Σε έναν κόσμο που το Διαδίκτυο και τα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης κυριαρχούν με ολοένα και περισσότερους χρήστες καθημερινά∙ λανθασμένα πρότυπα, αναχρονιστικές πεποιθήσεις και στερεοτυπικές αντιλήψεις προβάλλονται με μεγάλη απήχηση και πολλούς «οπαδούς».
Άρθρα, δημοσιεύσεις, βίντεο και διαδικτυακές πλατφόρμες αποδίδουν έναν μονοδιάστατο ρόλο στον άνδρα και τον καλούν να «συμμορφωθεί» και να πράξει βάσει αυτού, αποβάλλοντας και κατακρίνοντας οποιαδήποτε άλλη, διαφορετική συμπεριφορά. Αντιλήψεις του παρελθόντος που «αριστεροί» και «επαναστάτες» -όπως πολλοί αποκαλούν χλευάζοντας- μόχθησαν να εξαλείψουν, επαναφέρει στο προσκήνιο ο κόσμος του διαδικτύου και των social ως “trends”. Ανδρόσφαιρα, επιθετικός μισογυνισμός, συναισθηματική ανικανότητα και τοξική αρρενωπότητα έχουν κατακλύσει τα μέσα και όχι μόνο δεν κατακρίνονται, αλλά επικροτούνται και «εξαπλώνονται» στο κοινό.
Η φράση: «οι άνδρες δεν κλαίνε» -ευρέως διαδεδομένη και «ενσωματωμένη» στον στρατό από το παρελθόν- φαίνεται να προκαθορίζει το προφίλ ενός ατόμου πριν καν αυτό διαμορφωθεί. Ακολουθούν φράσεις όπως: «οι άντρες δεν νιώθουν, δεν είναι ευάλωτοι» ή και «οι άντρες πρέπει να είναι σκληροί και δυνατοί», που σε συνδυασμό με απόψεις για την εμφάνιση ενός άνδρα από τα πρώτα κιόλας χρόνια της ζωής του, μεταδίδονται όχι μόνο από γενιά σε γενιά -όπως ίσχυε κάποτε- αλλά και καθημερινά στα σύγχρονα μέσα. Συγχέουν την αρρενωπότητα με κάτι απρόσωπο, απρόσιτο, αυστηρό και άχρωμο, απορρίπτοντας οτιδήποτε δεν κατατάσσεται σε αυτές τις κατηγορίες και τα πλαίσια που έχουν θέσει. Αποτελεί και ορίζεται, όμως, το ανδρικό φύλο μόνο από αυτά;
Η αρρενωπότητα ορίζεται ως ένα σύνολο ποικιλόμορφων χαρακτηριστικών και ρόλων, τα οποία δεν εμφανίζονται απαραίτητα μόνο στον άνδρα. Ως όρος και έννοια, ιστορικά, η αρρενωπότητα αναφέρεται τόσο σε βιολογικά στοιχεία: δύναμη, όσο και σε αρετές και χαρακτηριστικά ενός ατόμου: θάρρος, ανεξαρτησία, ηγετικότητα, αποφασιστικότητα, αυστηρότητα, ανδρεία (από το αρχαιοελληνικό ανήρ=άνδρας), λογική και σύνεση. Αυτά, ωστόσο, δεν χαρακτηρίζουν εξ ολοκλήρου έναν ή μόνο τον άντρα. Η πεποίθηση ότι ο άνδρας είναι και οφείλει να είναι άτρωτος, δίχως συναισθήματα, φόβους και αμφιβολίες οφείλεται στην τοξική αρρενωπότητα: το προϊόν μιας ανδροκρατούμενης κοινωνικής κατασκευής που συνδέεται με μια κανονιστική συμπεριφορά και ορίζεται από στερεότυπα, που αφορούν όχι μόνο στο ανδρικό φύλο, αλλά και στην σεξουαλικότητά του.
Ο σεξουαλικός προσανατολισμός ενός άνδρα, στην προκειμένη, παρουσιάζεται ως κάτι το οποίο δεν εκφράζεται μόνο μέσω της ταυτότητας του ατόμου, αλλά και μέσω του προφίλ που προβάλλει. Χαρακτηρισμοί όπως: «θηλυπρεπής» άνδρας, χρησιμοποιούνται καθημερινά υποτιμητικά, για να ορίσουν έναν άνθρωπο που έρχεται σε επαφή και είναι αντιμέτωπος με αυτά που νιώθει, έχει ενσυναίσθηση, κοινωνική συνείδηση, ασχολείται με τις τέχνες και με το στυλ, και επιλέγει να ζήσει διαφορετικά την ζωή του από εκείνη που του επιβάλλουν. Θεωρούν την ευαλωτότητα για αδυναμία και την συνδέουν με το γυναικείο φύλο, ως κατώτερο και επιρρεπές σε «συναισθηματισμούς» και πιο εύκολα χειραγωγήσιμο εξαιτίας αυτών. Συνδέουν την γυναικεία «αδυναμία» με την ομοφυλοφιλία του άνδρα και μέσω του σεξισμού και της ομοφοβίας, κανονικοποιούν ανεπίτρεπτες και υβριστικές συμπεριφορές, συχνά φανατίζοντας τα πλήθη μέσω της ρητορικής μίσους στο πλαίσιο της «αγέλης» και του όχλου. Όποιος άνδρας, λοιπόν, δεν ακολουθεί τις κοινωνικές «νόρμες», το αυστηρό και «μονόχρωμο» προφίλ που ορίζει ένας βαθιά εσωτερικευμένος μισανδρισμός, από το παρελθόν ως και σήμερα, κρίνεται ως υποδεέστερος και «λιθοβολείται».
Ποιος, όμως, είναι τελικά ο ρόλος του άνδρα; Και γιατί να υπάρχει ο ρόλος του άνδρα; Ένας ρόλος που να ορίζει εκείνον και το πως θα ζει την ζωή του. Υπάρχει, όντως, λόγος να ορίσουμε τον άντρα ή απλά νιώθουμε την ανάγκη να τον οριοθετήσουμε, κατατάσσοντάς τον σε «κουτάκια» και ένα ανελεύθερο πλαίσιο για να μπορέσουμε, στην ουσία, να τον ελέγξουμε και να τον περιορίσουμε;















































































































