Ζούμε ανάμεσα σε δύο κόσμους: τον πραγματικό και εκείνον που χωράει σε μια φωτεινή οθόνη. Για ένα παιδί η αδιάκοπη επαφή με το διαδίκτυο, τα social media και τις οθόνες μπορεί εύκολα να γίνει εξάρτηση, και όσο περισσότερο χρόνο περνά εκεί, τόσο λιγότερο χρόνο μένει για παιχνίδι, κίνηση, συζήτηση, παρατήρηση, φαντασία και επαφή με τον πραγματικό κόσμο.
Τα παιδιά, τα οποία ακόμη διαμορφώνουν τον τρόπο με τον οποίο σκέφτονται και αντιλαμβάνονται όσα συμβαίνουν γύρω τους, χρειάζονται υγιή και πραγματικά ερεθίσματα για την ανάπτυξή τους, που δεν μπορεί να δώσει ένας αλγόριθμος. Χρειάζονται τη γραφή το χέρι, να βαριούνται, να κάνουν λάθη, να κοιτούν γύρω τους, να ανακαλύπτουν και να σκέφτονται με το δικό τους μυαλό. Οι επιπτώσεις από το φαινόμενο αυτό το οποίο έχει πάρει τη μορφή πανδημίας, είναι ήδη εδώ. εκπαιδευτικοί έχουν παρατηρήσει τα εξής: στην τάξη είναι νευρικά, διαθέτουν όλο και λιγότερες απτικές ικανότητες, η απόδοση των μαθητών μειώνεται σταθερά, χάνουν το ενδιαφέρον τους για τα βιβλία, αποσπώνται συχνά από αυτό που κάνουν, αποξενώνονται και πολλά ακόμη. Ανάμεσα σε αυτούς τους δύο κόσμους, λοιπόν, πρέπει να αποφασίσουμε με ποια πλευρά θέλουμε να είμαστε.
Κι αν πια μείνουμε μόνο με ένα δάχτυλο;
Κάποτε είχαμε ουρές για να ανεβαίνουμε στα δέντρα ή τουλάχιστον έτσι λέει ο Δαρβίνος. Κάποτε είχαμε και φρονιμίτες. Δεν ξέρω ακριβώς σε τι χρησίμευαν, ξέρω όμως ότι εγώ έχω πληρώσει 600 ευρώ για να τους βγάλω (και μου μένει άλλος ένας). Σε κάθε περίπτωση, αν ισχύει η εξελικτική θεωρία, εμείς πλέον δεν έχουμε ουρά και φρονιμίτες γιατί δεν τα έχουμε πια ανάγκη.
Τη σήμερον, έχουμε δέκα δάχτυλα. Για να πιάνουμε, να νιώθουμε, να γράφουμε, να πιανόμαστε χεράκι χεράκι, να πληκτρολογούμε –εμπρός, καλή μου γραφομηχανή, εμπρός καλό μου πληκτρολόγιο– να κουμπώνουμε, να δείχνουμε, να δημιουργούμε. Και, κυρίως, για να κρατάμε το κινητό.
Και όταν όλα θα γίνονται από το κινητό, τι θα απογίνουν τα δάχτυλά μας; Τώρα που σκρολάρουμε όλη μέρα, μήπως στο μέλλον θα μας μείνει μόνο ο αντίχειρας; Ο δείκτης; Ή, στην καλύτερη περίπτωση, και τα δύο;
Με έναν αντίχειρα θα μπορούμε να κάνουμε scroll, like, swipe και skip. Με έναν δείκτη θα μπορούμε να δείχνουμε, να πατάμε κουμπιά και να λέμε «εκεί!» χωρίς να μιλάμε.
Με δείκτη και αντίχειρα, όμως, μπορούμε να κάνουμε πολύ περισσότερα: να πιάνουμε ένα μανταλάκι και να το βάζουμε στην απλώστρα, να ανοίγουμε ένα βιβλίο, να δένουμε τα κορδόνια μας, να κρατιόμαστε δαχτυλάκι δαχτυλάκι. Μπορεί η εξέλιξη να μας αφήσει τελικά με δύο δάχτυλα. Ας ελπίσουμε μόνο να θυμόμαστε ακόμα τι μπορούμε να κάνουμε με τα υπόλοιπα οκτώ.
Αν βεβαια μπουν όλα σε φωνητικές εντολές, δεν θα έχουμε κανένα απολύτως δάχτυλο. Χμ. Τότε θα είμαστε οι αδάχτυλοι.
Τώρα θυμήθηκα εκείνη την ταινία του Τζέιμς Μποντ. Ο χρυσοδάκτυλος νομίζω. Λέτε αν μείνουμε με ένα δάχτυλο, να φτιάχνουμε χρυσό με ό,τι αγγίζουμε όπως ο Μήδας;
Ας σταματήσουμε να σκρολάρουμε γιατί με την απώλεια των δαχτύλων θα χάσουμε και κάτι πολύ σημαντικότερο. Τη μούτζα.
Στερεότυπα & κοινοτοπίες γύρω από την υπερβολική χρήση οθονών και την πλοήγηση παιδιών στο διαδίκτυο
γράφει η Ευγενία Σαρηγιαννίδη Επ. Διευθύντρια Δικτύου Psy Counsellors, Ψυχολόγος, MSc
Τα τελευταία χρόνια η πολύωρη έκθεση των παιδιών στις οθόνες και οι συνέπειές της μοιάζει να ανησυχεί όλο και περισσότερο γονείς και κηδεμόνες, σε τέτοιο βαθμό μάλιστα, που οι κυβερνήσεις (μεταξύ των οποίων και η ελληνική) να αισθάνονται την ανάγκη να απαντήσουν σε αυτές τις «ανησυχίες» με πράξεις νομοθετικού περιεχομένου με σκοπό, όπως υποτίθεται, τον έλεγχο της χρήσης του διαδικτύου από την πλευρά των ανηλίκων. Όπως όμως οι περισσότερες συζητήσεις και οι δημόσιοι διάλογοι έτσι και αυτή, παρότι είναι καθοριστικής σημασίας γιατί αφορά ζητήματα της ανάπτυξης της σκέψης των παιδιών, της κοινωνικοποίησης, της οικοδόμησης της προσωπικότητας κ.λπ. γίνεται, όπως και οι υπόλοιπες, προσχηματικά με στερεότυπα επιχειρήματα και κοινοτοπίες, με μισές αλήθειες, με επιφανειακά ευχολόγια και νομοθετικά ημίμετρα «για τα μάτια του κόσμου» ή ακόμα με προσχηματικές και εν μέρει ανεφάρμοστες, μη ρεαλιστικές απαγορεύσεις. Δεν θα υπεισέρθουμε περισσότερο σε αυτά τα ζητήματα, διότι θα ξέφευγε των στόχων του παρόντος άρθρου. Μπορούν άλλωστε όσοι ενδιαφέρονται να ανατρέξουν σε παλιότερες δημοσιεύσεις. Όμως θα επιχειρήσουμε να επικεντρωθούμε σε σημεία που στοιχειοθετούν τις προσχηματικές συζητήσεις αναφορικά με το εν λόγω ζήτημα, ώστε να αναδειχθεί η ανάγκη η ίδια η κοινωνία αναστοχαζόμενη πάνω στα κακώς κείμενα της, να λάβει μέτρα αλλαγής μοντέλου διαχείρισης μιας συμπεριφοράς (χρήση διαδικτύου) που εξελίσσεται σε ψυχοκοινωνική παθογένεια (εθισμός) για όλο και μεγαλύτερες ομάδες πληθυσμού.

Καταρχάς, ας αναρωτηθούμε, πως απασχολούνταν τα παιδιά πριν υπάρξουν τα smartphones, τα tablet και οι Η/Υ;
Οι σημερινοί φροντιστές ανηλίκων, ζώντας στο αέναο παρόν της εκάστοτε μόδας και του ανάλογου lifestyle, μοιάζουν να έχουν ξεχάσει τι έκανε κάποιος επί παραδείγματι με το παιδί στο αεροπλάνο ή στο πλοίο, πριν υπάρξουν σε ευρεία χρήση τα κινητά και τα τάμπλετ. Μοιάζουν να μην θυμούνται πώς απασχολούσαν οι γονείς τα παιδιά στην ταβέρνα ή στην καφετέρια. Μοιάζει να τους φαίνεται ιδιαίτερα δύσκολο κάτι που πριν κάποια χρόνια θεωρείτο αυτονόητο, δηλαδή να βρει κάτι να παίξει μόνο του ή με άλλα παιδιά, χωρίς να χρειαστεί ο γονιός, με την πρώτη δυσαρέσκεια, να το ακινητοποιήσει ψυχοδιανοητικά και σωματικά μπροστά σε μια οθόνη. Γιατί δεν πρέπει να δυσαρεστηθεί ένα παιδί, να βαρεθεί η ακόμα και να κλάψει; Για να ευθυμήσουμε, ας θυμηθούμε πως κάποτε, όπου τα μπουζούκια δεν έκλειναν ποτέ, μέχρι και εκεί έβλεπες παιδιά – λίγο να χορεύουν, λίγο να κοιμούνται, λίγο να βαριούνται, αλλά όχι να εγκλωβίζονται στην αποβλακωμένη συνθήκη αποκοπής από την πραγματικότητα της υπόλοιπης κοινωνίας στην οποία καλούνται να ζήσουν, ν’ ανατραφούν και να μεγαλώσουν. «Μα δεν κάθονται τα παιδιά! Όπου και αν τα πάρεις αν δεν τους δώσεις κινητό, δεν κάθονται!», αναφωνούν οι σημερινοί γονείς, ξεχνώντας πως κι αυτοί κάποτε υπήρξαν παιδιά και «κάπως κάθονταν»…
Παράλληλα, στο δημόσιο λόγο επικρατούν επί του θέματος δυο «μισές αλήθειες» που συνδέονται με την εργασιακή και οικονομική κατάσταση των γονέων:
α) Οι γονείς εγκαταλείπουν τα παιδιά στις οθόνες γιατί είναι ο πιο οικονομικός τρόπος διασκέδασης.
Ως προς αυτό το επιχείρημα ας διερωτηθούμε:
Αφού λοιπόν οι γονείς είναι, όπως υποτίθεται, άνεργοι ή υποαπασχολούμενοι, γιατί δεν προσφέρουν οι ίδιοι κάποιο πιο ποιοτικό τρόπο διασκέδασης στα παιδιά; Παιχνίδι στο σπίτι, ανταλλαγές επισκέψεων σε σπίτια φίλων, κουβέντα, επίσκεψη στο πλησιέστερο πάρκο, στην παιδική χαρά ή στην πλατεία, μαγείρεμα από κοινού, οικιακές εργασίες «σαν παιχνίδι» είναι δραστηριότητες οι οποίες δεν κοστίζουν καθόλου και θα μπορούσαν να συνδυαστούν με την καθημερινότητα της οικογένειας του παιδιού. Αντίθετα, το στενά οικονομίστικο επιχείρημα ανατρέπεται όταν σκεφτούμε πως αυτές τις ακριβές συσκευές, τις συνδέσεις στο internet, τα δεδομένα, τις συνδρομητικές τηλεοράσεις, τις κάρτες για τα online παιχνίδια, τις κονσόλες, τα play, τα xbox κ.λπ. κάποιος τα πληρώνει. Και προφανώς όχι το ίδιο το παιδί μαζεύοντας χρήματα από το πλησιέστερο στο σπίτι του φανάρι, καθαρίζοντας τζάμια, ούτε από τον μισθό που λαμβάνει στα πλαίσια της παιδικής εργασίας. Γιατί μέσα σε όλα τα επιχειρήματα, που διαμείβονται από μη ειδικούς, αλλά και από ειδικούς, όπως υπαινιχθήκαμε και παραπάνω, είναι πως οι οικογένειες με χαμηλά εισοδήματα αφήνουν τα παιδιά τους να διασκεδάζουν με οθόνες γιατί είναι ο πιο φθηνός τρόπος. «Ο πιο εύκολος ναι!», θα διευκρινίζαμε, ο πιο οικονομικός όχι.
β) Οι γονείς εγκαταλείπουν τα παιδιά τους σε οθόνες-νταντάδες, επειδή δουλεύουν πάρα πολλές ώρες και έχουν πολλές υποχρεώσεις.
Το επιχείρημα της πολύωρης εργασίας των γονέων και της εγκατάλειψης των παιδιών μπροστά σε οθόνες νταντάδες κάποιες από αυτές τις ώρες θα μπορούσε να είναι εύλογο, υπό την προϋπόθεση πως αυτά τα παιδιά είναι μόνα στο σπίτι μπροστά σε οθόνες καθόλη τη διάρκεια που οι γονείς δουλεύουν. Όμως αυτό το επιχείρημα, τουλάχιστον στην Ελλάδα, δεν συμβαίνει σε ηλικίες κάτω των 10-11 ετών, αφού πάντα βρίσκεται κάπου κοντά στα παιδιά κάποιος ενήλικος που τα προσέχει. Συνήθως κάποια γιαγιά, ίσως κάποια νταντά. Σπανίως, σε αστικά και ευκατάστατα σπίτια, μια «Φιλιππινέζα υπηρέτρια» που δεν μιλάει ελληνικά και τα βάζει μπροστά σε οθόνες, γιατί δεν μπορεί να επικοινωνήσει ή να παίξει μαζί τους.
Και στο σημείο αυτό οφείλουμε να αναρωτηθούμε: Πώς ακριβώς απασχολούσε τα παιδιά, «αυτός που τα κράταγε», μέχρι να γυρίσει η μαμά και ο μπαμπάς από τη δουλειά πριν υπάρξουν τα κινητά και τα tablet; Τι ακριβώς κάνουν οι σύγχρονες γιαγιάδες; Γιατί δεν μπορούν, όταν προσέχουν τα εγγόνια τους να τ’ απασχολήσουν, όπως οι μανάδες τους απασχόλησαν τα δικά τους παιδιά; Δεν μπορούν να παίξουν μαζί τους; Να τα πάνε μια βόλτα στην παιδική χαρά ή στο πάρκο; Να μαγειρέψουν μαζί με το παιδί; Να του δείξουν πως ανοίγεις φύλλο; Να τακτοποιήσουν το σπίτι παίζοντας «σήμερα κάνουμε δουλειές»; Να πλύνουν μαζί αυλές ή μπαλκόνια που τόσο αρέσει στα μικρά παιδιά; Προφανώς, δεν αναφερόμαστε ούτε σε δύσκολες, ούτε σε ακριβές δραστηριότητες, ούτε σε εξειδικευμένα ψυχοπαιδαγωγικά παιχνίδια, αλλά σε όλα τα απλά καθημερινά πράγματα με τα οποία απασχολούνταν τα παιδιά μέχρι να μπουν τα κινητά στη ζωή τους και που το ενήλικο περιβάλλον, επειδή «τα αγαπά τόσο πολύ», όπως λέγεται και τρέμει στην ιδέα μην βαρεθούν ή κλάψουν τους τα δίνει, έστω με λίγα αρνητικά σχόλια κάθε φορά που επίμονα θα τα ζητήσουν.
Όμως τι ακριβώς εννοούμε έμπρακτη εκδήλωση αγάπης και φροντίδας; Πόσο προσχηματική είναι η αγάπη που προσπαθεί να αποφύγει την έκφραση όλων των φυσιολογικών αντιδράσεων στη ζωή ενός παιδιού, όπως το να «κλάψει» ή να «βαρεθεί»; Πώς έρχεται η «αγαπουλινίστικη» επιχειρηματολογία να ενοχοποιήσει όλες τις συμπεριφορές που ενέχουν ένταση, πάθος ή οριοθέτηση και απαγορεύσεις; Σήμερα, αν μαλώσεις το παιδί σου στο δρόμο, θα «χτυπήσει άσχημα», αφού «όλα πρέπει να λύνονται με ήρεμο διάλογο», όπως λέγεται. Παλιότερα, αν το μάλωνες υπήρχε σοβαρή πιθανότητα οι διπλανοί, οι περαστικοί όσοι κάθονταν στο διπλανό τραπέζι στο εστιατόριο να συμπλήρωναν απευθυνόμενοι στο παιδί σου: «Έχει δίκιο η μάνα σου. Και λίγα σου είπε!» και το παιδί να συνετιζόταν νιώθοντας, πως δεν υπήρχε χώρος ούτε για διαμαρτυρίες, ούτε για έντονα κλάματα. Αντ’ αυτού, του στενού και ευρύτερου κοινωνικού ελέγχου, σήμερα επικρατεί μια ψευτοαγαπησιάρικη αδιαφορία, η οποία στην πραγματικότητα είναι μη ανεκτή από τα παιδιά που προκαλούν τα όρια και τα συναισθήματα των ενηλίκων «μπας και εκείνοι φιλοτιμηθούν» να οριοθετήσουν την παιδική παντοδυναμία και τις ανεξέλεγκτες παιδικές επιθυμίες. Άλλωστε, κομμάτι των γονεϊκών αρμοδιοτήτων είναι να βοηθούν τα παιδιά να αντιληφθούν την πραγματικότητα, ώστε να μπορέσουν να προσαρμοστούν σε αυτήν προάγοντας με αυτόν τον τρόπο την κοινωνικοποίηση του νεαρού ατόμου και την υγιή ανάπτυξη της προσωπικότητας και της νοημοσύνης. Να σημειώσουμε στο σημείο αυτό ότι η έννοια της προσαρμογής υπερβαίνει κατά πολύ και διαφοροποιείται από εκείνη της συμμόρφωσης στον εξωτερικό πραγματικό κόσμο. Στην εκλαϊκευμένη ψυχολογία του κοινού νου εσφαλμένα τείνουν να ταυτίζονται.
Κλείνοντας, θα πρέπει να επισημάνουμε συνοπτικά τρία επιπλέον στοιχεία που καθιστούν δημοφιλή πρακτική την ανεξέλεγκτη χρήση οθονών από την πλευρά των παιδιών:
- Η ευκολία που προσφέρει το εργαλείο: Χωρίς να ζοριστούν, να δυσκολευτούν ή να κοπιάσουν οι γονείς και φροντιστές των παιδιών μπορούν εύκολα και άνετα να τα απασχολήσουν σε οποιαδήποτε χρονική στιγμή, σε οποιοδήποτε μέρος. Διότι, βεβαίως η κουλτούρα της άκοπης ευημερίας δε θα μπορούσε να μην εφαρμόζεται και στη διαπαιδαγώγηση των παιδιών.
- Η πίεση προς την ομοιομορφία: «Όλοι το κάνουν, δεν μπορώ εγώ ως γονιός να διαφοροποιηθώ, δεν μπορώ να κάνω “τον κακό”. Όλα τα παιδιά έχουν κινητό δεν μπορεί το δικό μου να μην έχει».
- Ο μιμητισμός και το ενήλικο περιβάλλον ως πρότυπο: Το τρίτο στοιχείο αφορά τη χρήση οθονών από την πλευρά των ενηλίκων. Δεν μπορεί οι γονείς να είναι απορροφημένοι διαρκώς στα τάμπλετ, στα κινητά, στους υπολογιστές και στις smart τηλεοράσεις τους και να μην συνειδητοποιούν την επίδραση που θα έχει στο παιδί το δικό τους παράδειγμα κατά το γνωστόν «δάσκαλε που δίδασκες και νόμο δεν εκράτεις».
Ψηφιακό και πραγματικό περιεχόμενο στον σύγχρονο κόσμο
γράφει η Σωτηρία Ορφανίδου, Συγγραφέας, μεταφράστρια
«Σήμερα επικρατεί μια επικοινωνία δίχως κοινότητα», γράφει ο Μπιουνγκ-Τσουλ Χαν και αναφέρεται στην πραγματική κοινωνία μας, όχι στην ψηφιακή. Οι ψηφιακές κοινότητες, ωστόσο, είναι υπαρκτές. Υπάρχουν σε ένα παράλληλο σύμπαν που συχνά αλληλοϋφαίνεται με τον πραγματικό κόσμο, όχι πάντοτε αρμονικά. Ο σημερινός άνθρωπος ζει σε μεγάλο βαθμό διχασμένος ανάμεσα στον πραγματικό και στον ψηφιακό κόσμο και η ισορροπία, όπως και η είσοδος και έξοδός του από την ψηφιακή διάσταση, δεν είναι πάντοτε εύκολη υπόθεση. Άλλωστε, γι’ αυτόν τον σύγχρονο τρόπο ζωής δεν ήταν ψυχοβιολογικά κατασκευασμένος, ούτε προετοιμασμένος.
![]()
Ο ψηφιακός κόσμος όμως επηρεάζει τον πραγματικό, ενώ ταυτόχρονα όσα συμβαίνουν εκεί με τη μορφή bit δεν είναι πάντοτε αντιληπτά σε όσους βρίσκονται έξω από τους ψηφιακούς διαδρόμους. Η νεανική παραβατικότητα βρίσκει πρόσφορο έδαφος στον καλά κρυμμένο χώρο του διαδικτύου και οι έφηβοι οδηγούνται σε έναν χώρο έκφρασης μέσα από το ίδιο τους το δωμάτιο χωρίς μάλιστα να ανησυχήσει κανείς, αφού σύμφωνα με τους κανόνες του πραγματικού κόσμου το παιδί είναι στο σπίτι και «ασφαλές». Δεν είναι όμως έτσι τα πράγματα κι αυτό αποδεικνύεται από τα φαινόμενα που βλέπουν το φως της δημοσιότητας και σχετίζονται με cyberbullying, διαδικτυακό grooming ή διαδικτυακά challenges, όπως το πρόσφατο challenge εμπρησμού στο οποίο αποδόθηκε μια πυρκαγιά στην Πεντέλη το φετινό καλοκαίρι.
Όλοι είναι ευάλωτοι στον μεθυστικό κόσμο του διαδικτύου, όμως οι έφηβοι και τα παιδιά ακόμη περισσότερο, έχοντας εύπλαστο ψυχοσυναισθηματικό κόσμο και αυξημένη ορμή και διάθεση για πειραματισμό και εμπειρίες που θα κατακλύσουν το σύστημά τους με αδρεναλίνη και ντοπαμίνη, κάτι που προσφέρει πλέον απλόχερα και εύκολα το smartphone και ο ψηφιακός κόσμος. Δεν χρειάζονται γρήγορες μηχανές, επισκέψεις σε επικίνδυνα μέρη, υψηλές ταχύτητες ή ψυχοτρόπες ουσίες όπως γινόταν με τις προηγούμενες γενιές. Οι μεγάλες συγκινήσεις προσφέρονται πλέον ψηφιακά. Το σώμα είναι σταθερό και ακίνητο και την ίδια στιγμή –μέσω των ματιών κυρίως– τα ψηφιακά ερεθίσματα κατακλύζουν τον εγκέφαλο επηρεάζοντας έντονα τη νευροχημική δομή του οργανισμού του χρήστη με την εθιστική τους δράση, παράγοντας πραγματικά αποτελέσματα.
Η παιδεία, με την κλασική της έννοια, δεν υπάρχει πλέον, έχουμε απλώς εκπαίδευση. Η ανθρωπιστική παιδεία υποβαθμίζεται κάθε χρόνο προς όφελος των πιο «σύγχρονων απαιτήσεων», όπως οι ψηφιακές δεξιότητες. Τα μαθηματικά δεν αντιμετωπίζονται ως μια θετική επιστήμη που βοηθά νου και συλλογισμό, αλλά ενδιαφέρει πρωτίστως η αξιοποίησή τους από τις οικονομικές επιστήμες. Η γεωμετρία δεν διδάσκει πλέον λογική και ικανότητα ψύχραιμης επίλυσης προβλημάτων, αφού ως μη χρήσιμη πλέον τίθεται στο περιθώριο του διδακτικού προγράμματος. Το μάθημα της γλώσσας δεν διδάσκει σκέψη, ιδέες και αφηρημένες έννοιες, αλλά διεκπεραίωση σε επίπεδο κειμένου – κι αυτό, όταν δεν γίνεται η ανάθεση της σύνταξής του σε εφαρμογές Τεχνητής Νοημοσύνης.
Ακολουθώντας την ίδια λογική, παρότι αναγνωρίζει τη σημασία της ψηφιακής διάστασης, το εκπαιδευτικό σύστημα δεν φροντίζει τόσο να ενημερώσει για τους κινδύνους και να διδάξει την ορθή και οριοθετημένη χρήση των ψηφιακών και διαδικτυακών μέσων σε εφήβους και παιδιά, αλλά θεωρεί καθήκον του να εφοδιάσει απλώς τους μαθητές με «ψηφιακές δεξιότητες», ώστε να μπορούν να επιβιώσουν αργότερα επαγγελματικά, αντιμετωπίζοντάς τους ως εκκολαπτόμενους σύγχρονους εργάτες και το σχολείο ως φυτώριο μαζικής παραγωγής τους.
Η κοινωνία σήμερα απαρτίζεται από ενήλικες που έζησαν χωρίς διαδίκτυο, αλλά πλέον περνούν απροσδιόριστο χρόνο στην οθόνη του smartphone τους, ένα βήμα προτού γίνουν scroll-aholics. Αυτοί οι «μεγάλοι» καλούνται να εκπαιδεύσουν τους μικρότερους και να τους κατευθύνουν μακριά από τις παγίδες του ψηφιακού κόσμου, που δεν τις γνωρίζουν καλά καλά ούτε οι ίδιοι. Και η σύγχρονη εκπαίδευση αντανακλά την πορεία που ακολουθούν οι ζωές μας, μικρών και μεγάλων, οι οποίες γεμίζουν ολοένα και περισσότερο με ψηφιακό και λιγότερο με πραγματικό και γεμάτο νόημα περιεχόμενο.
O κανόνας «3-6-9-12»: Μεγαλώνοντας στην ψηφιακή εποχή με ασφάλεια
Σερζ Τισερόν (Serge Tisseron), ψυχαναλυτής και ψυχίατρος, ανέπτυξε τον κανόνα «3-6-9-12» με στόχο να ανοίξει τη δημόσια συζήτηση για τη σχέση παιδιού-οθόνης και να δώσει σαφή όρια στους γονείς. Ο κανόνας συνοψίζεται ως εξής: καθόλου τηλεόραση πριν τα 3, όχι προσωπικές κονσόλες πριν τα 6, όχι Διαδίκτυο χωρίς επίβλεψη πριν τα 9 και όχι social media πριν τα 12.
Όπως έχουν δείξει μελέτες, πριν τα τρία χρόνια η τηλεόραση δεν ωφελεί τα παιδιά. Αντίθετα, αποσπά την προσοχή τους και βλάπτει την ανάπτυξη συγκέντρωσης.
Το ουσιώδες είναι η σχέση με το γονιό, όχι η οθόνη. Στα πρώτα χρόνια οι γονείς τείνουν να υποτιμούν τις επιπτώσεις της οθόνης, ενώ στην εφηβεία να τις υπερεκτιμούν. Από τα τρία μέχρι τα έξι, οι συσκευές μπορούν να υπάρχουν, αλλά ως οικογενειακές, όχι προσωπικές. Η κατοχή προσωπικού tablet ή κονσόλας οδηγεί σε ανεξέλεγκτη χρήση. Επιπλέον, οι οθόνες δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται για να ηρεμήσει το παιδί ή πριν τον ύπνο, γιατί διαταράσσουν τους ρυθμούς του.
Στα εννιά χρόνια, το Διαδίκτυο χρειάζεται συνοδεία και προετοιμασία.
Ο Τισερόν τονίζει τρεις βασικούς κανόνες που πρέπει να μπουν προτού το παιδί έρθει σε επαφή με το μέσο: ό,τι ανεβαίνει μπορεί να γίνει δημόσιο, ό,τι ανεβαίνει μένει για πάντα και δεν πρέπει να πιστεύουμε ό,τι βρίσκουμε. Η συνοδεία δε σημαίνει συνεχή παρακολούθηση, αλλά ανοιχτό οικογενειακό περιβάλλον επικοινωνίας. Ένα μέτρο είναι η αποφυγή οθονών την ώρα του φαγητού στο τραπέζι, ώστε να υπάρχει χώρος συζήτησης. Από τα εννιά και μετά, οι γονείς πρέπει να μιλούν για τη λογοκλοπή, την πορνογραφία και τη διαδικτυακή παρενόχληση.
Για τη διάρκεια χρήσης, ο Τισερόν προτείνει εβδομαδιαίο προγραμματισμό. Από 3 ως 6 ετών, η χρήση μπορεί να φτάσει σταδιακά τις δύο ώρες την εβδομάδα και μέχρι τα 12 να αυξηθεί προοδευτικά στις έξι.
Ο χρόνος ψυχαγωγίας μέσω οθόνης δεν πρέπει ποτέ να ξεπερνά τις δύο ώρες την ημέρα. Διαχωρίζει όμως μεταξύ τους τις οθόνες: είναι διαφορετικό πράγμα να χρησιμοποιείς μια οθόνη μη διαδραστική και μη συνδεδεμένη όπως η τηλεόραση, είναι άλλο να χρησιμοποιείς μια συσκευή διαδραστική αλλά μη συνδεδεμένη όπως βιντεοπαιχνίδια off-line και είναι διαφορετικό να χρησιμοποιείς ένα εργαλείο διαδραστικό και συνδεδεμένο, όπως τα παιχνίδια στο διαδίκτυο. Ωστόσο, θεωρεί ότι η ψηφιακή φωτογραφία και η επεξεργασία εικόνας πρέπει να ενθαρρύνονται σε κάθε ηλικία.
Τα βιντεοπαιχνίδια τα παρομοιάζει με «ψηφιακά γλυκά»: προσφέρουν ευχαρίστηση χωρίς ουσιαστική συμβολή στη νοητική ανάπτυξη.
Προειδοποιεί τους γονείς να μην τα χρησιμοποιούν απλώς ως μέσο τιμωρίας ή ανταμοιβής, αλλά να δίνουν σημασία στο τι παίζει ή βλέπει το παιδί. Σχετικά με τον εκφοβισμό, τονίζει ότι πρέπει να μιλάμε στα παιδιά από πολύ μικρή ηλικία για το διαδικτυακό εκφοβισμό, ο οποίος με το Διαδίκτυο μπορεί να τα ακολουθεί παντού.
Για το σχολείο, θεωρεί λάθος την απλή εισαγωγή ψηφιακών εργαλείων.
Το ζητούμενο είναι να προσαρμοστούν οι μέθοδοι διδασκαλίας στην ψηφιακή κουλτούρα και να χρησιμοποιούνται οι οθόνες ως εργαλεία συνεργασίας. Τέλος, πιστεύει ότι τα παιδιά ωφελούνται περισσότερο όταν μοιράζονται την οθόνη, γιατί η ομαδική χρήση βοηθά στην ανακάλυψη και τη διαμόρφωση ιδεών.
*Το παραπάνω κείμενο προέκυψε από τη συνέντευξη που παραχώρησε ο Σερζ Τισερόν στην ERTnews και τη Μάχη Μαργαρίτη, το 2016.














































































































