Πριν από το σχολείο, πριν από τα μαθήματα, πριν από κάθε δραστηριότητα, υπάρχει ένα πρώτο και πιο σημαντικό σχολείο: η οικογένεια. Εκεί ένα παιδί μαθαίνει να μοιράζεται, να ακούει, να συνεργάζεται, να εκφράζει όσα νιώθει και να καταλαβαίνει τον κόσμο γύρω του. Σήμερα, όμως, ο χρόνος τού «μαζί» γίνεται όλο και πιο δύσκολος.
Οι γονείς δουλεύουν πολλές ώρες, τα παιδιά τρέχουν από τη μία δραστηριότητα στην άλλη και οι οθόνες συχνά κλέβουν τον χρόνο που θα μπορούσε να γίνει κοινός. Η οικογένεια δεν χρειάζεται να είναι τέλεια. Χρειάζεται να είναι παρούσα. Με ένα οικογενειακό τραπέζι, μια βόλτα, μια κουβέντα χωρίς κινητά, ακόμη και λίγη βαρεμάρα. Όταν υπάρξει ο κοινός χρόνος, τότε θα βρεθεί και ο τρόπος. Κάτι που μπορεί να ξεκινήσει ως ένα χαζό παιχνίδι μπορεί να γίνει μία τελετουργία· μία αόριστη κουβέντα μπορεί να καταλήξει σε μία ενδιαφέρουσα συζήτηση για θέματα που απασχολούν· μία αφελής ερώτηση μπορεί να ανοίξει έναν καινούριο κόσμο. Αυτό που τελικά μένει στα παιδιά και τα δυναμώνει, είναι οι στιγμές που ένιωσαν ότι κάποιος ήταν όντως εκεί για αυτά, σε ένα ασφαλές περιβάλλον.
Οικογενειακό τραπέζι… υπό εξαφάνιση!
γράφει η Άρτεμις Πλανάκη Φιλόλογος, συγγραφέας
Κάθε μεσημέρι μετά το σχολείο, περίμενα πώς και πώς να γυρίσω στο σπίτι να φάμε μαζί με την οικογένειά μου. Με τους συμμαθητές μου το τελευταίο διάλειμμα οι συζητήσεις μας περιστρέφονταν γύρω από φαγητά της μαμάς μας, αν και νηστικοί δεν ήμασταν λόγω κυλικείου. Νομίζω ότι μας δημιουργούσε μια αίσθηση οικογενειακής θαλπωρής, που όλα τα παιδιά είχαμε ανάγκη να νιώσουμε μέσα στις κουραστικές τελευταίες ώρες του σχολείου.
Ξεκινώντας με αυτή τη δυνατή ανάμνηση της γενιάς μου (σαραντάρηδες!) θα μεταβούμε στο σήμερα, που το κοινό τραπέζι τείνει να εξαφανιστεί. Πλέον υπάρχει το ολοήμερο σχολείο, που αδιαμφισβήτητα εξυπηρετεί μεγάλη μερίδα εργαζόμενων γονέων, αλλά το μεσημεριανό βρίσκεται σε ταπεράκι και τα παιδιά του δημοτικού τουλάχιστον τρώνε μαζί με τους συμμαθητές τους και τους δασκάλους τους. Επίσης τα παιδιά μεγαλύτερων βαθμίδων γυρίζουν σπίτι πιο νωρίς από τους δικούς τους και τρώνε μόνα τους ή απ’ έξω κάτι πρόχειρο και γρήγορο.
Θα πει κάποιος ότι είναι φυσιολογικές αλλαγές της διεθνούς ανάπτυξης και του παγκόσμιου μοντέλου ζωής που τα παιδιά δεν έχουν ανάγκη το κοινό τραπέζι για να απολαύσουν οικογενειακές στιγμές. Επιτρέψτε μου να διαφωνήσω. Το κοινό τραπέζι δεν είναι αμελητέο ως προς την συναισθηματική και κοινωνική ανάπτυξη του παιδιού. Έχει πολλά επικοινωνιακά οφέλη.
Αρχικά γίνεται ανταλλαγή των νέων της ημέρας, πώς ήταν σήμερα η τάξη, τι έγινε στο διάλειμμα, τι συνέβη στην ώρα των μαθημάτων κι όλα τα νέα του σχολείου λέγονται με σοβαρό ή χιουμοριστικό τρόπο. Επίσης οι γονείς εκφράζουν κι αυτοί τι έγινε στη δουλειά τους και εντάσσουν τα παιδιά στον κόσμο των ενηλίκων με ήπιο ή πιο έντονο τρόπο. Πάνω από ένα πιάτο με κοινό ή λίγο διαφορετικό φαγητό, εκτός από την όρεξη «ανοίγει» και η καρδιά των μελών. Ακόμη υπάρχουν πολλές ανακοινώσεις ευχάριστες όπως προαγωγή, καλή βαθμολογία, συμφιλίωση με κάποιο συμμαθητή ή φίλο, αλλά και δυσάρεστες καταθέσεις ψυχής όπως μια άσχημη μέρα στη δουλειά, κάποια πίεση ή παρεξήγηση που αναστάτωσε κάποιο μέλος.
Όλα τα παραπάνω προσφέρουν ψυχική ανακούφιση, μοίρασμα ανησυχιών ώστε να ηρεμήσουμε και να απομακρυνθούμε από οθόνες. Η επικοινωνία μας με τους γονείς ή τα παιδιά μας δεν είναι κάτι τόσο πολύπλοκο αλλά εύκολο, αν το κοινό τραπέζι γίνει ένα ενδοοικογενειακό «έθιμο» όλων σε ώρα που προφανώς εξυπηρετεί την εκάστοτε οικογένεια. Επιπλέον δημιουργεί αναμνήσεις ευχάριστες ή λιγότερο ευχάριστες (διενέξεις ή βαρυσήμαντες ανακοινώσεις π.χ. εγκυμοσύνη, μεταθέσεις, ταξίδια) όμως όλες είναι αληθινές και κάποτε που κάποιο μέλος δε θα ζει, θα αναπολούμε εκείνες τις στιγμές.
Ξέρω ότι η εποχή μας δεν είναι εύκολη κι όλοι τρέχουμε να προλάβουμε κάτι, όμως πρέπει να έχουμε στο νου μας ότι το μισάωρο ενός κοινού τραπεζιού δεν είναι ένας χρόνος που δεν υπάρχει μέσα στη μέρα μας καθόλου (stop scrolling please!)… Ίσως είναι καιρός να επαναπροσδιορίσουμε την αξία του οικογενειακού τραπεζιού στην καθημερινότητα, γιατί ένα πιάτο φαγητό, δεν κρύβει μόνο θερμίδες αλλά και πολλή αγάπη, που όλοι θέλουμε να απολαύσουμε δίχως ενδοιασμούς!
Καλή μας όρεξη, αγαπημένα πρόσωπα!
Το κυνήγι της ευτυχίας / το κυνηγητό της επιτυχίας
γράφει o Αντώνης Τσιώνης, Ψυχίατρος, Ψυχοθεραπευτής
Όταν διαβάζω τη λέξη «Πανελλήνιες» αυτόματα σφίγγεται το στομάχι μου – έχουν περάσει από τις δικές μου δεκαπέντε χρόνια, και ακόμα. Πανελλήνιες. Περνάν από το μυαλό μου οι επιτυχόντες, οι «πρώτοι», βαθμοί, παιδιά που «τα κατάφεραν» και παιδιά που πρέπει να διαχειριστούν την αίσθηση του ότι δεν τα κατάφεραν. Φλας μπροστά από πίνακες αποτελεσμάτων. Μια εξέταση τελικός σταθμός ενός συστήματος που συνεχώς σε μετράει.
Σε μετράει και σε χαρακτηρίζει γιατί, ενώ η προσπάθεια και η επιμονή είναι απαραίτητα στοιχεία στην εξέλιξη ενός νεαρού ανθρώπου, έχουμε φτάσει σε ένα σημείο όπου η επίδοση παύει να είναι τα αποτελέσματα αυτών που κάνουμε και μετατρέπεται σε κάτι «που είμαστε».
Στην ψυχολογία υπάρχει ένας όρος γι’ αυτό, «contingent self-worth», δηλαδή αυτοαξία που εξαρτάται από την επιτυχία σε έναν συγκεκριμένο τομέα. Η μετάφραση δηλαδή ενός κακού βαθμού από το «δεν τα πήγα καλά» στο «δεν είμαι αρκετά καλός/ή». Όσο περισσότερο η αξία του εαυτού είναι δεμένη με την επίδοση, τόσο πιο απειλητική γίνεται και κάθε «αποτυχία».
Αυτό συναντιέται με έναν δεύτερο μηχανισμό που έχει πάρει τα πάνω του τελευταία: την τελειοθηρία. Μια μεγάλη μετα-ανάλυση του 2026, με περισσότερους από 82.000 φοιτητές, δείχνει ότι στους νεότερους φοιτητές αυξάνονται η τελειοθηρία, ο φόβος του λάθους και η αίσθηση ότι οι άλλοι απαιτούν όλο και περισσότερα. Σε άλλη μετα-ανάλυση, 121 μελετών σε νέους, οι «τελειοθηρικές ανησυχίες» είχαν συσχετίσεις με κατάθλιψη, άγχος και ιδεοψυχαναγκαστικά συμπτώματα.
![]()
Όλα αυτά ενώ η εφηβεία είναι ίσως η χειρότερη στιγμή για να σε φορτώσει κανείς με το μήνυμα «η αξία σου θα φανεί από το αν θα πετύχεις». Είναι μια ηλικία στην οποία είμαστε ιδιαίτερα ευαίσθητοι στην κοινωνική αξιολόγηση και στην απόρριψη, καθώς ψάχνουμε τη θέση μας μέσα στο κοινωνικό σύνολο.
Ταυτόχρονα έχει νόημα να συζητήσουμε και για ποια «επιτυχία» μιλάμε. Με όρους νέου «αμερικάνικου ονείρου»: αν δουλέψω σκληρά θα έρθουν σπίτια, λεφτά και αυτοκίνητα; Γιατί εδώ κρύβεται και το πρόβλημα με την ακραία εκδοχή της αξιοκρατίας. Η ιδέα «οι καλοί τα καταφέρνουν» υπόσχεται δικαιοσύνη και σιγουριά: αν δουλέψεις αρκετά, όλα θα πάνε καλά. Η πραγματική ζωή όμως δεν είναι έτσι. Περιλαμβάνει μεν ικανότητα και προσπάθεια, αλλά και τύχη, αρρώστια, προϋπάρχοντα χρήματα, συγκυρίες, άλλους ανθρώπους και μερικές φορές απλώς timing.
Ίσως λοιπόν χρειάζεται ένας άλλος ορισμός της επιτυχίας και η ψυχοψαχτική έρευνα μας δίνει μια κατεύθυνση. Η θεωρία του αυτοκαθορισμού περιγράφει τρεις βασικές ανθρώπινες ανάγκες: αυτονομία, δηλαδή να αισθάνομαι ότι η ζωή που ζω είναι σε κάποιο βαθμό δική μου· επάρκεια, να νιώθω ότι μπορώ να κάνω πράγματα και να εξελίσσομαι· και σύνδεση, να έχω ανθρώπους με τους οποίους ανήκω. Μια μεγάλη μετα-ανάλυση περισσότερων από 443.000 ανθρώπων συνδέει σταθερά την υποστήριξη αυτών των αναγκών με μεγαλύτερη ευεξία.
Ταυτόχρονα, μια μετα-ανάλυση 70.000 ανθρώπων από 27 χώρες βρήκε ότι στόχοι όπως η προσωπική ανάπτυξη, οι σχέσεις, η υγεία και η προσφορά συνδέονταν με μεγαλύτερη ευεξία. Αντίθετα, όταν πλούτος, φήμη και εικόνα, το «αμερικάνικο όνειρο» που συζητήσαμε πριν, κυριαρχούσαν ως βασικοί στόχοι ζωής, η σχέση ήταν προς την αντίθετη κατεύθυνση!
Επιτυχία, λοιπόν, δεν είναι να κερδίζεις και να μη χάνεις ποτέ, αλλά να φτιάξεις μια ζωή που δεν καταρρέει όταν χάνεις. Να έχεις ανθρώπους. Να μπορείς να συντηρείς τον εαυτό σου χωρίς να τον εξαντλείς. Να κάνεις κάτι που έχει για σένα κάποιο νόημα. Να έχεις μια ζωή που σε μεγάλο βαθμό τη διάλεξες εσύ. Να μπορείς να αλλάξεις δρόμο χωρίς να πιστεύεις ότι απέτυχες ως άνθρωπος. Και να περνάς καλά.
Ίσως αυτό να είναι τελικά το δυσκολότερο και το πιο τίμιο μέτρο της επιτυχίας, όταν τα χρόνια περάσουν για τα καλά να μπορέσεις να πεις: με τα πάνω και τα κάτω της, έζησα μια καλή ζωή.
Μαμά, θα μου πεις ένα παραμύθι;
Ένα παιδί σήμερα μπορεί να έχει αμέτρητες ιστορίες διαθέσιμες με το πάτημα ενός κουμπιού. Βίντεο, παιχνίδια, σειρές, κινούμενα σχέδια. Η εικόνα έχει κατακλύσει τα πάντα και έρχεται έτοιμη, γρήγορη, εντυπωσιακή. Τι μπορεί, λοιπόν, να προσφέρει ένα παραμύθι μπροστά σε όλα αυτά;
Το παραμύθι δεν τα δίνει όλα έτοιμα. Ξεκινάει με το «μια φορά κι έναν καιρό» και αφήνει το παιδί να φτιάξει μόνο του το κάστρο, το δάσος, το λιβάδι, τον δράκο, τη θάλασσα, το πρόσωπο του ήρωα. Η φαντασία καλπάζει και το μυαλό χαίρεται να λειτουργεί.
Δεν είναι όμως μόνο θέμα φαντασίας. Η έρευνα γύρω από την κοινή ανάγνωση γονιού και παιδιού δείχνει οφέλη για την ανάπτυξη της γλώσσας και του λεξιλογίου. Μια μεγάλη συστηματική ανασκόπηση του 2025, που συγκέντρωσε 46 μελέτες και περισσότερα από 56.000 παιδιά προσχολικής ηλικίας, βρήκε σημαντική σχέση ανάμεσα στην κοινή ανάγνωση και στις γλωσσικές και αναπτυξιακές δεξιότητες. Άλλες αναλύσεις έχουν δείξει επίσης ότι όταν οι γονείς διαβάζουν μαζί με τα παιδιά και συζητούν την ιστορία, ενισχύονται πλευρές του προφορικού λόγου.
![]()
Πέρα όμως από τα μετρήσιμα οφέλη… Το παραμύθι μαθαίνει στο παιδί να περιμένει. Να ακούει. Να ακολουθεί μια ιστορία από την αρχή μέχρι το τέλος. Να αναρωτιέται τι θα γίνει μετά. Να μπαίνει στη θέση ενός ήρωα που φοβάται, ζηλεύει, χάνει, θυμώνει, αγαπάει, προσπαθεί. Αυτό, ειδικά όταν προκύπτει χωρίς εικόνα και μέσα από την κοινή ή μη ανάγνωση, έχει συνδεθεί με την καλλιέργεια κοινωνικών και συναισθηματικών δεξιοτήτων, ιδιαίτερα όταν η ιστορία γίνεται αφορμή για συζήτηση.
Το παραμύθι ζητά κάτι πολύ απλό και γι’ αυτό στις μέρες μας είναι τόσο δύσκολο: λίγο χρόνο και λίγη φαντασία.
Ας αναρωτηθούμε τι θα γίνει εάν τα παιδιά σταματήσουν να φαντάζονται. Γιατί αν σταματήσουν να φαντάζονται ένα σπίτι φτιαγμένο από ζαχαρωτά, πώς θα φανταστούν έναν άλλο κόσμο;
Αφήστε τα παιδιά να βαρεθούν
Έχουμε μάθει να φοβόμαστε τη βαρεμάρα – και σε αυτό βοηθάει το ότι μια ολόκληρη βιομηχανία είναι στημένη στην υπηρεσία της «μη βαρεμάρας». Γιατί το να μην κάνεις τίποτα ή να ανακαλύπτεις τι μπορείς να κάνεις μέσα και έξω από το σπίτι χωρίς κόστος δεν σε καθιστά καλό πελάτη/καταναλωτή. Μόλις υπάρχει ένα κενό στη μέρα μας, ψάχνουμε κάτι να το γεμίσουμε. Το ίδιο κάνουμε και με τα παιδιά: από το σχολείο και τα αγγλικά στη μία δραστηριότητα μετά την άλλη, και οθόνες, πολλές, πολλές οθόνες. Σαν να είναι επικίνδυνο να μείνει ένα παιδί για λίγο χωρίς να κάνει κάτι.
Κι όμως, σε έναν κόσμο που κινείται με αυτή τη λογική και με ιλιγγιώδεις ταχύτητες, το να καταφέρνεις να «μην κάνεις τίποτα» είναι δεξιότητα. Οι στιγμές του «βαριέμαι» μπορεί να είναι πολύτιμες. Όταν δεν υπάρχει έτοιμη διασκέδαση, το μυαλό αρχίζει να ψάχνει μόνο του. Ένα άδειο χαρτί γεμίζει ζωγραφιές, ένα σεντόνι γίνεται σπίτι, ένα ξύλο σπαθί. Η φαντασία χρειάζεται χώρο για να εμφανιστεί και ο ελεύθερος χρόνος, χωρίς πρόγραμμα και οδηγίες, είναι ίσως ο καλύτερος χώρος της.
![]()
Η επιστήμη δείχνει ότι οι μικρές δόσεις πλήξης μπορούν να βοηθήσουν τη δημιουργικότητα, την αυτονομία, την αυτοπεποίθηση και τη συναισθηματική ρύθμιση, ενώ προσφέρουν στο νευρικό σύστημα μια απαραίτητη παύση από τη διαρκή υπερδιέγερση. Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να αφήνουμε τα παιδιά μόνα ή χωρίς ερεθίσματα, αλλά ότι δεν χρειάζεται να τους βρίσκουμε πάντα (εμείς) τι θα κάνουν.
Ας μην πανικοβαλλόμαστε όταν ακούμε «μαμά, βαριέμαι». Εκείνη είναι η στιγμή που δεν χρειάζεται να κάνουμε τίποτα, ώστε το παιδί να ανακαλύψει τι μπορεί να κάνει μόνο του, χωρίς πάντα κάποιον να το καθοδηγεί.
Όχι παιχνίδια, παιχνιδι!
Πώς μαθαίνουμε στα παιδιά να συνεργάζονται, να χάνουν, να επινοούν, να λύνουν προβλήματα, να γελούν; Με το παιχνίδι! Βέβαια, ένα παιδί σήμερα μπορεί να έχει ένα δωμάτιο γεμάτο κούκλες, αυτοκινητάκια και επιτραπέζια και, παρ’ όλα αυτά, να βαριέται. Αυτό συμβαίνει γιατί το παιχνίδι είναι μια λειτουργία, ένας τρόπος σκέψης κι όχι ένα συγκεκριμένο αντικείμενο.
Το μυστικό, λοιπόν, δεν κρύβεται σε ένα δωμάτιο με ένα σκασμό παιχνίδια, αλλά στην παρέα μας. Το καλύτερο που μπορούμε να κάνουμε είναι να τους δώσουμε μια μικρή συνθήκη, μια ιδέα και χώρο για να εκφραστούν με ασφάλεια και να μάθουν πού μπορεί να τους πάει η φαντασία τους. Τα μαξιλάρια του καναπέ γίνονται βάρκες, ένα χάρτινο κουτί γίνεται πύραυλος που θα τους πάει ταξίδι στους πλανήτες και μια και μοναδική μπάλα αρκετή για περίπου 100 διαφορετικά παιχνίδια. Σε μια εποχή που επιμένει να προσπαθεί να μας πείσει ότι ο χρόνος μπορεί να αντικατασταθεί με υλικά πράγματα και πολλές πολλές αγορές, εμείς καθόμαστε στο πάτωμα, στο χώμα, στην άμμο μαζί τους και απλά… παίζουμε!














































































































