Από τις πρώτες κιόλας μέρες του Δεκέμβρη, ντύνεται γιορτινά όλη η πόλη. Φωτάκια στα μπαλκόνια των πολυκατοικιών και δέντρα στολισμένα στις πλατείες. Οι κεντρικές λεωφόροι της Αθήνας αστράφτουν και φεγγοβολούν. Τα χριστουγεννιάτικα δέντρα στοιβαγμένα στα πεζοδρόμια, αναμένουν τους ανθρώπους που θα τ’ αγοράσουν, θα τα στήσουν δίπλα στα τζάκια, στα σαλόνια, στις τραπεζαρίες και στα παιδικά δωμάτια. Θα τα φορτώσουν με περίτεχνα στολίδια, κορδέλες, πολύχρωμες μπάλες και αστέρια.
Τα καταστήματα λιανικής επίσης περιμένουν πώς και πώς το αυξημένο αγοραστικό κοινό των εορτών. Εμπορικά κέντρα, καφέ, μπαρ, εστιατόρια, θέατρα, σινεμά, κέντρα διασκέδασης, θα γεμίσουν επιτέλους κόσμο. Γιορτές ίσον κατανάλωση! Η τηλεόραση βομβαρδίζει τα μάτια και τα αυτιά μας νύχτα μέρα με διαφημίσεις προϊόντων και υπηρεσιών και οι διάσημοι τηλεοπτικοί σεφ μαγειρεύουν περίτεχνες γκουρμέ συνταγές για εκλεπτυσμένους ουρανίσκους.
Κάποιοι τυχεροί θα πάνε ολιγοήμερες χειμερινές διακοπές και μερικοί ακόμα πιο προνομιούχοι ένα ταξίδι αναψυχής στο εξωτερικό.
Αλλά ας μην γελιόμαστε, αυτά δεν είναι δυστυχώς για όλους. Οι άνεργοι, οι άστεγοι, οι άρρωστοι, οι πάμφτωχοι, οι ηλικιωμένοι, οι ανήμποροι, οι μοναχικοί άνθρωποι, αυτές τις γιορτινές μέρες υποφέρουν διπλά. Όσοι δεν έχουν τα βασικά, μελαγχολούν στο τετράγωνο δίπλα στην αφθονία, στη σπατάλη, στην προκλητική ευτυχία των λίγων και την υπερκατανάλωση.
Κι όπως είπε και ο Γερμανός δραματουργός, συγγραφέας, ποιητής του 20ου αιώνα και πατέρας του «επικού θεάτρου», ο σοφός Μπέρτολτ Μπρεχτ:
Φτάνουν Χριστούγεννα λοιπόν! Παραμονή
κι εμείς σαν όλους ετοιμάσαμε γιορτή.
Μα δεν είν’ άνετα σαν φάτνη εδώ μέσα:
Μπαίνει το κρύο από παντού, δεν έχει μπέσα.
Χριστούλη, κόπιασε, γεννήσου αν θες, μα κοίτα:
Σου στρώσαμε, δεν έχει τζάκι όμως και πίττα.
Τρέμουμε κι όλοι αγκαλιαζόμαστε σφιχτά
σαν τους πρωτόγονους σε σκοτεινή σπηλιά.
Το χιόνι πέφτει στο κορμί μας, το παγώνει.
το χιόνι εισβάλει στην καλύβα και σαρώνει.
Κόπιασε, χιόνι, μπες, θα βρεις φίλους εδώ:
Κι εμάς μας έδιωξαν από τον ουρανό.
Κρασί ζεσταίνουμε, παλιό και δυνατό.
κάνει καλό με τέτοιον άγριο καιρό.
Ζεστό κρασί, ξύλα στην πόρτα καρφωμένα.
Έξω, ουρλιάζουνε αγρίμια θυμωμένα.
Κοπιάστε, αγρίμια, να κρυφτείτε απ’ το χιονιά:
Ούτε τ’ αγρίμια έχουνε ζεστή φωλιά.
Θα ρίξουμε τα πανωφόρια στη φωτιά,
να γίνει η φλόγα της για λίγο πυρκαγιά,
να ζεσταθούμε ενώ θα καίγεται η στέγη,
να ζούμε όταν το σκοτάδι πια θα φεύγει.
Κόπιασε, άνεμε -εκεί έξω πως αντέχεις;
Κι εσύ κουράστηκες, κι εσύ σπίτι δεν έχεις.Berlolt Brecht, «Weinachtslegende»
Mετάφραση: Γιώργος Κοροπούλης















































































































