Υπάρχει ένα είδος δημοσιογραφίας στην Ελλάδα που θα μπορούσε να μετονομαστεί σε «βαμπιρικό ρεπορτάζ». Πρόκειται για εκείνο το μιντιακό περιεχόμενο που επιβιώνει –και ορισμένες φορές θάλλει– τρεφόμενο σχεδόν κυριολεκτικά με αίμα, πόνο και ηδονοβλεψία που συνεπάγονται clicks, virality και φουσκωμένες τηλεθεάσεις.
Στο βαμπιρικό ρεπορτάζ, οι έννοιες της δεοντολογίας, της ενσυναίσθησης και της προστασίας προσωπικών δεδομένων είναι όχι απλώς άγνωστες, αλλά μάλλον εξοβελιστέες. Οι πρωτεργάτες του δεν νιώθουν πως ξεπερνούν τα όρια ή πως κιτρινίζουν εξωφρενικά. Αντιθέτως, βλέπουν στον εαυτό τους την πιο μάχιμη μορφή δημοσιογραφίας η οποία –στο ταραγμένο από τις πρόσκαιρες επιτυχίες– κεφάλι τους έχει μετατραπεί σε ένα αέναο κυνήγι ανθρώπινου δράματος.
Άλλωστε καθείς βρίσκει και τα κάνει μιας και οι αρμόδιες αρχές (βλ.ΕΣΡ) φαίνονται μάλλον συγκαταβατικές στις αιμοθυρικές πρακτικές των διαφόρων πεφωτισμένων βαμπίρ, κάνοντας τα στραβά μάτια, ή στη χειρότερη «συμμορφώνοντάς» τους με μια ήπια σύσταση ή ένα πενιχρό (αναλογικά με τις διαφημίσεις που κέρδισαν απ’ τα «αποκλειστικά» πόνου) πρόστιμο.
Ο αξεπέραστος Ισπανός σκηνοθέτης Πέδρο Αλμοδοβάρ, το 1993, μας χάρισε μέσα από την ταινία «Κίκα» μια απ’ τις ωραιότερες και γλαφυρότερες σατιρικές αναπαραστάσεις αυτού του ηδονοβλεπτικού οικοσυστήματος.

Πρόκειται για την Αντρέα Καρακορτάδα (Βικτόρια Αμπρίλ) η οποία ενσαρκώνει στο φιλμ μια τηλεοπτική παρουσιάστρια και ρεπόρτερ ενός ακραίου sensationalist show με τίτλο «Τα χειρότερα της ημέρας». Η Καρακορτάδα (που μπορεί να μεταφραστεί ως «η σημαδεμένη»), κυνηγάει την ανθρώπινη απόγνωση εκεί ακριβώς που γεννιέται. Βρίσκεται η ίδια στους τόπους των διαφόρων εγκλημάτων, καταγράφει τα πάντα με την wearable κάμερα στο κράνος της, χώνεται στο πεδίο, κυνηγά και συνομιλεί με θύματα και θύτες αναζητώντας την ωμή αλήθεια, κι ύστερα παρουσιάζει στην εκπομπή της τα διάφορα «λαβράκια»: live φόνους και βιασμούς, πρώτες δηλώσεις ή τελευταία λόγια των εμπλεκομένων και χίλια δυο ακόμη.

Είναι βεβαίως τιμητικό για τον Αλμοδοβάρ και εξαιρετική ξεφτίλα για όλους εμάς ότι η παρανοϊκή καρικατούρα της Καρακορτάδα ιδιοσυγκρασιακά γειτνιάζει τόσο με τη σημερινή πραγματικότητα των media – και των παραδοσιακών αλλά και, φυσικά, των σύγχρονων πλατφορμών κοινωνικής δικτύωσης.
Το πρόσφατο περιστατικό με τη δημοσίευση του αποχαιρετιστήριου γράμματος της 17χρονης προς τους γονείς της, είναι μόνο ένα απ’ τα χιλιάδες παρόμοια περιστατικά στα οποία έχουμε γίνει μάρτυρες και δυστυχώς κοινωνοί. Να υπενθυμίσουμε απλώς τις πάμπολλες περιπτώσεις δημοσίευσης προσωπικών στοιχείων θυμάτων, όπως το πλήρες ονοματεπώνυμό τους ή ακόμα περιεχόμενο από τις προσωπικές τους σελίδες στα social media.
Το φιλοθεάμον κοινό (εγώ κι εσείς δηλαδή) σαφώς δεν είναι άμοιρο ευθυνών, ούτε ηθικά ανώτερο απλώς και μόνο διότι έχει την δυνατότητα να κριτικάρει εκπομπές του στυλ «Αλήθειες με τη Μήνα», «Φως στο στρούντελ», «Απο(πατο)καλύψεις» κτλ. Τουναντίον. Όλοι μας μπήκαμε στον πειρασμό να κλικάρουμε το άρθρο με το γράμμα του παιδιού και αντιστοίχως να κοιτάξουμε απ’ την ιντερνετική κλειδαρότρυπα δεκάδες ακόμα υποθέσεις που είδαν το έρεβος της δημοσιότητας.
Ανθρώπινο, πολύ ανθρώπινο, θα έλεγε ο Νίτσε. Είναι θεμελιώδης ανθρώπινη διαστροφή η άντληση ανακούφισης από τα μαρτύρια των άλλων, ειδικά σήμερα που αυτά σερβίρονται από απόσταση (πλήρους) ασφαλείας που παρέχει η οθόνη. Εκεί, άλλωστε, βασίστηκε και η επιτυχία των δικών μας αρχαιοελληνικών τραγωδιών τις οποίες για τόσα χρόνια κλωσσάμε ως εθνικό χρυσό αυγό. Η ειδοποιός διαφορά είναι ότι το αρχαιοελληνικό δράμα είχε καβουρδιστεί στο μαγευτικό εργαστήρι της Τέχνης και μπόρεσε να φέρει κάτι παραπάνω απ’ την απλή ανάγκη για τροφή με ζεστό αίμα και να μετουσιωθεί σε ένα δίδαγμα ευ ή «δυς» ζην.
Το μιντιακό μελόδραμα, η στρατηγική επαναθυματοποίηση, και η ανεξέλεγκτη προβολή προσωπικών δεδομένων πόρρω απέχουν από αυτό.
Το αίτημα μιας κοινωνίας αλληλέγγυας και ευσεβούς προς τους Πολίτες της θα έπρεπε να είναι η εκ νέου θέσπιση ουσιαστικών τιμωριών και αντιμέτρων για να σταματήσει –ή έστω να περιοριστεί– αυτή η ακραία βαμπιρική δημοσιογραφία. Ειδάλλως μας αξίζουν όλες οι Καρακορτάδες που καταναλώνουμε – και δεν αναφέρομαι φυσικά στον αλμοδοβαρικό χαρακτήρα, αλλά στις ιθαγενείς που γεμίζουν τηλεοπτικό χρόνο και φουσκώνουν τους τραπεζικούς τους λογαριασμούς με βάρβαρα «αποκλειστικά».
Bonus:
Προ πολλών ετών, η Ζήνα Κουτσελίνη υποδύθηκε σε παράσταση φίλων της την Αντρέα Καρακορτάδα. Όπως μας πληροφορεί με κείμενό του στο parallax mag, ο Γιάννης Κυφωνίδης, στην Ζήνα είχε δοθεί ο συγκεκριμένος guest ρόλος στην παράσταση-αφιέρωμα στον Πέδρο Αλμοδοβάρ «Γύρνα πίσω… Στα Ψηλά Τακούνια». Η ζωή αντιγράφει την τέχνη.
Η Ζήνα Κουτσελίνη ως Ανδρέα Καρακορτάδα:















































































































