Πριν φτάσουν στο Σύνταγμα, οι αγρότες έμειναν 30 μέρες και 30 νύχτες στους δρόμους και στα μπλόκα. Όχι γιατί, όπως χυδαία ακούστηκε, έχουν κενό χρόνο αλλά γιατί παλεύουν για να μην γίνουν υπάλληλοι στα χωράφια τους και νοικάρηδες στη γη τους.
Τρίτη 20-2-24. Πλατεία Συντάγματος λίγο πριν τις 7. Χιλιάδες κόσμου, ο ένας δίπλα στον άλλο, πάνω στα τρακτέρ, πίσω από τα πανό. Στα ηχεία η φωνή του Ξυλούρη δίνει τη θέση της στους εκπροσώπους των μπλόκων. Η φωνή τους, φωνή όσων έχουν παραμείνει στα μπλόκα, όσων έχουν μείνει πίσω στα χωριά τους. Η φωνή τους φωνή μας. Με λόγο καθαρό, μεστό, χωρίς φανφάρες και περίτεχνες εκφράσεις. Φώναξαν ότι τα εργαλεία της δουλειάς τους έγιναν όπλα αγώνα. Ήρθαν ξοδεύοντας από το υστέρημα τους για να διεκδικήσουν το δικαίωμα στη ζωή τη δική τους και των παιδιών τους. Ήρθαν και μας βρήκαν δίπλα τους: τους εργάτες, τους φοιτητές, τους ανθρώπους της βιοπάλης. Ήρθαν και τους βρήκαν όπως πάντα απέναντι τους: τους ολιγάρχες της εξουσίας, τους κλέφτες του ιδρώτα τους.
Ήρθαν με γαρύφαλλα στα χέρια, στα μαλλιά, στις ρόδες και τους προφυλακτήρες των τρακτέρ. Με τις γροθιές υψωμένες και μάτια κάρβουνα αναμμένα από θυμό και περηφάνεια. Με τις κόρες και τους γιούς τους, νέα παιδιά που διεκδικούν το δικαίωμα τους να ζήσουν και να δημιουργήσουν στον τόπο τους…
Στα πρόσωπά τους το πρόσωπο του πατέρα μου, των θείων μου, των ξαδερφιών μου, των συγχωριανών μου. Δεν ξέρω αν θα νικήσουν, αν θα δικαιωθούν. Ξέρω ότι εκείνοι που έχουν παλέψει με την πέτρα , τον καιρό, τη φωτιά και τη λάσπη έχουν τη δύναμη να γυρίσουν ανάποδα τη ζωή των βολεμένων αστών.








































































































































