Αν πρέπει πάντα να είσαι η κόρη του μπαμπά σου; Nα φοράς τη σάκα στους ώμους με τα «μη» και τα «πρέπει» του, το άριστα δέκα και τη διαγωγή κοσμιοτάτη;
Και αν, ύστερα, γίνεις η σύζυγος κάποιου –και ας μην αλλάξεις επώνυμο, και δε σε φωνάζουν Γιάννενα π.χ., όπως στις βουκολικές εκδοχές που φόραγες σαμάρι το όνομα του άνδρα σου– αλλά σύζυγος θα είσαι, με ρόλο και επίσημα διαπιστευτήρια! Γυναίκα; Όχι, λυπάμαι ανήκει στα επικουρικά προσόντα και δεν μοριοδοτείται!
Μεγαλώνεις όμως… Και αν δε μεγαλώνεις;
Αν μόνο η ταυτότητα (που πρόσφατα άλλαξες και ενημέρωσες ορθώς το Εθνικό Μητρώο), κάνει λάθος;
Αν είσαι τα πάντα όλα; Η κόρη, η σύζυγος, στριμωγμένη σε όλες τις πιθανές εκδοχές σου, μέσα στη βαλίτσα που σέρνεις στην αποβάθρα του βίου σου;
Όλο τον καιρό; Ναι, αλλά ποιον καιρό όμως; Πώς σε θυμάσαι; Χαμογελαστή, ή μήπως ανέμελη με κοτσίδες στο σπίτι στο λιβάδι και την μαμά στον ώμο του πατέρα στην κούνια της αυλής;
Και αν δε σε θυμάσαι έτσι όπως θα σε ήθελες; Αλλά τολμήσεις να δεις το σανίδι που περπάτησες ξυπόλυτη όλο τον καιρό; Χωρίς ώμους και γλυκανάλατες εικόνες, χωρίς κοτσίδες βρε αδερφέ που χοροπηδάνε, αλλά να σε σφίγγουν στη ρίζα του τριχωτού της κεφαλής, χρόνια τώρα;
Και αν δε γουστάρεις να είσαι πια η κόρη του μπαμπά σου, και αν δε θες να είσαι σύζυγος κανενός και αποφάσισες να είσαι εσύ και μόνον εσύ – και το σκυλάκι σου βέβαια, που ξέρει να αναστενάζει στον ώμο σου καλύτερα από τον καθένα;
«Κι αν δε γίνεται αλλιώς»; Θα σου πουν με ευκολία οι καλοθελητές, σας το υπογράφω! Τότε θα είσαι η μεγάλη για δάκρυα Στέλλα, η γελοία για ανατροπές στα «ξενυχιασμένα πενήντα» σου και ηθικώς καταδικαστέα στο πιθανό παραστράτημά σου!
Εκεί θέλει να σχίσεις το κουκούλι (γίνεις δε γίνεις πεταλούδα) ρε γαμώτο!
Να απαντήσεις στα μούτρα τους: «Ναι, γίνεται αλλιώς».















































































































