Το καφενείο στο Μαρούσι είναι τίγκα. Πολλά ζευγάρια μάτια στραμμένα στην ίδια οθόνη, παράξενη εικόνα. Έχουμε συνηθίσει τελευταία καθείς να κλείνεται μονάχος του στις 6 ίντσες του, στον προσωπικό του –δήθεν– χώρο. Κι αλίμονο σ’ εκείνον που θα τολμήσει να κοιτάξει ξένη οθόνη.
Σήμερα δεν υπάρχουν τέτοια. Σήμερα στο καφενείο του Αμαρουσίου –και σε χιλιάδες άλλα σ’ όλη την Ελλάδα– δεκάδες βλέμματα χωρούσαν παρέα σε 50 ίντσες, ρουφώντας μαζί γερές τζούρες αδρεναλίνης σε έναν τελικό-σπλάτερ, που όλα παίζονταν στον πόντο.
Η εικόνα στο πρώτο τραπέζι με ξεπερνάει. Μια οικογένεια, συν γυναιξί, τέκνοις, παππούδων και φίλων, καμιά δεκαπεντάρα άτομα, είναι μαζεμένη λες και κάνουν δεύτερο Πάσχα. Ο πιο μικρός της κομπανίας, ένας πιτσιρίκος βία οκτώ ετών, ντυμένος κατακόκκινα ανεμίζει κάθε τόσο το κασκόλ του Ολυμπιακού, και τσιρίζει «Χάστο, χάστο!» ή «Βάλτο, βάλτο!», κατά περίπτωση.
Εκείνος ο πιτσιρίκος είναι η προσωποποίηση της ευτυχίας. Σ’ ένα τραπέζι τριγυρισμένος απ’ την αγάπη των δικών του, και το περήφανο βλέμμα του παππού του, μπροστά σε τηγανητές λιχουδιές, και με την ομάδα του στην TV να σαρώνει, να κοντεύει να γίνει πάλι πρωταθλήτρια, ο πιτσιρίκος αν δεν ένιωθε βασιλιάς του κόσμου, σίγουρα ένιωθε «κολοσσός του Μαρουσίου».
Στα πίσω τραπέζια το κλίμα μπορεί να μην ήταν τόσο οικογενειακό, ήταν όμως ηλεκτρισμένο μέχρι τέλους. Όταν ζόριζαν τα πράγματα στο σκορ, ένας συγκεκριμένος πελάτης έβριζε ποικιλοτρόπως τον coach Μπαρτζώκα.
Εγώ κι οι φίλοι μου περιμέναμε πως από λεπτό σε λεπτό θα γίνει σκηνικό. Λίγο πριν τη λήξη, ήρθε το «μπαμ». Ένας άλλος θαμώνας ξεσπαθώνει: «Ρε τι πρόβλημα έχεις; Τι μιλάς έτσι; Βλέπεις πού μας έχει φέρει ο Μπαρτζώκας ρε;» λέει και πλησιάζει επικίνδυνα.
Ο αντιμπαρτζωκικός αντεπιτίθεται: «Όλο μαλακίες κάνει. Την έχει καταστρέψει την ομάδα. Γιατί να μη το πω;». «Γι’ αυτό ρε μαλάκα!» λέει ο άλλος και δείχνει την TV, ενώ όλο το μαγαζί πανηγυρίζει. Ο Ολυμπιακός είχε μόλις βάλει το τελευταίο καλάθι. Πρωταθλητής ξανά μετά από 13 χρόνια.
Καβαλήσαμε ταξί και ξεκινήσαμε σφαίρα για Πειραιά. Μόλις πιάσαμε τη διχάλα της Συγγρού Πειραιά/Μικρολίμανο κολλήσαμε σε μια κατακόκκινη, πανηγυρική κίνηση. Οι κόρνες σού έπαιρναν τ’ αυτιά. Οι μοτοσυκλέτες πέρναγαν ανάμεσα ανεμίζοντας σημαίες και κασκόλ. Αλλά και οι μποτιλιαρισμένοι δεν πήγαιναν πίσω. Κρεμασμένοι έξω απ’ τα παράθυρα των αμαξιών, ή ανεβασμένοι απ’ τις ανοιχτές ηλιοροφές σήκωναν γροθιές, φώναζαν συνθήματα και τραγουδούσαν.
Η ανθρωπογεωγραφία των επιβατών ήταν το κάτι άλλο: Οικογένειες με παιδάκια, ζευγάρια, αγοροπαρέες και κοριτσοπαρέες, ημι-ενήλικες και υπερήλικες, όλοι κατευθύνονταν με το ίδιο πάθος προς τον Πειραιά. Κύριος οίδε πού παρκαρίστηκαν όλα τούτα τα αυτοκίνητα.
Στην έξοδο προς Λαμία, παρατάμε το ταξάκι μας. Mε το σημειωτόν δεν θα φτάναμε ποτέ. Είχε έρθει η ώρα του βάδειν, κουβαλώντας τις μπύρες μας και το ασυγκράτητο κέφι του κολλητού μας που πήγαινε χαρωπός μπροστά σαν σέρπα ενός κατακόκκινου παραδείσου.
Σύντομα ενωθήκαμε με τους υπόλοιπους περπατητές, κόβαμε δρόμο απ’ τα πιο απίθανα μέρη, περάσαμε κάθετα αυτοκινητόδρομο τεσσάρων λωρίδων, ανεβαίναμε λοφάκια και σκαλάκια, κι ο σέρπα μας συνέχιζε απτόητος. «Ρε Θοδωρή, εσύ δε δουλεύεις στις εννιά αύριο;» ρωτάω, η ανίδεη, για να πάρω την αποστομωτική απάντηση: «Ποιο αύριο; Δες τι γίνεται εδώ, θα πάω σερί, κλάιν».
Ανάμεσά μας πέρναγαν μηχανές κι αμάξια, μας χαιρετούσαν και τους χαιρετούσαμε σαν καλοί (άγνωστοι) φίλοι.
Τριανταπέντε λεπτά μετά φτάσαμε στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά. Εκεί που ώωωωρες μετά θα έφτανε ο Ολυμπιακός, για να σηκώσει το κύπελλο μπροστά στο βασίλειό του, όπως ο Μουφάσα τον Σίμπα στην έναρξη του Lion King.
Βεγγαλικά, ναυτικές φωτοβολίδες, και καπνογόνα είχαν την τιμητική τους. Κάθε τόσο πέφτανε συνθήματα και το συγκεντρωμένο πλήθος αλάλαζε τρελαμένο. Κάποια στιγμή ο DJ έπαιξε το hit των Ολυμπιακών στη φετινή διοργάνωση, το «Νοικιάστηκε» της Λιόλιου. Δώσ’ του κι εκεί πυροτεχνήματα.
Όλα τα ψηλά σημεία είχαν καταληφθεί απ’ την αιλουροειδή πιτσιρικαρία. Οι οροφές της στάσης του τραμ ήταν το ακριβό θεωρείο της βραδιάς. Οι μεγάλες μεταλλικές διαφημιστικές οθόνες επίσης ήταν «μια κάποια λύσις» για όσους δεν πρόλαβαν τις άλλες ακροπόλεις.
Ο κόσμος ήξερε πολύ καλά πως έχει μπροστά του άλλες τρεις ώρες μες στο νερό μέχρι να φτάσει η ομάδα, κι όμως δεν έλεγε να το κουνήσει. Επικρατούσε μια έξαψη καθολική. Έβλεπες στα μάτια όλων πως ο χρόνος είχε σταματήσει γύρω στις έντεκα το βράδυ που σηκώθηκε το κύπελλο στο ΟΑΚΑ. Μέσα σ’ αυτές τις ώρες η πραγματικότητα είχε καταλυθεί. Δεν υπήρχε πια πληθωρισμός, απλήρωτοι λογαριασμοί και δίευρη βενζίνη. Δεν υπήρχε εννιάωρο 9-6, ούτε πόλεμοι, ούτε νεκροί, ούτε σήψη της Δικαιοσύνης. Μόνο μια μεθυστική νίκη. Οι συγκεντρωμένοι γιόρταζαν μια νίκη που –για μια φορά– δεν είχε χρειαστεί να παλέψουν να κερδίσουν με τα σώματά τους.
Η νίκη ανήκε σε κάποιους άλλους, κι αυτοί οι άλλοι τους τη χάρισαν. Κι είναι ωραίο καμιά φορά να σου χαρίζουν νίκες για τις οποίες δεν έχεις παλέψει αυτοπροσώπως. Άλλωστε στα μάτια μου πάντοτε αυτό ήταν ένα απ’ τα συστατικά στο οπαδιλίκι (ακόμα κι αν δεν ήμουν ποτέ μέρος του): κάποιος άλλος παθαίνει αντί για σένα. Κι άμα χάσει θα τον εμψυχώσεις νοητά, κι άμα κερδίσει θα στήσεις μιαν υπέροχη φιέστα σα τη σημερινή για να το χαρείτε.
Η αγαπημένη μου Σ. Παναγούλη, σε ένα εκπληκτικό κείμενο, είχε γράψει την ατάκα πως οι Έλληνες «νικάνε κι η γη δεν τους χωράει». Αυτό ακριβώς ζήσαμε χθες στην πλατεία του Δημοτικού Θεάτρου. Μια απίστευτη συστολή του χώρου σε μια διαστολή του χρόνου.
Μετά από τόση υπαρξιακή χασούρα τον τελευταίο καιρό στην Ελλάδα είναι ανακουφιστικό να βλέπεις πως η χαρά είναι εκεί, δεν έχει μετακομίσει οριστικά, και μπορεί ν’ ανάψει με 92 καλαθιές.



























































































































