Την Κυριακή 30/11, η Δημοτική Αγορά της Κυψέλης μετατράπηκε σε σημείο συνάντησης, μνήμης και αφήγησης, με αφορμή την παρουσίαση του βιβλίου «Η Πατριδογνωσία της Κυψέλης» των εκδόσεων ΛΟΓΟ_ΤΥΠΟ. Το οδοιπορικό στις δεκαετίες ’50 και ’60 ζωντάνεψε μέσα από τις εισηγήσεις της ιστορικού Τασούλας Βερβενιώτη, του συγγραφέα Γιώργου-Ίκαρου Μπαμπασάκη και του συγγραφέα Λέανδρου Σλάβη, παρουσία πολλών ανθρώπων που αγαπούν και αναγνωρίζουν τη γειτονιά ως κομμάτι της ιστορίας τους.
Ακολουθούν κάποια στιγμιότυπα από τον φακό της Θεανώς Μανουδάκη και ένα κείμενο της ιστορικού Τασούλας Βερβενιώτη.
Αγορά της Κυψέλης, 30 Νοέμβρη 2025 – Παρουσίαση του βιβλίου Η πατριδογνωσία της Κυψέλης
Η σημασία της διατήρησης της μνήμη σε εποχή μεγάλων κοινωνικών αναδιαρθρώσεων
της Τασούλας Βερβενιώτη
Η μνήμη είναι συλλογική· διαμορφώνεται, δομείται και κατασκευάζεται συλλογικά. Οι ατομικές βιωμένες εμπειρίες των ανθρώπων δημιουργούν ένα αφήγημα το οποίο δεν αντανακλά προσωπικές απόψεις, αλλά εκφράζει ευρύτερες κοινωνικές και πολιτισμικές δομές, γιατί ως άτομα είμαστε μέλη μιας κοινωνίας.
Οι κοινές μνήμες αποτελούν τον συνδετικό κρίκο ανάμεσα στο άτομο και την κοινότητα στην οποία ανήκει. Η διατήρηση της μνήμης εξαρτάται από τη διατήρηση των κοινωνικών δεσμών ανάμεσα στα μέλη της ομάδας, είτε αυτή είναι η οικογένεια είτε η συνοικία όπου ζουν. Στην περίπτωσή μας Η Κυψέλη. Αυτή αποτελεί ένα κοινό τόπο και μας παρέχει το αίσθημα του ανήκειν.
Το να ανήκει κάποιος σε μια κοινότητα προϋποθέτει την αποδοχή των κοινών τόπων της ιστορίας της. Την αποδοχή μιας κοινής μνήμης, η οποία επιτρέπει στους ανθρώπους να σχηματίσουν μια συνείδηση του εαυτού, άρα μια ταυτότητα, τόσο σε ατομικό όσο και σε συλλογικό επίπεδο. Και η διατήρησή της μνήμης αποτελεί μια κοινωνική υποχρέωση, καθώς και ένα χρέος απέναντι στην κοινότητα.
Στις σύγχρονες κοινωνίες, καθώς οι παραδοσιακοί τρόποι μετάδοσης της μνήμης -συνήθως γύρω από ένα γιορτινό τραπέζι- εξαφανίζονται, οι άνθρωποι έκριναν σκόπιμο να δημιουργήσουν μουσεία, να διατηρήσουν τα αρχεία, τα κτίρια -όπως η Δημοτική Αγορά της Κυψέλης- και να οργανώνουν επετειακούς εορτασμούς. Αισθάνθηκαν επίσης την ανάγκη καθώς και την υποχρέωση να καταγράφουν τις μαρτυρίες τους, να συλλέξουν έγγραφα, φωτογραφίες, αντικείμενα, όλα τα ίχνη του παρελθόντος, ώστε να τα καταθέσουν ενώπιον της Ιστορίας. Γιατί χωρίς τη διατήρηση της μνήμης, ο τόπος τους, η Κυψέλη θα ήταν ιστορικά ανύπαρκτη, θα «έσβηνε από τον χάρτη», όπως και οι ίδιοι. Ο φόβος της «εξαφάνισης» συνδυάζεται με το άγχος αλλά και την αβεβαιότητα η οποία δεν αφορά μόνο το μέλλον του τόπου τους, αλλά και τη δική τους ύπαρξη.
Θεωρώ ότι το βιβλίο Η Πατριδογνωσία της Κυψέλης εντάσσεται σε αυτή την προσπάθεια. Και είναι αξιέπαινη από όλες τις απόψεις. Τόσο για το αρχικό πόνημα του Ανδρέα Βαβαγιάννη, όσο και για τη συνέχιση του από τον Λέανδρο Σλάβη ο οποίος το εμπλούτισε με τις δικές του βιωμένες εμπειρίες, βαδίζοντας πάνω στις αρχικές ράγες και προσθέτοντας ακόμα επιλεγμένα κείμενα, αφηγήσεις λογοτεχνών που αναφέρονται στην Κυψέλη. Και πρέπει επίσης να σημειώσουμε ότι σημαντικός υπήρξε και ο ρόλος του εκδότη, του Χρύσανθου Ξάνθη, γιατί χωρίς αυτόν δεν θα υπήρχε το βιβλίο.
Διαβάζοντας την Πατριδογνωσία της Κυψέλης διαπίστωσα πόσο ρευστά είναι στη πράξη και στη ζωή τα όρια. Είτε αυτά είναι χρονικά είτε τοπικά. Που αλήθεια αρχίζει και που τελειώνει η Κυψέλη; Πόσο μπορούν κάποιοι δρόμοι να αποτελέσουν όρια; Πόσο η Πατησίων αποτελεί ένα όριο; Και πως αυτά τα όρια διαφοροποιούνται στο χρόνο;
Όσον αφορά τα χρονικά όρια, παρόλο που το πόνημα του Αντρέα Βαβαγιάννη αναφέρεται στις δεκαετίες 1950 και 1960, η αεροφωτογραφία με τον προσφυγικό συνοικισμό μας πάει στις αρχές του 20ου αιώνα, στη Μικρασιατική καταστροφή, το 1922. Και όταν τη δεύτερη δεκαετία του 21ου αιώνα, εκατό χρόνια αργότερα, η Ομάδα Προφορικής Ιστορίας Κυψέλης (ΟΠΙΚ) συγκέντρωνε προφορικές μαρτυρίες και τα τότε παιδιά της Κυψέλης μας έλεγαν, ότι περνούσαν μέσα από τον συνοικισμό για να βγουν στην αλάνα και να παίξουν, η φωτογραφία αυτή στάθηκε για μας πολύτιμη για να κατανοήσουμε το παρελθόν της γειτονιάς μας. Μα και στις μαρτυρίες του Λεάνδρου Σλάβη και κυρίως τα λογοτεχνικά κείμενα περιγράφουν τους συγκάτοικους μας μετανάστες και πρόσφυγες που ήρθαν από την Αφρική και την Ασία και εγκαταστάθηκαν στην Κυψέλη στις αρχές του 21ου αιώνα.
Και αξίζει να σημειώσουμε ότι επειδή ακριβώς η μνήμη είναι μια κατασκευή, ένα ανθρώπινο δημιούργημα, ως άνθρωποι συνηθίζουμε να τονίζουμε τις ωραίες πλευρές, τις ωραίες εποχές, όταν η Φωκίωνος Νέγρη βρισκόταν στις δόξες της και να κρύβουμε ή να απαλείφουμε τις πιο δυσάρεστες πλευρές της ιστορίας.
Μέσα όμως από τη δουλειά της ΟΠΙΚ μάθαμε ότι στην Κατοχή στο Μέντια Λουζ ο γιατρός έκανε συσσίτια για τα παιδιά. Μάθαμε επίσης ότι στη φοβερή μάχη των 33 ημερών που δόθηκε σε αυτή την πόλη τον Δεκέμβρη του 1944, απομεινάρια της οποίας είναι τα δύο σφυροδρέπανα στην Αγορά, με το αστέρι –δεν έχουν όλα- ξέρουμε ελάχιστα. Και ελάχιστοι ξέρουν ότι στο σχολείο που βρίσκεται στην διασταύρωση Λέλας Καραγιάννης και Φωκίωνος, συγκεντρώθηκαν οι φοιτητές για να σχηματίζουν τον Λόχο των Σπουδαστών, τον Λόχο Λόρδο Μπάυρον, και οι Εγγλέζοι τους χτύπησαν με τα κανόνια από τον Λυκαβηττό· δεν υπήρχαν ακόμα πολυκατοικίες. Τότε σκοτώθηκαν δύο φοιτητές και τραυματίστηκε η συγγραφέας Ζωρζ Σαρρή. Το έχει περιγράψει και σε βιβλίο της. Και θεωρώ ότι είναι καλό και αυτά να τα θυμόμαστε.
Κλείνοντας, θα ήθελα να πω ότι η καταγραφή της μνήμης, της βιωμένης εμπειρίας των ανθρώπων, συνιστά ένα είδος αντίστασης απέναντι στις απρόσωπες και εξωχώριες (offshore) «αγορές» που προσπαθούν να ελέγξουν τη ζωή μας. Οι τράπεζες, οι εταιρείες, τα funds, τα χρηματιστήρια μετονομάζονται, μετατρέπονται, μεταφέρονται, συγχωνεύονται και μεταπουλούνται. Δεν έχουν μνήμη. Εμείς όμως οι άνθρωποι έχουμε και Ιστορία και μνήμη: δεν υπάρχουμε χωρίς μνήμη. Εμείς δραστηριοποιούμαστε σε συγκεκριμένους χώρους, κατασκευάζουμε μνημονικούς τόπους μέσα στους οποίους διαβιούμε και οι οποίοι αποτελούν την αφετηρία μας για το κτίσιμο του μέλλοντός μας. Και, ακριβώς, επειδή ζούμε σε μια εποχή μεγάλων πολιτικών, οικονομικών και πολιτισμικών αναδιαρθρώσεων, και άρα κοινωνικών αναταράξεων, είναι περισσότερο από ποτέ αναγκαίο να συλλέξουμε τις ιστορίες του τόπου μας ώστε να μπορέσουμε να ανά/κατά-σκευάσουμε τόσο τη μνήμη όσο και τη ζωή μας.
Μπορείτε να προμηθευτείτε το βιβλίο από εδώ.























































































































