Σε κοιτάζω ώρα τώρα. Κάπου κάπου με κοιτάς κι εσύ, και μετά πάλι αποστρέφεις το βλέμμα και προσηλώνεσαι σε κάτι πίσω μου. Γυρνάω το κεφάλι ενστικτωδώς. Τίποτα.
Ίσως να βλέπεις εικόνες ενός κόσμου που αγνοώ και που εσύ θα είσαι ο χτίστης. Όσο σε παρατηρώ σκέφτομαι όλους εκείνους που μου έχουν πει κατά καιρούς πως δεν θέλουν να φέρουν στον κόσμο παιδιά γιατί φοβούνται για το μέλλον αυτής της ελάχιστης μπάλας του γαλαξία.
Πριν γεννηθείς, είχα έτοιμη την απάντηση: «είστε ευθυνόφοβοι και δειλοί», έλεγα, όχι τόσο αγενώς, μα αυτό εννοούσα. Για δες με τώρα που σ΄ έχω δίπλα μου και φοβάμαι ασυνείδητα κι εγώ για τούτο το μέλλον… Έξω κάνει 40άρια έξι μέρες τώρα. Λιώνει η σάρκα ακόμα κι υπό σκιάν. Οι γονείς σου δεν σε βγάζουν βόλτα – το είπε άλλωστε κι ο γιατρός. Κι άντε, τώρα είσαι ακόμα 40 ημερών. Μικρή διαφορά σου κάνει αν θα κοιμάσαι στην κούνια του σπιτιού ή δίπλα σε κάποια θάλασσα. Όταν φτάσεις 15 χρονών, και δε θα σε χωράει ο τόπος θα μπορείς άραγε να τρέξεις και να παίξεις με τους φίλους σου ή θα μένετε κλεισμένοι σπίτι με εντολές άνωθεν; «Καραντίνα καύσωνα», θα λένε στις ειδήσεις, κι οι παρουσιαστές θα είναι ρομποτάκια με πανάκριβο σύστημα ψύξης.
Το μυαλό μου ξεφεύγει. Σκέφτομαι τι φαγητά θα τρως. Θα έχουν έρθει άραγε τα συμπυκνωμένα χαπάκια για να γλιτώνουμε χρόνο; «Μ’ αυτό το χάπι έχετε όλα τα θρεπτικά συστατικά της φυσικής τροφής, σε dt. Τέρμα τα τζάμπα μαγειρέματα». Νιώθω πως ώσπου να μεγαλώσεις η παγκόσμια νεύρωση γύρω απ’ τον χρόνο θα έχει γίνει κοινός τόπος. Θα τρέχουμε όλοι μαζί κυνηγώντας ένα φανταστικό καρότο, που πάντοτε θα είναι πιο μπροστά από εμάς. Κι αν γίνει έτσι, πότε θα προλάβεις να γνωρίσεις τους ανθρώπους και να σε γνωρίσουν; Να αγγίξεις, να φιλήσεις, να βαρεθείς, να γελάσεις και να κλάψεις σα να έχεις όλα τα χρόνια του κόσμου; Τριγυρνάει στη σκέψη μου ο στίχος του Άκη Πάνου, «Και είσαι του κόσμου που κάποτε θα φτάσει/Από το χρόνο να τρέχει πιο μπροστά», απ’ το εξαίσιο τραγούδι «Ο κόσμος ο δικός σου».
Η αγχώδης ονειροπόληση είχε φτάσει σε άλλο επίπεδο, σκεφτόμουν να ζεις σ’ ένα δωματιάκι με χιλιάδες εντοιχισμένα CPU, κι όλη η ζωή σου να συμβαίνει μέσα από οθόνες όσο εσύ βρίσκεσαι καθισμένος σε 5 τετραγωνικά. Ξαφνικά σα να χαμογέλασες. Πρώτη φορά σε έβλεπα να σχηματίζεις ένα υποτυπώδες χαμόγελο. Το μαύρο σύννεφο τις μελλοντοφοβίας διαλύθηκε. Ο κόσμος ξαναέγινε κόσμημα. Αν γίνουν αβίωτες οι θερμοκρασίες, θα μετακινηθείς βορειότερα, αν ο κόσμος σου δώσει χαπάκια τροφής θα τα φτύσεις και θα μαγειρέψεις μακαρόνια στο κορίτσι σου, αν ο πλανήτης γίνει μια μηχανή, θα πας σε άλλο πλανήτη ή στην ανάγκη θα φτιάξεις έναν.
«Ο κόσμος ο δικός σου»
«Πώς να μαντέψω πώς πρέπει να βαδίσεις
Πώς να σου μάθω πώς πρέπει να κοιτάς
Δεν έχω ζήσει στον κόσμο που θα ζήσεις
Δεν περπατούσα εκεί που θα πατάς
Σ’ αυτά που είδα, σ’ αυτά που ‘χω περάσει
Πολλά τα λάθη και λίγα τα σωστά
Και είσαι του κόσμου που κάποτε θα φτάσει
Από το χρόνο να τρέχει πιο μπροστά»















































































































