως θέλει. Ή όχι. Αν την εμπιστευτεί σε κάποιον, θα εγκαταλείψει το Ενδιάμεσο. Άγνωστο το πού θα πάει. Αν την κρατήσει, θα παραμείνει σε αυτό το υπαρκτό ανύπαρκτο που ζει τα τελευταία δεκατέσσερα χρόνια, μέχρις ότου και αν αποφασίσει πάλι η αριθμολογία να του προσφέρει ένα ανάλογο ταξίδι.
Ο Μίσα είναι ευτυχισμένος. Ποτέ δεν τον ενοχλούσαν τα ενδιάμεσα. Δε θέλει να βρεθεί στο Άγνωστο. Περπατάει με την πέτρα στην τσέπη σε μια πόλη που λάμπει από φώτα χριστουγεννιάτικα, γυάλινα κτίρια, drones που τραγουδούν κάλαντα – περίεργο, αλλά τα ίδια κάλαντα έλεγε κάποτε κι εκείνος σαν παιδί, φαίνεται πως κι ο χρόνος καμιά φορά αφήνει κάποια πράγματα αναλλοίωτα. Για να είναι σίγουρος πως η πέτρα θα παραμείνει στην κατοχή του, κάθεται σ’ ένα παγκάκι, στο μεγάλο πάρκο, τη βγάζει μουλωχτά και την κρύβει στην κάλτσα του δεξιού του ποδιού, μην τυχόν και του πέσει.
Στη λάμψη της πόλης, βέβαια, παραμονεύουν πάντοτε σκιές. Στο απέναντι παγκάκι του πάρκου κάθεται σχεδόν απαρατήρητο το Αγόρι, συντροφιά με τη σιωπή του και ένα θερμαινόμενο πανωφόρι. Ο Μίσα το παρατηρεί, χαμογελάει και, σαν να γνωρίζονται από παλιά, σηκώνεται και κάθεται δίπλα του. Το Αγόρι παραμερίζει για να του κάνει χώρο. Δε μιλάνε. Είναι αργά πια, λίγο πριν τα μεσάνυχτα. Ο Μίσα αναγνωρίζει το Αγόρι, αν και πέρασαν δυο περίπου χρόνια από τότε. Είχε μπει στο όνειρό του με τη μορφή της μητέρας του. Εκείνη τον είχε καλέσει να βρει το Αγόρι στον ύπνο του, να του πει συγγνώμη που το άφησε τόσο νωρίς, που το απογοήτευσε, που δεν κατάφερε να νικήσει το θάνατο και έφυγε από κοντά του. Ο Μίσα το έκανε, κι από εκείνη τη νύχτα και μετά το Αγόρι σταμάτησε πια να μιλάει.
Η σιωπή μεταξύ τους πρέπει να σπάσει.
«Κρυώνεις;» ρωτάει ο Μίσα.
Το Αγόρι απαντάει μόνο με τη σκέψη του, μια σιωπλή απάντηση που μόνο ο Μίσα ακούει.
«Όχι».
Κοιτάζουν μαζί μια γάτα που ψάχνει στα σκουπίδια.
Ο Μίσα επιμένει. Του αρέσει η βραδιά, η επιστροφή στον κόσμο. Αν και αλλαγμένος, αυτός ο νέος κόσμος κουβαλάει ακόμη μέσα του τις μυρωδιές από τα γιορτινά γλυκά, το ζεστό κρασί με την κανέλλα, τον αχνιστό καφέ, αλλά και πυροτεχνήματα που σποραδικά σκάνε στον παγωμένο ουρανό, λόγω της βραδιάς.
Πάντα χωρίς τα λόγια τους να ακούγονται σε όποιον περαστικό περνάει από μπροστά τους, μια συζήτηση ξεκινά.
«Γιατί δε μιλάς πια;»
«Δε θέλω να μιλάω. Δε μου αρέσει».
«Είναι γιατί είσαι λυπημένος, ε;»
«Είναι γιατί είμαι μόνος».
«Μα είμαι εγώ δίπλα σου τώρα…»
«Θα φύγεις κι εσύ».
«Αυτό είναι αλήθεια, αλλά δεν ξέρω πότε. Ως τότε χαίρομαι την κάθε στιγμή που ζω».
Ο Μίσα θα φύγει όταν περάσει η ώρα της χάριτος, αλλά δεν γνωρίζει πότε ακριβώς. Η χαρά του παίρνει μια μικρή δόση από τη θλίψη του Αγοριού. Αυτό τον στεναχωρεί λίγο και νιώθει και μια μικρή σουβλιά κάτω, στην κάλτσα του.
«Γιατί είσαι μόνος;» ρωτάει απότομα.
«Μου λείπει η Μαμά μου».
«Δεν ήθελε να φύγει, το ξέρεις…»
«Ναι αλλά έφυγε».
«Έρχεται στον ύπνο σου όμως, ε;»
«Όχι, μόνο μια φορά ήρθε».
Ο Μίσα νιώθει πιο έντονα τη μελαγχολία του Αγοριού. Την ξέρει καλά αυτή τη μελαγχολία. Κάποιος, κάπου, κάποτε, του είχε πει ότι θα έδινε τα πάντα για να βρει την αγαπημένη του. Θα έδινε ακόμα και τη ζωή του. Ίσως να ήταν στα παραμύθια που τους διάβαζε η νοσοκόμα στο θάλαμο, πριν πεθάνει, ίσως να το άκουσε από κάποιον που ονειρεύτηκε, ίσως να του το ψιθύρισε στη νοηματική κάποιος νεκρός που έδωσε τη ζωή του για να βρει ό,τι έχασε.
«Θέλεις να κάνουμε μια βόλτα; Είναι όμορφα στους δρόμους απόψε παραμονή Πρωτοχρονιάς… Πάμε να περπατήσουμε;» λέει ο Μίσα και απλώνει το χέρι.
Το Αγόρι καρφωμένο στο παγκάκι κοιτάζει τα πόδια του. Η γάτα ακόμα ψάχνει στα σκουπίδια. Η πέτρα στην κάλτσα αρχίζει να ενοχλεί τον Μίσα. Τη σπρώχνει με το άλλο του πόδι να πάρει μια θέση πιο βολική.
«Θα έδινα τα πάντα για να την ξαναδώ», λέει το Αγόρι ξαφνικά. Ο Μίσα του χαϊδεύει το χέρι. Η πέτρα στο πόδι του γίνεται ακόμη πιο επίμονη, σχεδόν τον πονάει.
«Είσαι σίγουρος; Εκεί που είναι πια η μαμά σου μπορεί να έχει πολύ σκοτάδι, πως θα την ξεχωρίσεις μέσα στο σκοτάδι;»
«Δε με νοιάζει. Αν τη βρω, θα με ξεχωρίσει εκείνη. Με περιμένει».
«Μπορεί να κάνει και πολύ κρύο…»
Ο πόνος από την πέτρα έχει γίνει οξύς. Ξέρει πως άμα σηκωθεί και συνεχίσει το δρόμο του ο πόνος θα σταματήσει. Αλλά αντέχει.
«Δεν φοβάσαι το κρύο;»
«Δεν φοβάμαι τίποτα. Φτάνει να τη βρω. Εσένα σε περιμένει κανείς;»
Η ερώτηση έπεσε σαν μαχαιριά και πόνεσε τον Μίσα πιο πολύ κι από την πέτρα που πάλευε πια με το χέρι του να βολέψει στο πόδι του.
«Όχι», απαντάει ο Μίσα και σηκώνεται.
«Τι έχεις εκεί κάτω;» τον ρωτάει το Αγόρι.
«Μάλλον κάτι για σένα», λέει ο Μίσα.
«Τότε να μου το δώσεις, αν είναι για μένα…», λέει αποφασισμένα το Αγόρι.
Ο πόνος γίνεται σχεδόν αφόρητος. Ο Μίσα κάνει δύο βήματα κι ο πόνος μαλακώνει. Γυρίζει και κοιτάζει το Αγόρι. Το Αγόρι σηκώνει το βλέμμα. Κοιτάζονται στα μάτια για λίγο. Και τότε ο Μίσα καταλαβαίνει.
Θα του λείψει το ενδιάμεσο, αλλά ποιος ξέρει; Ίσως το ταξίδι στο Άγνωστο να είναι ένα ρίσκο που αξίζει να πάρει.
«Θα φύγεις;» ρωτάει ανήσυχο το Αγόρι.
«Εσύ θα φύγεις», λέει ο Μίσα. Σκύβει και βγάζει την πέτρα από την κάλτσα του. Τη βάζει στο χέρι του Αγοριού λίγο πριν τα μεσάνυχτα και κάθεται ανακουφισμένος στο παγκάκι πλάι του.
Το Αγόρι χαμογελάει.
«Ευχαριστώ», του λέει και κλείνει τα μάτια.
Σε λίγο ο ουρανός, ακόμα και σ’ αυτή την παγωμένη πόλη, θα γεμίσει πυροτεχνήματα. Η γάτα τρομαγμένη θα κρυφτεί πίσω από έναν κάδο σκουπιδιών, το Αγόρι δε θα προλάβει να δει τα χρώματα στον Ουρανό, θα περάσει στο Ενδιάμεσο για λίγο αλλά δε θα παραμείνει όπως ο Μίσα, θα συνεχίσει για τη Μητέρα του. Γιατί στην απέναντι όχθη κάποιος το περιμένει. Τον Μίσα, δεν τον περιμένει κανείς.
Θα αποχαιρετίσει το Αγόρι, την αριθμολογία και το Ενδιάμεσο και θα περάσει στο Άγνωστο, δεκατέσσερα λεπτά και εννέα δευτερόλεπτα αφού ακούσει τους πρώτους άγνωστους στο δρόμο να εύχονται ο ένας στον άλλον: «Ευτυχισμένο το 2066».
Κανείς τους δε θα προσέξει, μια τέτοια νύχτα, δύο σιωπηλά, κοιμισμένα παιδιά, το ένα δίπλα στο άλλο, σ’ ένα παγκάκι, στο μεγάλο πάρκο της παγωμένης πόλης.
Οι 4 μήνες που άλλαξαν τον κόσμο
<!Δημήτρης Δεριζιώτησ html> <ναμπερ. 6485>
<ΗΛΙΚΙΑ> 104</p> <φρονήματα ΕΦΗΒΙΚΑ> μοναδες 96?_
</ΔΙΑΜΟΝΗ 6.4421, 100.3294> <ΕΡΓΑΣΙΑ -21.9834, 115.7722>

Ο Πέτρος, ο Παύλος, ο Γιάννης και ο Μάρκος είναι φίλοι από το δημοτικό. Μαζί και στο γυμνάσιο, μαζί και στο λύκειο. Φέτος, το δεύτερό τους έτος ακαδημαϊκών σπουδών. Φίλοι πραγματικοί, παρέα αχώριστη. Εικοσάρηδες πλέον. Κάθε μέρα, σχεδόν κάθε μέρα, μαζί.
Το τελευταίο εξάμηνο, πού τους βρίσκεις πού τους χάνεις στο υπόγειο του σπιτιού του Μάρκου. Κάθε μέρα. Ο τοίχος, από τη μεριά του δρόμου, έχει τέσσερα γραφεία στη σειρά, τέσσερις καρέκλες και έχει γεμίσει από Η/Υ με μεγάλες οθόνες. Στον τοίχο, ψηλά ψηλά, δύο ανακλινόμενα παράθυρα είκοσι πέντε πόντους ύψος και πενήντα πόντους μήκος. Πολύ μικρά για το μεγάλο χώρο, με λιγοστό φως ημέρας. Δεν χρησιμοποιούν καθόλου ηλεκτρικό. Τα φωτιστικά μονίμως σβηστά. Τους αρκεί το φως από τις οθόνες των υπολογιστών. Λίγο παραπίσω και τέσσερα κρεβάτια. Τις περισσότερες ώρες της ημέρας μπροστά στους υπολογιστές. Από ύπνο ελάχιστα. Οι δικοί τους άνθρωποι δεν ασχολούνται πλέον μαζί τους. Στην αρχή, όσοι τους αναζητούσαν έπαιρναν την ίδια απάντηση. «Να τελειώσουμε τις εργασίες μας για τα μαθήματα στο πανεπιστήμιο και θα έρθουμε». Στην αρχή μέσω τηλεφώνου. Μετά, έκλεισαν και τα τηλέφωνα και απαντούσαν μέσω των υπολογιστών, μηνυματικά. Τώρα δεν τους αναζητά κανείς. Μόνον η αδελφή του Μάρκου τους κατεβάζει μερικά σάντουιτς για φαγητό.
Όλη την ημέρα μπροστά στους υπολογιστές. Παιχνίδια, επικοινωνία με καρδούλες και λάικ και έι άι. Λίγα λόγια και πολλά εικονίδια και φωτογραφίες. Όποτε χρειάζεται να γράψουν κείμενο, γράφουν σαν να μιλάνε με τσιτάτα, κομμένες λέξεις, ανάμεικτα ελληνικά και αγγλικά. Τέσσερις μήνες, κάθε μέρα, η ίδια καθημερινότητα.
Δεν τους ενδιαφέρει η ώρα. Ο χρόνος, όπως τον μετράνε σε όλο τον κόσμο έχει γίνει κάτι ξένο για την παρέα. Το τί καιρό κάνει έξω δεν τους απασχολεί. Δεν τους λέει καν να μιλούν με άλλους. Και μεταξύ τους, μέσω του υπολογιστή επικοινωνούν. Τέσσερις μήνες, κάθε μέρα, η ίδια καθημερινότητα.
Τις τελευταίες ημέρες ο Μάρκος, σε μια επικοινωνία μέσω μιας νέας πλατφόρμας με τη φίλη του τη Μαρία, στεναχωρήθηκε και μίκρυνε τον χρόνο μπρος στον υπολογιστή. Περνούσε περισσότερη ώρα στο κρεβάτι, σκεπτικός και προβληματισμένος. Είχε πάψει να τον αναζητά η Μαρία και είδε μία ανακοίνωσή της, όπου ήταν παρέα με έναν άλλο τύπο. Στην αρχή δεν έδωσε σημασία, αλλά μετά κάτι τον έτρωγε. Αντάλλαξε μερικά μηνύματα με τη Μαρία, πάντα μέσω πλατφόρμας. Είχαν λίγο ανακριτικό χαρακτήρα και η Μαρία τον μπλόκαρε. Αυτό τον στεναχώρησε. Και είχε αρχίσει να γεμίζει τη σκέψη του με ερωτηματικά, που αφορούσαν τη φωτογραφία της Μαρίας με τον άλλο τύπο, που του είχε φανεί και λίγο μεγαλούτσικος. Αποφάσισε να βγει έξω και να πάει να τη βρει. Το είπε στους άλλους της παρέας, που του απαντήσανε με ένα διακριτικό μουγκρητό. Το εξέλαβε ως οκέι και βγήκε στον δρόμο.
Ξεκίνησε για το καφέ της πλατείας της γειτονιάς, να συναντήσει τη Μαρία. Η μέρα ήταν ηλιόλουστη και φύσαγε ένα δροσερό βοριαδάκι. Έφτασε γρήγορα στην πλατεία. Κοίταξε μέσα στο καφέ που του φάνηκε ανακαινισμένο σε πολύ φουτουριστικό στιλ και δεν βρήκε τη Μαρία. Δεν είχε έρθει ακόμα, μα ήξερε πως κάποια στιγμή θα τη δει – ήταν το στέκι τους. Πήγε και έκατσε σε ένα παγκάκι της πλατείας απέναντι από το καφέ, να παρακολουθεί.
Το φως και η ζεστασιά του ήλιου άρχισαν να τον λούζουν. Το δροσερό αεράκι τού χάιδευε το πρόσωπο. Τέσσερις μήνες τώρα τα είχε χάσει. Έκλεινε κάθε τόσο τα μάτια του και μια φορά σήκωνε το πρόσωπό του προς τη μεριά του ήλιου και την επόμενη προς το βοριά. Για λίγο, για να βλέπει και προς το καφέ. Το επανέλαβε πολλές φορές. Ο ήλιος και ο αέρας άρχισαν να του μαλακώνουν το θυμό και να λειαίνουν τις αιχμηρές σκέψεις.
Κάποια στιγμή είδε τη Μαρία να έρχεται. Τη φώναξε και εκείνη πήγε στο παγκάκι. Για λίγο έβλεπαν ο ένας τον άλλο χωρίς να μιλάνε, σιωπή και ματιές προβληματισμένες. Ο Μάρκος ήταν εκείνος που έσπασε τον πάγο, με μία λέξη: «Συγγνώμη». Η Μαρία χαμογέλασε και αμέσως αγκαλιαστήκανε. Τη σιωπή ακολούθησε ο λυγμός. Βάλανε και οι δύο τα κλάματα. Μετά φιληθήκανε με πάθος. Και ο Μάρκος χάθηκε στην αγκαλιά της Μαρίας. Ο έρωτας δεν τους ξέχασε.
Για τον Μάρκο ήταν μεγάλη η ανάγκη να ξαναζήσει αυτά που του έλειψαν τέσσερις μήνες τώρα. Τη ζεστή αγκαλιά, το παθιασμένο φιλί, το χάιδεμα των μαλλιών και την επαφή του μάγουλού του στο μάγουλο της Μαρίας. Αισθανόταν άλλος άνθρωπος, σαν να ξαναείδε το φως το αληθινό, σα να κολύμπησε πάλι στο ίδιο ποτάμι της ζωής της Μαρίας. Τον ξένισε λίγο που η Μαρία έδειχνε μεγαλύτερη και η παρατήρησή της ότι τα ρούχα του είναι παλιά και πρόχειρα και βρόμικα και ότι πρέπει να αλλάξει, γιατί σήμερα είναι η τελευταία ημέρα του χρόνου και σε μερικές ώρες θα γιορτάσουνε το νέο χρόνο. «Αμέσως», απάντησε και κινητοποιήθηκε ο Μάρκος. «Πάω σπίτι να κάνω ένα μπάνιο, να αλλάξω ρούχα και το πολύ σε δύο ώρες θα είμαι πάλι εδώ, να γιορτάσουμε την Πρωτοχρονιά μαζί». Η Μαρία του απάντησε ότι θα τον περιμένει και ο Μάρκος έφυγε τρέχοντας και χοροπηδώντας από τη χαρά του.
Γύρισε στο υπόγειο και καλησπέρισε την υπόλοιπη παρέα. Του απαντήσανε με ένα χαμηλόφωνο μουγκρητό. Πήγε έκανε μπάνιο, άλλαξε φορεσιά και ξαναγύρισε στην παρέα. Τους είπε όλη την ιστορία με τη Μαρία, το φως του ήλιου, το δροσερό αεράκι, τα χάδια, τα φιλιά και τις αγκαλιές. Τους είπε και για την Πρωτοχρονιά. Κανείς τους δε γύρισε. Μόνο ένα χαμηλόφωνο μουγκρητό.
Ο Μάρκος εκνευρίστηκε και τους φώναξε έναν έναν με τα ονόματά τους και τους ζήτησε με πολλή επιμονή να γυρίσουν να μιλήσουν πρόσωπο με πρόσωπο: «Πέτρο, Παύλο, Γιάννη, επιτέλους γυρίστε να κοιταχτούμε στα μάτια. Γυρίστε αμέσως!»
Ξαφνιασμένοι αυτοί, στρέψανε τα κεφάλια. Μόλις τους αντίκρυσε ο Μάρκος έτσι βρόμικοι που ήσαν, με ρυτίδες από την αφυδάτωση, αδυνατισμένοι από την κακή διατροφή, χλωμοί από το σκοτάδι, του φάνηκε πως είχαν περάσει σαράντα χρόνια από πάνω τους και πως έβλεπε μπροστά του τρεις αληθινούς εξηντάρηδες. Πήγε να το ξεστομίσει, αλλά κρατήθηκε και είπε μόνο: «Ξέρετε πως σήμερα είναι η τελευταία μέρα τους χρόνου και από αύριο ξεκινά νέα χρονιά; 2026 σε λίγες ώρες μάγκες».
Και οι τρεις, τον κοιτάξανε απορημένα κι ένας ένας απαντήσανε:
«Σιγά το νέο… φυσικά και το ξέρουμε»,
«Εννοείται όπου να ’ναι αλλάζει πάλι ο χρόνος»
«Μόνο που είσαι λίγο πίσω… αλλά συμβαίνουν κι αυτά!»
Στα γερασμένα πρόσωπά τους φάνηκαν χαμόγελα. Με μια φωνή, όλοι μαζί ευχήθηκαν στο Μάρκο: «Ευτυχισμένο το 2066, ρε συ!»
Εφιάλτης στην Αττική
<!Umberto Davoli html> <ναμπερ. quattronoveunoseiduequattro >
<ΗΛΙΚΙΑ> 101</p> <φρονήματα Συμπαντικά> μοναδες 591?_
</ΔΙΑΜΟΝΗ 3.1190, -59.2217> <ΕΡΓΑΣΙΑ -40.5523, 173.1095>

Ήταν το έτος 2066 και στην ελληνική χερσόνησο βασίλευε ο νεαρός Κu-Li ο Δ΄, απόγονος της πλούσιας και έγκριτης ιαπωνικής οικογένειας «Miz-O-Taki», η οποία είχε κυβερνήσει τον ανοργάνωτο και εξαντλημένο λαό της Ελλάδας με σοφία και διορατικότητα για δεκαέξι γενιές.
Περιπλανιόμουν με ανησυχία στα σύνορα της περιοχής στην οποία ανήκα. Ο αμφιλεγόμενος σχεδιασμός μιας «πόλης των 15 λεπτών» είχε πράγματι υλοποιηθεί και η περιφέρεια της Αττικής είχε χωριστεί σε 78 περιοχές από τις οποίες κανείς δεν επιτρεπόταν να φύγει χωρίς ειδική άδεια. Oυσιαστικά θα έπρεπε να ονομαστεί η πόλη των 12 λεπτών, αφού το πρώτο πείραμα με αυτή την έννοια είχε πραγματοποιηθεί στην πόλη της Θεσσαλονίκης — και ενώ για έναν κάτοικο της Θεσσαλονίκης ήταν δυνατό να πάει κάπου σε 15 λεπτά, φαινόταν λογικό ότι για έναν κάτοικο της Αττικής τα 12 θα ήταν αρκετά!
Εντός της ίδιας συνοικίας ήταν προφανώς δυνατό να μετακινείται κανείς ελεύθερα για διάστημα 50 λεπτών και δύο φορές την ημέρα για διάφορους και πολλαπλούς λόγους, όπως να συνοδεύει το σκυλί να κατουρήσει, να επισκέπτεται συγγενή έως τρίτου βαθμού, να πηγαίνει στο φαρμακείο, να κλείνει ραντεβού με γιατρό, να κάνει ψώνια στο εμπορικό κέντρο ή στο σούπερ μάρκετ, να αγοράζει έναν κρύο εσπρέσο ή καπουτσίνο με μόνο περιορισμό να βάλει αποκλειστικά μαύρη ζάχαρη.
Ο λόγος της βόλτας μου ήταν ακριβώς αυτό το τελευταίο και απολάμβανα σκεπτικά τον καφέ μου, καθώς πλησίαζα επικίνδυνα κοντά στα όρια της συνοικίας, τα οποία ήταν αδιαπέραστα. Βρέθηκα σε ένα είδος πάρκου, ανάμεσα σε πλήθος σκύλων που ικανοποιούσαν τις ανάγκες τους υπό τη συνεχή παρακολούθηση των ιδιοκτητών τους, οι οποίοι, εξοπλισμένοι με ειδικές οικολογικές σακούλες, μάζευαν τα σκατά ενώ έριχναν δηλητηριώδεις και καχύποπτες ματιές ο ένας στον άλλον.
Καθώς παρακολουθούσα τα αδιάφορα τετράποδα να ετοιμάζονται να κατουρήσουν, με κατέλαβε μια ακατανίκητη ακράτεια και άρχισα να σκέφτομαι τι να κάνω. Φυσικά, οι άνθρωποι απαγορευόταν αυστηρά να ουρούν στο πάρκο και το μόνο κοντινό μπαρ βρισκόταν πέρα από τα όρια της περιοχής. Ούτε καν σκέψη! Ο αισθητήρας στο τηλέφωνό μου θα εντόπιζε αμέσως την τοποθεσία και θα έμπλεκα σε μπελάδες. Το μόνο που μπορούσα να κάνω ήταν να κατουρηθώ πάνω μου! Απελπισμένος και συντετριμμένος, αποφάσισα ότι μια μέρα θα ξεφορτωνόμουν το σατανικό τηλέφωνο και θα το πετούσα στα σκουπίδια, αλλά αμέσως μετάνιωσα αυτή την παράλογη απόφαση και συνέχισα να περπατάω, βρεγμένος και ταπεινωμένος, προς το σπίτι μου. Ήταν πλέον αδιανόητο να επιβιώσει κανείς χωρίς κινητό. Το τελευταίο τεστ που διεξήγαγε η Ακαδημία Μπαμπινιώτη για την αξιολόγηση του IQ του πληθυσμού είχε δώσει ένα μέσο όρο συγκρίσιμο με αυτόν του Τέρενς Κουίκ. Μια ολοκληρωτική καταστροφή!
Οι πέντε έφοροι, επιφορτισμένοι με τη διακυβέρνηση του έθνους, είχαν αποφασίσει να συμπιέσουν όλη την ανθρώπινη νοημοσύνη και όλες τις διαθέσιμες πληροφορίες και να τις μεταφέρουν στον εγκέφαλο του Κu-Li Δ΄, ειδικά τροποποιημένο για να χωρέσει τα 40.000 υπερ-γίγα byte μνήμης που απαιτούνταν για την επιχείρηση. Η δυναστεία Miz-O-Taki θα γινόταν έτσι ο θεματοφύλακας όλης της ανθρώπινης γνώσης, η οποία θα μεταφερόταν για πάντα από πατέρα σε γιο με μια βιολογική σεξουαλική επαφή διάρκειας τουλάχιστον 25 δευτερολέπτων.
Όλα φαινόταν να προχωρούν άψογα μέχρι που ο Κu-Li Δ΄, στριμωγμένος από τον Ευαγγελάτο κατά τη διάρκεια της τελευταίας συνέντευξης Τύπου, δήλωσε ότι έπασχε από μια πολύ ενοχλητική οξεία «πρόωρη εκσπερμάτιση» που πιθανότατα θα τον εμπόδιζε να ολοκληρώσει τη μεταφορά. Σιωπή έπεσε στην αίθουσα και μια μάσκα θυμού αναμεμειγμένη με έκπληξη εμφανίστηκε στα πρόσωπα των πέντε εφόρων. Όλη η ανθρώπινη γνώση θα μπορούσε να χαθεί, αν η πράξη της σεξουαλικής επαφής αποτύγχανε. Ο μονάρχης μας υποβλήθηκε σε επανειλημμένες δοκιμές, αλλά φαίνεται ότι το καλύτερο αποτέλεσμα που επιτεύχθηκε δεν ήταν καν υπολογίσιμο σε νανοδευτερόλεπτα. Μια ασυνήθιστη και ενοχλητική κατάσταση!
Μια ομάδα επιστημόνων από το Caltech (Ινστιτούτο Τεχνολογίας της Καλιφόρνιας), με επικεφαλής τον σπουδαίο Κιπ Θορν, αποφάσισε στη συνέχεια να επαναλάβει, με νέο τρόπο, ένα θρυλικό πείραμα του 1935. Αυτό το πείραμα, γνωστό ως το «παράδοξο EPR» (πήρε το όνομά του από τους τρεις επιστήμονες που το πρότειναν: Αϊνστάιν, Ποντόλσκι και Ρόζεν), στόχευε στην αμφισβήτηση της αρχής της «μη τοπικότητας» που υποστηρίχθηκε από την τότε φρέσκια και καινοτόμο κβαντική θεωρία. Σε αυτή την περίπτωση, αντί να διαχωριστούν τα δύο σωματίδια με αντίθετα σπιν, χρησιμοποιήθηκε μια εξελιγμένη βιογενετική τεχνική για να διαιρεθεί η προσωπικότητα του Κu-Li Δ΄ σε δύο ξεχωριστά άτομα αντίθετου φύλου: ο Mizos ο αλαζόνας και ο Τakis (γενετικά τροποποιημένος) η σκανδαλιάρα. Τα δύο νέα άτομα μεταφέρθηκαν στη συνέχεια σε ξεχωριστούς γαλαξίες, περίπου 270.000 έτη φωτός μακριά, και ξεκίνησε η τηλεκατευθυνόμενη σεξουαλική επαφή. Το αποτέλεσμα του πειράματος άφησε τους πάντες άφωνους. Την ακριβή στιγμή που ο Takis, η σκανδαλιάρα, πρόφερε «Mizo, σε νιώθω», με έντονη ιαπωνική προφορά, ο απελπισμένος αλαζόνας, παραμορφωμένος από την υπερβολική σιελόρροια, ούρλιαξε με όλη του τη δύναμη, «Ααααααα… Έρχομαι…». Η συγχρονικότητα του γεγονότος έκανε το αποτέλεσμα παράδοξο. Η εκσπερμάτιση του Κυ-Li Δ΄ αψήφησε ακόμη και την ταχύτητα του φωτός, αμφισβητώντας την πλέον θρυλική «ειδική σχετικότητα» του Αϊνστάιν και επιβεβαιώνοντας ταυτόχρονα την αρχή της «μη τοπικότητας». Κάποιος ακούστηκε να φωνάζει ενθουσιασμένος: «Ο Θεός παίζει πραγματικά ζάρια με τον κόσμο!» (ήταν ο Μπισμπίκης που επέστρεφε από το καζίνο της Πάρνηθας).
Η επιστήμη βρίσκεται για άλλη μια φορά σε ένα σταυροδρόμι και η ανθρώπινη γνώση, συμπιεσμένη πλέον στα νευρωνικά κυκλώματα του Ku-Li Δ΄, δε θα βοηθήσει στην επιλογή της κατεύθυνσης που θα ακολουθήσει. Καθώς η Γη συνεχίζει τη μονότονη περιστροφή της και το σύμπαν συνεχίζει να διαστέλλεται με ιλιγγιώδη ρυθμό, η ακτινοβολία υποβάθρου φαίνεται να εκπέμπει αρχέγονους στεναγμούς και πρωτόγονα βογκητά. Η σκοτεινή ύλη μοιάζει να γίνεται πιο ζοφερή και μια καταστροφική βεβαιότητα διαπερνά την ψυχή κάθε ανθρώπου, παγώνοντας το αίμα του και στριμώχνοντας τα σωθικά του από φόβο: ο Άδωνις είναι ζωντανός και περιπλανιέται ανενόχλητος ανάμεσά μας!
Παν-αγία
<!Άντα Κουγιά html> <ναμπερ. 99999999999>
<ΗΛΙΚΙΑ> 76</p> <φρονήματα Επανέλεγχος> μοναδες 9?_
</ΔΙΑΜΟΝΗ 47.2285, 9.5612> <ΕΡΓΑΣΙΑ -14.7713, -67.3924>

1966, Χριστούγεννα
«Μαρία, η μάνα σου». Αυτό της είπε μόλις πέρασε την πόρτα της αυλής και τότε κατάλαβε. Γιατί το «Μαρία, η μάνα σου» συνοδεύτηκε από το τύλιγμα ενός μαύρου μάλλινου υφάσματος (?) γύρω από τους ώμους της. Η κυρα-Λέλα ποτέ δεν έπλεκε μαύρα σάλια∙ μόνο χρωματιστά. Και ενώ ο τόνος της φωνής της ήταν πάντα ίδιος, η διάθεσή της φαινόταν από το χρώμα του πλεκτού: με το κίτρινο είχε τα σεκλέτια της, με το ροζ θυμόταν το μακαρίτη τον άντρα της και με το κόκκινο μιλούσε για τ’ αδέρφια της που αλληλοσκοτώθηκαν στον Εμφύλιο.
Η Μαρία δεν μίλησε. Την κοίταξε με γουρλωμένα μάτια. «Έλα, κόρη μου, μόλις έπεσε, στο πάτωμα είναι. Ψήναμε ελληνικό και έμεινε εκεί εν τόπω χλοερώ. Η Παναγία να τη φυλάει εκεί ψηλά», είπε η κυρα-Λέλα όσο σταυροκοπιόταν.
Η Μαρία πέρασε το κατώφλι και την είδε — παγωμένη αλλά γαλήνια. Η κυρα-Λέλα έβγαλε κάτι από την τσέπη της. «Πάρε αυτές τις μαύρες κάλτσες. Καθαρές είναι. Εσύ, που δεν έχεις χάσει άντρα, σιγά μην έχεις μαύρα. Τώρα πρέπει να βάλεις. Μην σε δει η γειτονιά με τα μπεζ».
Η Μαρία παρέμενε άφωνη. Να κλάψει; Να κουνηθεί; Να βγει τραβώντας τα μαλλιά της; Δεν μπορούσε μόνη της. Θα έπαιρνε τον Κωστή. Ποτέ δεν χώνεψε την πεθερά του, αλλά θα τη βοηθούσε. Έτρεξε στο περίπτερο. «Κωστή… η μάνα μου». «Ω, καλά, θα πάρω το νεκροθάφτη να κανονίσει». ΜΠΙΠ, η γραμμή έκλεισε.
Απέναντι από το περίπτερο, μια εκκλησία. Η Μαρία μπήκε κι άναψε ένα κερί στη μνήμη της και φίλησε την εικόνα της Παναγίας. Μετά θα άρχιζε τα κόλλυβα και την ψαρόσουπα. Ίσως τότε κανείς να μην έβλεπε τα δάκρυά της.
2026, Χριστούγεννα
«Την Παναγία σου, ρε μάνα. Γαμώ την Παναγία σου». Η Μαρία είχε γίνει τούμπανο από το κλάμα. Οι νοσοκόμες την κοιτούσαν, η αδερφή της έκανε εμετό στην τουαλέτα και τα κοράκια από τα γραφεία τελετών είχαν βάρδια στο νοσοκομείο όπως κάθε νύχτα. Πλησίαζαν με κάρτες και ευγένειες και η Μαρία ούρλιαζε: «Να πάτε να γαμηθείτε ρε καριόληδες!»
Μα πιο πολύ απ’ όλους τα ’χε βάλει με τη μάνα της: που στους γιατρούς δεν πήγαινε, που κάπνιζε δύο δύο τα τσιγάρα, που τα ’σκιζε τα Famous Grouse, την Παναγία και τον Χριστό της. Κι όλο προσευχόταν στην Παναγία να μην πεθάνει νέα.
Η Μαρία δεν μπορούσε να σταματήσει να ουρλιάζει. Ήταν σε υστερία. Πήρε ένα ζάναξ και αμέσως κάλεσε τον ψυχίατρο.
«Πάει η μάνα μου, γιατρέ…»
«Πάρτε το ηρεμιστικό σας. Βασικά, πάρτε δύο. Και θα κάνουμε ένα έκτακτο ραντεβού μετά την κηδεία.»
«Ναι…», ψέλλισε και το ’κλεισε.
Πήρε τηλέφωνο τον Κωστή.
«Ήθελα κι εγώ να σε πάρω», της λέει. «Είναι Χριστούγεννα κι αισθάνθηκα μια πίεση. Δεν μπορώ, με τη μάνα σου άρρωστη, να περνάω τόσο χάλια στις γιορτές. Ας κάνουμε ένα μπρέικ».
«Πέθανε, Κωστή».
«Ωχ… συλλυπητήρια. Δεν έπρεπε να μου το πεις αυτό. Χρειάζομαι ζάναξ. Και τον γιατρό μου, να πάρω τον γιατρό μου». ΜΠΙΙΙΙΠ. Εκείνη τη στιγμή είδε το εκκλησάκι απέναντι. Παναγία Φανερωμένη. Μπήκε μέσα και χωρίς να το καταλάβει κλώτσησε τα κεριά. Άνοιξε το Facebook. Δεν έβλεπε καλά καλά την οθόνη από το κλάμα. «Η μαμά δεν είναι πια κοντά μας. Θα σας ενημερώσουμε για το τελευταίο ταξίδι. Ήταν καλή μάνα, γαμώ την Παναγία της».
2066, Χριστούγεννα
«Η Παναγία στην Ορθόδοξη, και γενικότερα στη Χριστιανική παράδοση, ήταν η Μητέρα του Ιησού Χριστού, άγια, αγνή και αμόλυντη από τη γέννησή της. Κοινός τόπος ήταν να προσεύχονται σε αυτήν όσοι έχαναν παιδιά και γονείς».
Η Μαρία είχε μόλις χάσει τη μητέρα της — την περίμεναν. Κανείς πια δεν μπορούσε να κάνει τίποτα με όλες αυτές τις αρρώστιες και την πνιγηρή ατμόσφαιρα κι ένιωσε την ανάγκη να μάθει τι ήταν αυτό το «Παναγία μου» που ψέλλιζε καμιά φορά η μάνα της. Παλιό. Πολύ παλιό. Πολύ μακρινό. Πολύ άλλο. Πολύ αλλού.
Φόρεσε άσπρα. Πήγε στο νεκροκαυστήριο. Αποχαιρέτησε το κορμί της μάνας της όσο κοιτούσε τις φλόγες. Τίποτα όμως δεν θα χαλούσε τον καφέ που είχαν κανονίσει από χθες. Έφτασε στην Πεντέλη, σε ένα μαγαζί έξω από ένα παλιό κτίσμα που ακόμη μύριζε κάτι σαν λιβάνι. Παρήγγειλε ένα μοριακό καφέ. Άνοιξε το κινητό και πάτησε την εφαρμογή. Φυσικά είχαν προετοιμαστεί για το ενδεχόμενο του χαμού της και είχαν αποφασίσει ότι θα έμενε για πάντα ως ψηφιακό αποτύπωμα στο κινητό. Τίποτα δε θα χαλούσε. Όλα θα έμεναν ίδια. Η μορφή της μαμάς της εμφανίστηκε στο κινητό κι ακούστηκε η φωνή της λίγο μετά.
«Τι κάνεις, Μαράκι; Πάλι μοριακό; Πρόσεχε τα νεύρα σου».
«Καλά είμαι, ρε μαμά. Είχα και νέα να σου πω. Θα… θα αναπαραχθούμε με τον Κωστή. Το αποφασίσαμε».
«Τι ωραία νέα! Άντε, ανυπομονώ να πιάσω το εγγόνι στα χέρια μου».
Ο μοριακός καφές της στάθηκε στον λάρυγγα. Τώρα μόλις κατάλαβε πως δεν θα την ξανακουμπούσε ποτέ.















































































































