Από το 2009 μέχρι το 2021 είναι 12 χρόνια. Οι άνθρωποι που το μακρινό πια 2009 πλησίαζαν την ενηλικίωση ή διένυαν τα πρώτα χρόνια μετά απ’ αυτή, σήμερα είναι στα late 20ies early 30ies και σίγουρα καθ’ όλη τη διάρκεια της νιότης τους δεν μπόρεσαν ποτέ ν’ ατενίσουν με αισιοδοξία το μέλλον, αν μπορούσαν έστω και κατ’ ελάχιστο να το μαντέψουν ή να κάνουν προβλέψεις γι΄ αυτό. Ο κόσμος μας τα τελευταία 12 χρόνια ανατρέπεται διαρκώς, ζούμε εν τω μέσω αλλεπάλληλων αλλαγών που πριν προφτάσουμε ν’ ανιχνεύσουμε το αποτύπωμα μιας ριζικής αλλαγής, έρχεται η επόμενη ανατρέποντας τα όποια δεδομένα και δημιουργώντας νέα.
Το ιστορικό παράδοξο με τη γενιά αυτή είναι πως αποτελεί την πρώτη γενιά του σύγχρονου κόσμου που θα ζήσει χειρότερα από τους γονείς της, αποδεικνύοντας περίτρανα πως η γραμμικότητα της ιστορικής εξέλιξης συνιστά μια εντελώς εσφαλμένη πρόσληψη της ιστορίας των ανθρώπινων κοινωνιών και πολιτισμών. Η γενιά αυτή ίσως είχε την ιδανικότερη παιδική ηλικία: Οι οικογένειες των 90ς και 00ς ήταν κατά κανόνα παιδοκεντρικές με γονείς μορφωμένους, οικονομικά εύρωστους, ικανούς να παρέχουν αφθονία υλικών αγαθών, αλλά και δικαιωμάτων στα παιδιά τους, τα οποία έθεταν σε πρώτο πλάνο. Τα καλύτερα ιδιωτικά σχολεία και φροντιστήρια, ιδιαίτερα μαθήματα, πληθώρα εξωσχολικών δραστηριοτήτων, χειμερινές διακοπές, πασχαλινές διακοπές, καλοκαιρινές διακοπές σε τουριστικά θέρετρα του εξωτερικού και εσωτερικού, δεν ήταν προνόμια μιας ολιγάριθμης ελίτ, αλλά διαδεδομένη πραγματικότητα για πολλές οικογένειες της μεσαίας τάξης.
Μεγαλωμένη στα πούπουλα λοιπόν η γενιά αυτή κατά την εφηβεία της είχε την αίσθηση πως θα μπορούσε να κάνει τα πάντα, να γίνει τα πάντα, να ζήσει όπως εκείνη ακριβώς ήθελε, χωρίς ποτέ να την περιορίσει κανείς. Τίποτα δεν έμοιαζε αδύνατο, άπιαστο, ανέφικτο.
Η δεκαετής μνημονιακή κρίση ήρθε κι έβαλε πολύ αυστηρά όρια σε όλα, μετατρέποντας τις προσδοκίες της γενιάς αυτής σε ψευδαισθήσεις. Συγκεντρώνοντας περισσότερα τυπικά προσόντα από κάθε προηγούμενη γενιά – πτυχία, ξένες γλώσσες, ecdl, μεταπτυχιακά, διδακτορικά και μεταδιδακτορικά – σπανίως εργάζεται στο αντικείμενο των σπουδών της και αν το κάνει γίνεται με όρους που οι γονείς της ποτέ δεν θα διανοούνταν, χωρίς τις δικές τους προοπτικές εξέλιξης και φυσικά η λέξη μονιμότητα έχει διαγραφεί από το εργασιακό της λεξιλόγιο. Kάνει δύο δουλειές για να συμπληρώσει ένα οριακό εισόδημα και άν καταφέρει ν’ αντιπαρέλθει τα οικονομικά ζόρια και εγκαταλείψει το πατρικό σπίτι , μένει – και κατά πάσα πιθανότητα θα συνεχίσει να μένει – σε κάποιο διαμέρισμα που ποτέ δεν θα ανταποκριθεί στα στάνταρ του πατρικού . Θα κάνει , εάν κάνει, το ένα τρίτο των διακοπών που έκαναν οι γονείς της και δεν θα αποκτήσει ποτέ την αγοραστική τους δύναμη. Η μεταβολή των εργασιακών συνθηκών και δικαιωμάτων καθιστά το μέλλον της μάλλον ζοφερό και τίποτα δεν προμηνύει τη βελτίωση. Τουναντίον η πανδημία ήρθε ως φαίνεται να βαθύνει περεταίρω την κρίση και να μετατρέψει σε παγιωμένο καθεστώς την εργασιακή επισφάλεια.
Έτσι, το σύνθημα του τοίχου έρχεται να καταρρίψει το μύθο περί προόδου που το μέλλον πάντα ευαγγελίζεται, ο κόσμος μοιάζει να βαδίζει με την όπισθεν και κατά τρόπο παράδοξο και σαρκαστικό επιβεβαιώνει τη σοφή λαϊκή ρήση: «κάθε πέρσι και καλύτερα».
















































































































