Πόσο καιρό έχεις να κάνεις έναν περίπατο; Ή να ακούσεις αυτήν τη λέξη; Άνθρωποι της πόλης, αυτής της αντιφατικής ύπαρξης, κάνουν έναν περίπατο χωρίς σχέδιο. Αποτυπώνουν στιγμές, καταστάσεις, γράφουν τις σκέψεις τους και μας παρασύρουν στην τυχαιότητα της ζωντανής πόλης.
Όταν περπατάω στην Αθήνα, αδιαφορώ. Πολλά είναι εκείνα που δε με νοιάζουν: αν βρέχει, πού πάω, τι ώρα είναι, πώς είμαι ντυμένη. Και το κινητό; «Στο βρόντο να χτυπά». Όταν περπατάω στην Αθήνα, μπαίνω σε μια νιρβάνα άνευ προηγουμένου. Γι’ αυτό και συχνά χρησιμοποιώ το περπάτημα σαν είδος διαλογισμού. Μπαίνω στο ρυθμό που μου δίνει το σώμα μου και μέχρι να γυρίσω σπίτι, έχω βρει λύση στα μισά μου προβλήματα. Ή, δε με απασχολούν τόσο πολύ πια.
Πλέον ζω στην Κυψέλη, αλλά τα περισσότερά μου χρόνια τα έχω ζήσει στην Καλλιθέα. Αποφασίζω να επαναλάβω, για χάρη αυτού του κειμένου, την πιο αγαπημένη μου διαδρομή, από το Θησείο ως την Ποσειδώνος, ακολουθώντας τον μεγαλύτερο σε μήκος ποδηλατόδρομο της Αθήνας… αλλά ποδαράτη!
Στην πλατεία Αγίων Ασωμάτων ξεκινάει η περιπέτεια. Έχω τα πόδια μου και θα με πάνε εκεί που πρέπει.
Κόσμος πολύς στο τελευταίο μέρος της Ερμού – κάποιο φεστιβάλ έχουν και πάλι στο Παλιό Αμαξοστάσιο κι έχει ουρά απ’ έξω. Στρίβω και περνάω κάτω από τη γέφυρα του ηλεκτρικού, στο ύψος που διασταυρώνεται η Θεσσαλονίκης με την Ηρακλειδών. Είναι Φλεβάρης μήνας κι απόγευμα. Θέλω να πάρω ένα μπαλόνι και να το αφήσω να πετάξει ψηλά, αλλά όταν μου έρχονται αυτές οι ορέξεις δεν υπάρχει κανείς γύρω να τα πουλάει.
Ο ποδηλατόδρομος πού και πού έχει και ποδήλατα, αλλά πιο συχνά έχει περιπατητές, καρότσια με μωρά, σκύλους με χαρούμενες ουρές και λυκειόπαιδα που κάθονται στα διάσπαρτα παγκάκια και μιλάνε και χειρονομούν δυνατά, με φίλους και με έρωτες –κι εμείς έτσι κάναμε;– ενώ περνάει πάνω απ’ το κεφάλι τους ο ηλεκτρικός.
Πλησιάζω στη στάση του ΗΣΑΠ Πετραλώνων – πάντα απ’ τον ποδηλατόδρομο. Περπατάω από τη μεριά των Κάτω Πετραλώνων, γιατί από την άλλη όχθη του ηλεκτρικού δεν έχει αρκετό χώρο ούτε για ποδήλατα, ούτε για πεζούς. Όσο πλησιάζω στη στάση, όλο και πληθαίνουν τα καφέ, τα τσιπουράδικα και τα μπαράκια. Η στάση έχει κόσμο, όπως πάντα. Προσπερνάω και συνεχίζω στο πιο ωραίο μέρος της διαδρομής, εκεί που ανεβαίνεις κι ανεβαίνεις (χωρίς να μένεις από ανάσα όμως) μέχρι να φτάσεις στο μετέωρο σημείο, που περπατάς στη γέφυρα, πάνω από την απλωτή Τσαλδάρη και βλέπεις μέχρι το Αιγάλεω και το Ποικίλο Όρος. Αυτά στα δεξιά μου, γιατί στα αριστερά βλέπω κάτι άνοστες πολυκατοικίες σαν υπερφυσικά σπιρτόκουτα, κάνα δυο γιαπιά κι ένα μεγάλο πάρκινγκ. Φτάνω στη στάση του Ταύρου, με το χαρακτηριστικό λουλουδάδικο μπροστά, να μοσχοβολάει και συνεχίζω για την Καλλιθέα. Αυτό το σημείο μου φτιάχνει τη διάθεση. Και με τα πόδια και με το ποδήλατο, έχει χάρη και γούστο. Είναι πράσινο, έχει πολλά μικρά παρκάκια με παρτέρια και παγκάκια, ένα γήπεδο όπου πάντα παίζουν μπάλα τα πιτσιρίκια, ένα πάρκο με όργανα γυμναστικής για τους τολμηρούς και κάτι ταβέρνες παλιές και μερακλίδικες στα αριστερά για εμάς τους υπόλοιπους.
Αφού περάσω με κάποια δυσκολία τα φανάρια της Σιβιτανίδου («Η Καλλιθέα ανθίζει απ’ τη Θησέως ως τη Συγγρού», όπως λέει κι ο Φοίβος), συνεχίζω στο καταπράσινο και πιο ήσυχο κομμάτι του ποδηλατόδρομου, παράλληλα και πάνω απ’ τον Ιλισό που δεν έχει ίχνος νερού πια. Ένα γήπεδο, κι άλλα όργανα γυμναστικής, μια παιδική χαρά, μερικές εντελώς παραδοσιακές ταβέρνες, μια επιδαπέδια σκακιέρα μεγάλου μεγέθους, μια ξύλινη γεφυρούλα και πολλές άλλες που ενώνουν τις δύο «όχθες» του απόντος ποταμού που φτάνει μέχρι τη θάλασσα. Πολλά παγκάκια, πολλή βλάστηση, πολλά γκραφίτι στους τοίχους της κοίτης και αποφθέγματα και σπίτια και κάποια λίγα διάσπαρτα μαγαζιά και πολλή ησυχία. Όλα αυτά, μέχρι να περάσω το Μοσχάτο. Στα τελευταία μέτρα και μέχρι να με υποδεχτεί στο τέλος της διαδρομής μου ο μεγάλος φοίνικας της Ποσειδώνος, βρίσκομαι σε έναν μικρό πεζόδρομο. Τον είχα ξεχάσει, έτσι αφηρημένη που πήγαινα τόση ώρα. Η αίσθηση του απρόβλεπτου πλακόστρωτου με αναγκάζει να συγκεντρωθώ καλύτερα στον βηματισμό μου. Αλλά τώρα πάει, έφτασα. Τα αμάξια στην Ποσειδώνος τρέχουν σαν τρελά και σήμερα. Από απέναντι, το παρατημένο Ολυμπιακό Κέντρο Beach Volley και πιο πίσω ακόμα, η θάλασσα. Η «χωματερή» την προστατεύει από τα αδιάκριτα μάτια και δεν μπορείς να την προσεγγίσεις, εκτός αν έχεις εμπειρία στο παρκούρ. Αποφασίζω με συνοπτικές διαδικασίες να γυρίσω με τα μέσα.
Τη συγκεκριμένη διαδρομή την έκανα αμέτρητες φορές, ακούγοντας τα podcasts του Χατζηστεφάνου –και μουσική– στις δύο καραντίνες –και αργότερα– μήπως γλιτώσω, ηρεμήσω, αναπνεύσω. Αυτή η ποδηλατική λωρίδα των 5,5 χιλιομέτρων, με το απαλό κόκκινο χρώμα, που εκτείνεται στις πιο αγαπημένες μου περιοχές της πόλης, ήταν και είναι ένα σωτήριο στέρεο ποτάμι για εμένα και για τόσους άλλους. Πόσες φορές δε με έφερε πιο κοντά στη φύση και σε εμένα! Την ευγνωμονώ και την προτείνω.















































































































