Ο πιο εορταστικός και ταυτόχρονα ένας από τους πιο ιστορικά φορτισμένους μήνες του έτους είναι άρρηκτα συνδεδεμένος με την παιδική ηλικία. Η αίσθηση των ημερών μού έφερε στο μυαλό δύο ταινίες που σε καμία περίπτωση δεν είναι χριστουγεννιάτικες ούτε έχουν ως θέμα τη γαστρονομία.
Στα Παιδικά χρόνια του Ιβάν του Α. Ταρκόφσκ , ένα αγόρι ορφανεύει μέσα στη δίνη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, έτσι δε θα είναι παιδί ούτε ενήλικας. Παρακολουθούμε τα όνειρά του· σε ένα από αυτά αρθρώνεται πάνω από τα ερείπια της πρότερης οικογενειακής του στέγης η φράση «Ο φούρνος και η καμινάδα δεν θα καούν ποτέ». Ο φούρνος και η καμινάδα ως μήτρα και γεννήτορας οσμών και γεύσεων μαρκάρουν το αρχέτυπο του οίκου. Η ανυπαρξία τους εκμηδενίζει τη ζεστασιά της κουζίνας, της ουσίας του σπιτιού και κατ’ επέκταση αφανίζεται ο πυρήνας γύρω από τον οποίο στήνεται η γιορτή. Παρακάτω, βλέπουμε τον Ιβάν –που χαμογελά μόνο στα όνειρά του– πάνω σε ένα κάρο με μήλα μαζί με την αδερφή του, τα μήλα κυλούν σε μια ερημική παραλία προσελκύοντας πεινασμένα άλογα. Τα καραμελωμένα μήλα των χριστουγεννιάτικων αγορών του δυτικού κόσμου. Χαρά κι αφθονία, λουκούλια γεύματα που ένα μικρό ποσοστό από τα οκτώ δισ. αυτού του πλανήτη έχουμε το προνόμιο να απολαμβάνουμε εντός κι εκτός γιορτών, σημάδι ευημερίας και προσφοράς μεταξύ αγαπημένων προσώπων.
Βάζω την άλλη ταινία, Το Δέντρο με τα τσόκαρα του Ερμάνο Όλμι. Μια πολύ παραστατική, σχεδόν ρεαλιστική απόδοση της ζωής οικογενειών ακτημόνων καλλιεργητών στα τέλη του 19ου αιώνα. Μεταξύ άλλων λεπτομερειών από την αγροτική ζωή της τότε Ιταλίας, που φαντάζομαι δεν διέφερε πολύ από την αντίστοιχη εγχώρια, υπάρχει μια αρκετά βίαιη σκηνή σφαγής ενός χοίρου. Το εν λόγω ζωάκι συνδέεται παραδοσιακά με τον εορτασμό των Χριστουγέννων στη χώρα μας. Τα λεγόμενα χοιροσφάγια, μια τεράστια τελετουργία της υπαίθρου που πραγματοποιούταν σε διάφορες περιστάσεις μέσα στο έτος. Κάθε οικογένεια έθρεφε ένα γουρούνι και την κατάλληλη εποχή η σφαγή του συνοδεύονταν από ιεροτελεστία παρουσία κληρικού και συμμετοχή ολόκληρης της κοινότητας ή γειτονιάς, ώστε να μην πάει χαμένο κανένα μέρος του ζώου. Επίσης, υπήρχαν και άτυποι διαγωνισμοί για το ποιος έχει το πιο καλοταϊσμένο κι άρα πιο παχύ γουρούνι και δεν έλειπε το γλέντι μετά μουσικής και τσιπουρο-οινοποσίας. Μια συνήθεια που οι ρίζες της πάνε πίσω στην καλύβα του Εύμαιου. Βέβαια υπάρχουν σοβαροί λόγοι που συνεπικούρησαν στη σταδιακή έκλειψη του εν λόγω εθίμου. Αυτοί σχετίζονται με τις σφαγές εκτός επαγγελματικών σφαγείων όπου δεν τηρούνται οι κανόνες υγιεινής με αποτέλεσμα να υποβαθμίζεται η ποιότητα του κρέατος και των παραπροϊόντων και να υπάρχει κίνδυνος για τη δημόσια υγεία. Προσωπικά, θυμάμαι από αφηγήσεις του πατέρα μου, σαν να παρακολουθώ σε όνειρο την παιδική του ηλικία πριν από περίπου μισό αιώνα, την προετοιμασία μιας συνταγής που καλώς ή κακώς έχει σχεδόν εκλείψει από το μαγειρικό μας ρεπερτόριο. Τη γουρνοκεφαλή ή πηχτή που συναντάμε σε πάμπολλες κουζίνες από το γαλλικό aspic, μέχρι το ρουμάνικο piftie, το κορεάτικο Jokpyeon, το ουκρανικό kholodets, το δανέζικο sky, το κινέζικο Pidong κ.ά. σε κάποιες από τις οποίες παρασκευάζονταν επίσης Χριστούγεννα. Σήμερα, για πολλούς κοινωνικοοικονομικούς λόγους, δεν έχουμε ανάγκη την πηχτή, ωστόσο μας χρειάζεται η ανάμνησή της.















































































































