Η δεύτερη μέρα του Αγοραφοβικού στο ΠΛΥΦΑ είχε εκείνο το vibe που κάνει το φεστιβάλ ξεχωριστό: ένα συνεχές πήγαινε-έλα ανάμεσα στις σκηνές με ένα κοινό που έδειχνε διατεθειμένο να παραδοθεί ολοκληρωτικά – όλα μαγικά ενωμένα κάτω από τη γνωστή συνεκτική ανομοιογένεια που έχει πια καθιερώσει το φεστιβάλ.
Πρώτοι για μένα οι Junkheart, που με μια αφοπλιστική παιδικότητα αλλά και τεράστια ορμή, έφεραν εκείνη την ωμή ενέργεια που μόνο μια μπάντα με όρεξη και πίστη στο τώρα μπορεί να βγάλει. Ήταν το ιδανικό ξεκίνημα.
Αμέσως μετά, η 0-100 Seirene με τη DJ Pitsouni έκαναν το δικό τους statement. Femme rap με καθαρό, σύγχρονο φλοου, γεμάτο αυτοπεποίθηση και αλήθεια. Από τις στιγμές που ένιωθες ότι παρακολουθείς κάτι που δεν είναι απλά «ανερχόμενο», αλλά ήδη εδώ και δυναμικό. Στο τέλος, στη σκηνή τις συνόδευσε η επιμελήτρια του φεστιβάλ, Sci-Fi River, προσθέτοντας ακόμα μια νότα ενέργειας στην εμφάνιση.

Η Νεφέλη Walking Undercover, με το βιολί και τα πειραματικά της ηχητικά τοπία, έφερε αμέσως μετά έναν εντελώς διαφορετικό αέρα. Χρησιμοποιώντας κλασικά όργανα έστησε μικρούς κόσμους που μιλούσαν για μνήμες, φθορά και ομορφιά. Ένα σετ ευαίσθητο, που παρ’ όλα αυτά έστεκε με δύναμη ανάμεσα στο χάος του φεστιβάλ.

Κι ύστερα ακόμη μια αποκάλυψη, ο Libys. Με τις εύθραστες ερμηνείες του ,το σαξόφωνό του αλλά και με μια απίστευτη μπάντα πίσω του, έστησε μια εμφάνιση γεμάτη λυρισμό και ηλεκτρισμό ταυτόχρονα. Όταν στη σκηνή ανέβηκε ο Pan Pan για να τον συνοδεύσει στο ντουέτο τους, συγκινημένος, είπε: «έχω να νιώσω έτσι απ’ την πρώτη φορά που είδα τους Κόρε Ύδρο». Δεν υπήρχε καλύτερος τρόπος να περιγράψει αυτό που ζήσαμε όλοι.



Οι Turboflow 3000 έφεραν κατόπιν μια εντελώς άλλη ενέργεια: big beat party, ιδρώτας και σκόνη, ένα set φτιαγμένο για να σε σηκώσει από τη γη.

Κι έπειτα, η σκηνή A7 γέμισε queer λάμψη με τον Die Arkitekt και την Tamta: Πόσο μοναδικό να ακούς πρώτα τη φωνή της Λένας Πλάτωνος στο “Julian” και μετά την ίδια η Τάμτα, με τους χορευτές της, σε μια εμφάνιση θεατρική, τολμηρή, ελεύθερη. Ήταν σαν να ενώθηκαν δύο κόσμοι – η παράδοση της ελληνικής ηλεκτρονικής και η σύγχρονη ποπ, πάνω στο ίδιο stage.


Ο Fonoptikon (με το βαρύ παρελθόν του στα project των ΗΧΟΤΟΠΙΑ & Electroware) πήρε τη σκυτάλη και μας μετέφερε σε έναν άλλον πλανήτη. Sci-fi visuals, σκοτεινά μπάσα, techno beats που έκαναν τον κόσμο να ουρλιάζει σε κάθε μπάσιμο. Ένα σετ που δεν παρακολουθούσες απλά, αλλά βυθιζόσουν μέσα του.

Η βραδιά για μένα έκλεισε με την (εγκυμονούσα) Nalyssa Green, πάντα αφοσιωμένη και βαθιά παρούσα. Μια εμφάνιση γλυκιά και δυνατή μαζί, που λειτούργησε σαν υπενθύμιση πως η μουσική της μπορεί να χωρέσει όλες τις αντιθέσεις της ζωής και να τις μετατρέψει σε τραγούδι.

Κι όταν όλα έσβησαν, έμεινε εκείνο το μωβ των εικαστικών, απλωμένο και στους φωτισμούς, να τυλίγει τον χώρο. Ένα μωβ που έδεσε με τον τρόπο του όλα τα διαφορετικά στοιχεία της βραδιάς, αφήνοντας πίσω του το σύνθημα να αιωρείται: «έλα ρε ξεκόλλα, είναι τα πιο καλά μας χρόνια».





















































































































