«Δύο ὦτα ἔχομεν, στόμα δὲ ἕν, ἵνα πλείονα μὲν ἀκούωμεν, ἥττονα δὲ λέγωμεν» – «Δύο αυτιά έχουμε, στόμα όμως ένα, για να ακούμε περισσότερα, όμως λιγότερα να λέμε». Ο Ζήνων ο Κιτιεύς (αρχ. Ζήνων ὁ Κιτιεύς 334 π.Χ. – 262 π.Χ.) ήταν Ελληνιστικός φιλόσοφος από το Κίτιο, ο οποίος δημιούργησε τη φιλοσοφική σχολή του στωικισμού στην Αθήνα. (Wikipedia)
Τη ρήση του μου έμαθε χθες η Ηλέκτρα, η σύντροφός μου, που με τη σειρά της την άκουσε από έναν άνθρωπο, μάλλον στωικό, μεγάλο σε ηλικία και πολύ μορφωμένο, με τον οποίο συνεργάζεται για ένα βιβλίο του. Μου τον έφερε ως παράδειγμα σε απάντηση στην πιο πρόσφατή μου γκρίνια (τι πιο σύνηθες να συμβεί) σχετικά με το νέο πρότυπο ανθρώπου που επικρατεί και λαμβάνει όλο και περισσότερο ζωτικό χώρο στην πολιτική, στον δημόσιο λόγο, στην επιστήμη και σε αυτά τα ίδια τα κινήματα.
Πρόκειται για τον άνθρωπο «φαφλατά ξερόλα με τουπέ» (φουξουτού). Ο φουξουτού είναι προϊόν μιας κουλτούρας που επιβραβεύει τη βεβαιότητα και όχι τη σκέψη, την ατάκα αντί του επιχειρήματος και το τουπέ αντί της γνώσης και συχνά εμφανίζεται με τη μορφή μιας σοσιαλμιντιακής φιγούρας με αυταρχική βεβαιότητα που μιλάει για να επιβληθεί, τοποθετώντας τους άλλους στη θέση του ηλίθιου δέκτη.
Εγώ είχα μάθει από μικρός να θαυμάζω άλλες φιγούρες. Ανθρώπους που σε ακούνε προσεκτικά ακόμη και όταν τους μιλάς για έναν τομέα που γνωρίζουν πολύ καλύτερα από εσένα. Ανθρώπους που, ακόμη κι αν σας χωρίζουν δεκαετίες εμπειρίας, αντιμετωπίζουν τη γνώμη σου με σεβασμό, επειδή πιστεύουν πραγματικά ότι μέσα από τη συζήτηση μπορεί να προκύψει κάτι καλύτερο από αυτό που έφερε ο καθένας μόνος του. Σχεδόν όλοι οι άνθρωποι που πραγματικά θαυμάζω, στην κοινωνική μου ζωή, στα νοσοκομεία όπου έχω εργαστεί, στο πανεπιστήμιο, στην έρευνα, έχουν αυτό το χαρακτηριστικό. Έχω την αίσθηση ότι κάποτε αυτόν τον άνθρωπο εξυμνούσαν και οι περισσότεροι.
Μεγαλώνοντας στη Βόρεια Ελλάδα, τους φουξουτού τους χρεώναμε στους Αθηναίους. Ήταν η κλασική βορειοελλαδίτικη ανάλυση για το τουπέ. Αν κάποιος το είχε, Αθηναίος. Αν δεν ήταν Αθηναίος, θα είχε ζήσει Αθήνα. Αν ούτε αυτό ίσχυε, κάπου θα υπήρχε ένας Αθηναίος. Πλέον καταλαβαίνω ότι αυτή η θεωρία δεν ήταν ακριβής. Αλλά έχω μια άλλη για το γιατί ξαφνικά ο άνθρωπος αυτός μεσουρανεί.
Ο B. F. Skinner στο Contingencies of Reinforcement είχε περιγράψει πριν από δεκαετίες το εξής: αν θέλεις να αλλάξεις τη συμπεριφορά των ανθρώπων αρκεί να αλλάξεις το σύστημα των ενισχύσεων γύρω τους. Δημιούργησε ένα περιβάλλον που επιβραβεύει μια συγκεκριμένη συμπεριφορά και, αργά ή γρήγορα, αυτή θα γίνει ο κανόνας.
Tα σόσιαλ μίντια, όπου ο φουξουτού κάνει θραύση, είναι ένα τέτοιο σύστημα. Είναι ίσως η πιο μαζική εφαρμογή αυτής της ιδέας που έχει υπάρξει ποτέ. Επιβραβεύουν την ταχύτητα της απάντησης, όχι τον χρόνο της σκέψης. Την εντύπωση, όχι το βάθος. Το σύντομο σύνθημα, όχι το επιχείρημα. Την εικόνα, όχι το κείμενο. Τη βεβαιότητα, όχι την αμφιβολία – φυσικά με τις εξαιρέσεις τους.
Ο Daniel Kahneman περιέγραψε τη σκέψη μας σαν να λειτουργεί με δύο διαφορετικά συστήματα. Το Σύστημα 1 είναι γρήγορο, αυτόματο και διαισθητικό. Είναι αυτό που μας επιτρέπει να παίρνουμε στιγμιαίες αποφάσεις και να λειτουργούμε χωρίς να αναλύουμε τα πάντα. Το Σύστημα 2 είναι αργό, αναλυτικό και απαιτεί συνειδητή προσπάθεια. Είναι αυτό που ενεργοποιείται όταν χρειάζεται να εξετάσουμε επιχειρήματα, να αμφισβητήσουμε την πρώτη μας εντύπωση ή να παραδεχτούμε ότι ίσως κάνουμε λάθος. Το πρόβλημα δεν είναι φυσικά ότι χρησιμοποιούμε το Σύστημα 1. Χωρίς αυτό δεν θα μπορούσαμε να επιβιώσουμε. Το πρόβλημα είναι όταν ένα ολόκληρο πληροφοριακό περιβάλλον μάς εκπαιδεύει να μένουμε σχεδόν αποκλειστικά εκεί. Γιατί τότε η σκέψη γίνεται όλο και πιο διαισθητική και όλο και λιγότερο αναστοχαστική. Η αμφιβολία αρχίζει να μοιάζει με αδυναμία, η πολυπλοκότητα με φλυαρία και η αλλαγή γνώμης με ήττα. Και έτσι ο φουξουτού, από έναν ενοχλητικό τύπο στο διαδίκτυο, γίνεται το πρότυπο προς μίμηση.
Και φυσικά όλα αυτά δεν προέκυψαν από το πουθενά. Κάπου εδώ μπαίνει και η σχεδόν υποχρεωτική κατάληξη κάθε ανάλυσης ενός αριστερού που θέλει να σέβεται τον εαυτό του: ο καπιταλισμός. Φουξουτού υπήρχαν πάντα. Αυτό που άλλαξε είναι ότι ζούμε σε μια οικονομία όπου η προσοχή έγινε εμπόρευμα. Οι πλατφόρμες δεν ανταγωνίζονται για το ποια θα παράγει καλύτερη σκέψη, αλλά για το ποια θα αποσπάσει περισσότερα δευτερόλεπτα από τον χρόνο μας. Και ο φουξουτού είναι χρυσάφι γι’ αυτές. Είναι γρήγορος, απόλυτος, προκλητικός, εξοργιστικός, βέβαιος. Σε κάνει να σταματήσεις το σκρολάρισμα, να σχολιάσεις, να θυμώσεις, να μείνεις λίγο ακόμα. Ο αλγόριθμος τον επιβραβεύει επειδή παράγει προσοχή. Και το τίμημα δεν είναι απλώς ότι αποκτήσαμε περισσότερους φουξουτού. Είναι ότι γίνεται όλο και δυσκολότερο να υπάρξει πραγματικός διάλογος. Η συζήτηση δίνει τη θέση της στα συνθήματα που επιβραβεύονται από οπαδικά μαζικά λάηκ. Τα hype trains αποφασίζουν ποια είναι η σωστή άποψη της εβδομάδας και η λογική του cancel μετατρέπει τη διαφωνία σε ηθικό ελάττωμα. Αρκεί μια διαφωνία για να μεταπηδήσεις στους απέναντι. «Αν δεν είσαι μαζί μας, είσαι εναντίον μας». Το ανησυχητικό είναι ότι αυτή η λογική διαποτίζει σιγά σιγά κάθε χώρο, ακόμη κι εκείνους που δημιουργήθηκαν ακριβώς για να την αμφισβητήσουν.
Αν οι χώροι που θέλουν να αλλάξουν τον κόσμο αρχίσουν να λειτουργούν με τους ίδιους μηχανισμούς, τότε έχουμε ήδη χάσει κάτι πολύ σημαντικό. Η μεγαλύτερη νίκη της μη σκέψης δεν είναι ότι απλά καταργεί τη σκέψη αλλά ότι μας κάνει να πιστεύουμε πως δεν τη χρειαζόμαστε πια.















































































































