Μιλήσαμε με τ@ συγγραφέα, για τη δημιουργία των memes, τη σοβαροφάνεια και την πολιτική διάσταση του λογοτεχνικού χώρου. «Τα memes κάνουν αυτό που κάνει και η γραφή που με τραβάει: ενοχλούν αυτούς που πρέπει και παρηγορούν (χωρίς να καθησυχάζουν) αυτούς που το χρειάζονται».
Υπάρχουν ορισμένοι άνθρωποι που τους έχεις φίλους στο ΦΒ ίσως και χωρίς να τους έχεις συναντήσει ποτέ στη ζωή σου. Η στρέβλωση της εποχής μας, αλλά αυτό είναι κουβέντα για άλλη στιγμή. Όταν είχε κυκλοφορήσει η ποιητική συλλογή «Μακάρι να το είχα κάνει νωρίτερα», τ@ Νόα Τίνσελ είχα διαβάσει ορισμένες κριτικές καλές και κακές. Η ύπαρξη διχογνωμιών για ένα βιβλίο είναι από μόνη της δείγμα επιτυχίας. Προσωπικά μού είχε κάνει εντύπωση η αμεσότητα της γραφής, η queer προσέγγιση, και το ανεπιτήδευτο του ύφους κι έτσι πάτησα την «προσθήκη φίλου». Από τότε διαβάζω τα διάφορα status τ@ Νόα, τις βιβλιοπροτάσεις, τα καυστικά σχόλια, ωστόσο τον τελευταίο καιρό στο προφίλ έχει εμφανιστεί ένας μαγευτικός κόσμος σατυρικών memes για την λογοτεχνική κοινότητα με αποτέλεσμα να το επισκέπτομαι σχεδόν καθημερινά.
Μέσα από διάφορα αστεία σχόλια @ δημιουργός περνάει από κόσκινο το λογοτεχνικό «σινάφι», καυτηριάζοντας όλα εκείνα που λίγο πολύ όλοι έχουμε δει ή βιώσει. Μιλήσαμε με τ@ Νόα, για τα memes, αλλά και την γενικότερη κατάσταση στον λογοτεχνικό χώρο η οποία είναι ταυτοχρόνως για γέλια και για κλάματα…

Πώς ξεκίνησες να τα φτιάχνεις;
Ξεκίνησα αυθόρμητα, χωρίς σχέδιο. Έφτιαξα ένα, μου φάνηκε αστείο και το μοιράστηκα, φάνηκε αστείο και σε άλλους και, μετά, το ένα έφερε το άλλο. Ήταν ένας τρόπος να φτιάξω μια σύντομη παρένθεση από την πολιτική πραγματικότητα, για να μην διαλυθώ. Όχι ότι δεν θίγουν και σοβαρές καταστάσεις τα memes, αλλά, σε πρώτο χρόνο, δεν είχα σκοπό να αγγίξω αυτές. Περισσότερο πήγαινα για το γελοίο και το γραφικό. Στην πορεία προέκυψαν και τα άλλα, πιο συνειδητά πια.
Μετά την δημοσιοποίηση και επιτυχία των memes έχεις λάβει μηνύματα συμπόνιας και μηνύματα κραξίματος;
Οι αντιδράσεις ήταν πολύ θερμές: δημόσια, μου έγραψαν πόσο εύστοχα και αστεία τα βρήκαν. Ιδιωτικά, μου στέλνουν ιδέες και παραγγελίες για μελλοντικά memes, αλλά και μοιράζονται μαζί μου προβληματικές καταστάσεις που βίωσαν στον χώρο. Κάποιες μου ανέφεραν περιστατικά παρενόχλησης που είναι πολύ περισσότερο συνηθισμένα από όσο φαίνεται. Καθωσπρέπει, κατά τα άλλα, κύριοι που απειλούσαν ότι θα εξαφανίσουν αυτή που δεν τους έκανε τη σεξουαλική χάρη που στο μυαλό τους τούς όφειλε. Και η απειλή αυτή έσπειρε φόβο για καιρό, κράτησε αρκετές στην άκρη, γιατί πίστευαν ότι έκαναν κάτι λάθος, κάτι δεν κατάλαβαν σωστά κλπ. Και δεν μίλησαν, ή μίλησαν καιρό μετά (όταν βρήκαν κάποια κοινότητα ή απέκτησαν κάποιο όνομα που έδινε εγκυρότητα στα λόγια τους), γιατί τις έπεισαν ότι κανείς δεν θα τις πίστευε – και, όντως, ακόμα και αυτές που έχουν υποστεί οι ίδιες κάποιας μορφής παρενόχληση αμφισβητούν άλλες όταν αναφέρουν αντίστοιχα περιστατικά που αφορούν άνδρες που γνωρίζουν ή με τους οποίους είναι φίλες ή συνεργάζονται. Οι, δε, κύριοι όχι απλώς δεν μπήκαν στη θέση τους αλλά επιβραβεύονταν συχνά με διάφορες θέσεις και τρόπους. Ένα δεύτερο θέμα για το οποίο μού έστειλαν είναι για την εργασιακή εκμετάλλευση στον χώρο του βιβλίου: πολλές εργατοώρες, μη ρεαλιστικές προθεσμίες, αμοιβές όχι απλώς μη βιώσιμες αλλά και ηθικά εξευτελιστικές (τόσο στην επιμέλεια όσο και στη μετάφραση), τις οποίες υποτίθεται επιλέγεις, γιατί: ελεύθερη αγορά. Στην πραγματικότητα, δέχεσαι τους όρους που θέτουν με την ελπίδα –αυτό που η Μπέρλαντ ονομάζει «σκληρή αισιοδοξία»– ότι τα πράγματα θα αλλάξουν στο μέλλον, κάτι το οποίο δεν έχει λόγο να συμβεί και δεν θα συμβεί, απλώς θα κερδίζουν από την ελπίδα σου που σε κρατάει εκεί, ακριβώς γιατί δεν υπάρχουν σοβαρές συλλογικές διεκδικήσεις.

Κι εδώ, όπως και στις παρενοχλήσεις δηλαδή, δύσκολα θα σταθούν δίπλα στον επιμελητή ή τον μεταφραστή που βρίσκεται σε επισφάλεια και διεκδικεί όσοι έχουν φίλο εκδότη, ή έχουν εξασφαλίσει για τον εαυτό τους ευνοϊκούς όρους – συχνά μάλιστα θα σταθούν και απέναντί του κατονομάζοντάς τον ως πρόβλημα, ειδικά αν έχει ιστορικό διεκδικήσεων και ακόμα περισσότερο αν διαβάζεται ως θηλυκότητα. Και, όντως, αυτά που μου εμπιστεύτηκαν είχαν και εδώ σταθερό μοτίβο: σταδιακά εγκατέλειψαν τη μετάφραση ή την επιμέλεια γιατί δεν μπορούσαν να επιβιώσουν με αυτές τις συνθήκες (χωρίς να μπουν καν στη διαδικασία να διεκδικήσουν κάτι, αφού το παιχνίδι ήταν χαμένο εξαρχής, χωρίς πλαίσιο και συλλογικότητα) ή μίλησαν και τιμωρήθηκαν για αυτό με λύση της συνεργασίας με τρόπο που δεν μπορούσαν να αποδείξουν (ή τουλάχιστον όχι χωρίς να εξαντληθούν στη διαδρομή και να σιχαθούν τον χώρο). Ένα τρίτο ήταν από όσους έγραφαν σε περιοδικά από τα οποία δεν πληρώθηκαν ποτέ και δεν υπήρχε καν στον ορίζοντα το ενδεχόμενο της αμοιβής: και, πράγματι, υπάρχει πολύ η αντίληψη ότι γράφεις από χόμπι ή ότι το να μιλάς για χρήματα σε κάτι που αφορά το «πνεύμα» σε κάνει ψιλικατζή. Και εδώ το αποτέλεσμα είναι το ίδιο: γράφουν, τελικά, οι χομπίστες και αυτοί που δεν έχουν την πολυτέλεια να το κάνουν, μένουν εκτός. Υπήρξαν και ενοχλήσεις, ναι, που μου μεταφέρθηκαν ιδιωτικά από τρίτους εκ μέρους ατόμων που είδαν τα memes ως προσωπική επίθεση. Η θέση μου, ωστόσο, είναι σαφής: δεν με ενδιαφέρει να φωτογραφίσω κανέναν και ούτε θα μπω σε μια λογική δημόσιας αντιπαράθεσης με κανέναν, γιατί δεν αφορούν κάποιες εξαιρετικές περιπτώσεις αυτά για τα οποία γράφω – αντίθετα, είναι συμπτώματα ενός συστημικού προβλήματος και ως τέτοιο με ενδιαφέρει να το θέσω.
Τι σημαίνει για εσένα «σινάφι»;
Το σύστημα που απλώς αλλάζει πρόσωπα μέσα στα χρόνια. Η ειρωνεία είναι ότι όλοι πιστεύουμε πως είμαστε εκτός του.

Μένοντας εννοιολογικά στο «σινάφι», θέλω ένα comment για τη σοβαροφάνεια που συναντάμε στο λογοτεχνικό πεδίο.
Υπάρχει πολλή και τη βλέπεις και στην άσκηση κριτικής, στο τι θεωρείται και τι δεν θεωρείται χιούμορ, στα ίδια τα γραπτά, στις βιβλιοπαρουσιάσεις κ.λπ. Και επηρεάζει το ποιοι ακούγονται και ποιοι αορατοποιούνται, το ποιοι κλείνουν δουλειές ως αξιόπιστοι και ποιοι μένουν εκτός ως μη. Η σημασία στο φαίνεσθαι και η παράσταση είναι ίδια όπως στους άλλους χώρους, η διαφορά είναι ότι εδώ δεν το παραδεχόμαστε. Αντίθετα, πιστεύουμε κιόλας ότι έχουμε κάποιο ηθικό, διανοητικό, αισθητικό πλεονέκτημα σε σχέση με άτομα άλλων χώρων, αλλά και με τους αναγνώστες για τους οποίους καμωνόμαστε ότι απορούμε γιατί μας γυρνούν και την πλάτη από πάνω – στην πραγματικότητα, έχουμε αποφασίσει ότι αυτοί οι λούμπεν φταίνε. Και, πάλι, πάντως, θα σου πω ότι, αν θέλουμε να το δούμε πολιτικά και μας ενδιαφέρουν οι αλλαγές, είναι προτιμότερο αντί για σοβαροφάνεια να μιλήσουμε για αθηνοκεντρισμό, μικροαστισμό, ελιτισμό, σεξισμό κ.τ.λ.

Και από υποκρισία πώς τα βλέπεις τα πράγματα;
Σε μεγάλο βαθμό αυτό που λέμε «υποκρισία» είναι ατομικές τακτικές επιβίωσης σε έναν χώρο που δεν φτιάχτηκε για όλους. Δεν ξετρελαίνομαι με αυτές τις τακτικές, που συντηρούν το σύστημα, αλλά μπορώ να καταλάβω τι συμβαίνει από πίσω τους. Να ονομάσω «υποκριτή» κάποιον που μιλά μόνο ιδιωτικά («από πίσω») για τον εργοδότη του, θα ήταν αφελές, ειδικά όταν δεν υπάρχει κάποιο σωματείο για να απευθυνθεί ή δεν έχει κάποιο υποστηρικτικό δίκτυο που να τον κρατήσει όταν αποφασίσει να αντιδράσει. Και δεν υπάρχουν τέτοια δίκτυα στον χώρο, γιατί πέρα από τον ατομικισμό και την τυφλή φιλοδοξία, υπάρχει καχυποψία που καλλιεργούν οι λογικές του διαίρει και βασίλευε. Και στη λογοτεχνία οι όροι δεν διαφέρουν: δεν θα μιλήσει εύκολα κανείς για τον περιοδικάριο με τον οποίο συνεργάζεται, τον εκδότη που τον εκδίδει ή του οποίου δουλειά μεταφράζει ή επιμελείται, γιατί ξέρει πως θα τιμωρηθεί και ας μιλάμε, στη θεωρία, για ελευθερία στην άσκηση κριτικής.

Από την άλλη, μπορώ να σου χαρακτηρίσω «υποκριτή» κάποιον που φτιάχνει ένα ιδεολογικό προφίλ και κερδίζει από αυτό εις βάρος άλλων – και υπάρχουν αρκετοί στον χώρο που θα πουν δημόσια για εργατοώρες, θα εκδώσουν έργα που χτυπούν τον καπιταλισμό, θα συμμετέχουν σε συλλογικότητες και την ίδια στιγμή, για παράδειγμα, δεν θα σε πληρώνουν. Παρ’ όλα αυτά, να θέσουμε το ζήτημα στο επίπεδο της υποκρισίας δεν θα είχε και πολύ νόημα – πολιτικά μιλώντας. Είναι προτιμότερο να μιλάμε για οικειοποίηση, κεφαλαιοποίηση, εργασιακή εκμετάλλευση, κ.τ.λ. Να θέσουμε ακριβώς στη βάση του το πρόβλημα και να εστιάσουμε στις πράξεις από το να μπούμε σε ένα κυνήγι ανίχνευσης προθέσεων που δεν μας βγάζει και μακριά (εκτός έξω από τα ρούχα μας).
Σκέφτεσαι να τα συνεχίσεις ή να τα μαζέψεις σε μια σελίδα;
Να διευκρινίσουμε ότι δεν ξεκίνησα εγώ τα memes για τον χώρο της λογοτεχνίας σε μία συστηματική βάση. Υπάρχει, για παράδειγμα, η σελίδα «λογοτεχνίζοντα μιμίδια» στο facebook που έχει αντίστοιχα ξεκαρδιστικά – ωστόσο, είναι ανενεργή από το 2022. Δεν γνώριζα το πρόσωπο που την έτρεχε και ήρθαμε σε επαφή με αφορμή τα δικά μου memes και ήταν πολύ αναζωογονητική επικοινωνία. Η ύπαρξη αυτής της σελίδας (ήδη από το 2018) δείχνει, συνδυαστικά με την υποδοχή που είχαν και τα δικά μου memes (αλλά και τις συζητήσεις που κάνουμε ιδιωτικά όπου επαληθεύουμε το μέγεθος των προβλημάτων) πόσο υπάρχει ανάγκη να μείνει ανοιχτό ένα κανάλι όπου θα τίθενται θέματα για τον χώρο, όπου θα έχουν ορατότητα ως αφύσικες καταστάσεις που έχουν φυσικοποιηθεί, ώστε να νιώθουμε λιγότερο μον@ ή προβληματικ@ και να συσπειρωνόμαστε.

Γιατί και τα memes κάνουν αυτό που κάνει και η γραφή που με τραβάει: ενοχλούν αυτούς που πρέπει και παρηγορούν (χωρίς να καθησυχάζουν) αυτούς που το χρειάζονται φυσικά, από μόνα τους δεν αρκούν. Υπάρχουν σκέψεις να προσθέτω κάποιο meme κάποια φορά που θα έχω κάτι να πω, αλλά δεν το έχω, τουλάχιστον για την ώρα, στο νου μου ως πρότζεκτ με συγκεκριμένο πλάνο. Σίγουρα, όμως, ο χώρος δίνει πολλή «έμπνευση».















































































































