Βρέθηκα τις προάλλες, για πολλοστή φορά στη ζωή μου, σε μια αρκετά φασαριόζικη κουβέντα περί πορνογραφίας. Άκουσα αυτά περίπου που ακούγονται όταν τίθεται το εν λόγω ζήτημα: ότι η πορνογραφία είναι στην πλειοψηφία της σαδομαζοχιστική, ότι διδάσκει τη σεξουαλική βία στους άντρες, ότι παρουσιάζει τις γυναίκες ως παιχνίδια κι αντικείμενα και, εν ολίγοις, ότι προωθεί την κουλτούρα του βιασμού. Κι έγνεψα καταφατικά.
Άκουσα και τα άλλα: ότι η ανθρωπότητα παλιότερα δεν είχε τέτοια ταμπού, ότι στα αρχαία ελληνικά σκεύη και στις νωπογραφίες της Πομπηίας βλέπουμε «ΤΑ αίσχη» κι ότι, αναστέλλοντας το δικαίωμα στην πορνογραφία, καταργούμε το δικαίωμα στην ελευθερία του λόγου. Κι έγνεψα και πάλι καταφατικά (αν και εδώ σκέφτηκα πως το ότι υπάρχουν ερωτικές παραστάσεις σε αρχαία ελληνικά αγγεία ή στην Πομπηία αποδεικνύει ότι η ιστορία της σεξουαλικής αναπαράστασης είναι πολύ παλαιότερη από τα σημερινά ήθη, δεν αποδεικνύει απαραίτητα ότι οι αρχαίες κοινωνίες ήταν γενικά απαλλαγμένες από σεξουαλικά ταμπού.)
Όσο το σκέφτομαι, όμως, νομίζω πως, ανάμεσα σε τσίπουρα και μεζεδάκια, βρισκόμασταν σε δύο εντελώς διαφορετικές συζητήσεις ταυτόχρονα.
Η μία συζήτησα φυσικά αφορά το τι είναι η πορνογραφία και τι επιπτώσεις μπορεί να έχει: αν αναπαράγει τη βία, τον μισογυνισμό και στρεβλές αντιλήψεις για την επιθυμία, τη συναίνεση και το σώμα. Η άλλη αφορά κάτι διαφορετικό: ποιος αποφασίζει τι επιτρέπεται να δούμε, να διαβάσουμε ή να φανταστούμε.
«Ο βαθμός ελευθερίας και πολιτισμού μιας κοινωνίας κρίνεται από τη θέλησή της να αποδεχτεί την πορνογραφία», έχει γράψει ο Σαλμάν Ρουσντί (το βρήκα σε κάτι παλιές σημειώσεις μου από ένα σεμινάριο δημιουργικής γραφής κι είπα να το προσθέσω σαν επιχείρημα). Η φράση αυτή μάλλον ακούγεται σωστή σε κάποιον που δεν μεγάλωσε με την πεποίθηση ότι το ανθρώπινο σώμα είναι ένα επικίνδυνο αντικείμενο που πρέπει να κυκλοφορεί καλυμμένο, αδειοδοτημένο και με γονική συναίνεση.
Η ανθρωπότητα, βέβαια, έχει μακρά παράδοση στο σπορ της λογοκρισίας του ερωτισμού και της σεξουαλικής ελευθερίας. Από τα Σόδομα και τα Γόμορρα μέχρι το 2026, το σεξ παραμένει το αγαπημένο «σκιάχτρο» της κοινωνικής ηθικής. Ένα γυμνό σώμα είναι πάντα εύκολο να το δαιμονοποιήσεις – «Γυναικεία ρώγα; Αν είναι δυνατόν! Κρύψτε την!» Ναι, στην «φωτισμένη» μας εποχή, ο μπαμπάς αλγόριθμος του Meta μπορεί να ανεχθεί τα πάντα – μίσος, παραπληροφόρηση, πολεμικό θέαμα και κάθε είδους ψηφιακή σαβούρα, αλλά μια ρώγα παραμένει τραγικά ύποπτη. Ακόμη κι όταν ανήκει σε αναγεννησιακό πίνακα. Γιατί, ως γνωστόν, ο Μποτιτσέλι ήταν επικίνδυνος άνθρωπος· δεν είμαστε τώρα για να αναπαράγουμε τους πίνακές του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Ban στον λογαριασμό της κυρά-Τασούλας που ξύπνησε με όρεξη να μοιραστεί με τους δεκαπέντε φίλους της τον Μποτιτσέλι. Κι αν αρχίσουμε από τον Μποτιτσέλι, τι γίνεται με τα ποιήματα του Χριστιανόπουλου; Και τον Μίλο Μανάρα; Και τον Bill Brandt; Και τα γαμοτράγουδα της Αποκριάς;
π.χ. μιας και το βρήκα και μου άρεσε:
Καλώστονε τον Κωσταντή
που ’χει ψωλή μεγάλη
δυόμισι πήχες μακριά
και χώρια το κεφάλι…
Προφανώς δεν χρειάζεται να πιστεύουμε ότι κάθε πορνογραφία είναι απελευθερωτική. Δεν είναι. Υπάρχει πορνογραφία βίαιη και μισογυνική· υπάρχουν σοβαρά ερωτήματα για τη σχέση της με τη σεξουαλική βία, την επιθυμία και την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Υπάρχει όμως και τέχνη, φαντασία, ερωτισμός, παιχνίδι, συγκατάθεση. Όλα αυτά τα συγκλονιστικά όμορφα πράγματα, που κάνουν τη ζωή μας ενδιαφέρουσα και αξιοβίωτη! Το να τα βάζουμε όλα στο ίδιο σακί επειδή μας προκαλούν αμηχανία είναι εξίσου προβληματικό με το να υποκρινόμαστε ότι η πορνογραφία δεν έχει άπειρες σκοτεινές πλευρές. Μπορούμε να καταγγέλλουμε την πορνογραφία που κανονικοποιεί τη βία. Να μιλάμε για συναίνεση και αξιοπρέπεια. Να απαιτούμε καλύτερες συνθήκες παραγωγής και ουσιαστική προστασία των ανθρώπων που συμμετέχουν σε αυτήν. Μπορούμε να ασκούμε κριτική, να εκπαιδεύουμε, να διαφωνούμε, ακόμη και να απέχουμε. Αυτό όμως είναι διαφορετικό από το να αποφασίσουμε ότι όλα εκείνα τα όμορφα που λέγαμε (τέχνη, φαντασία, ερωτισμός, παιχνίδι, συγκατάθεση) χρειάζονται κηδεμόνα.
Γιατί, όταν λέμε «να προστατεύσουμε την κοινωνία από την πορνογραφία», η λογική συνέχεια θα ήταν να συζητήσουμε ποιος θα αποφασίσει ποια πορνογραφία είναι επικίνδυνη; Ποια τέχνη είναι χυδαία; Ποια εικόνα είναι προσβλητική; Ποιο σώμα είναι υπερβολικά γυμνό; Ποια φαντασίωση είναι θεμιτή και ποια όχι;
Να, η συζήτηση αλλάζει ξανά. Εκεί που θέλω να καταλήξω είναι ότι πρέπει να προσέχουμε σε ποια κουβέντα από τις δύο είμαστε. Συμφωνούμε ότι η πορνογραφία μπορεί να αναπαράγει βία και μισογυνισμό; Συμφωνούμε. Συμφωνούμε ότι η σεξουαλική έκφραση και η καλλιτεχνική αναπαράσταση δεν πρέπει να λογοκρίνονται αυθαίρετα; Συμφωνούμε. Συμφωνούμε ότι η κριτική ενός περιεχομένου δεν συνεπάγεται αυτομάτως ότι πρέπει να απαγορευτεί; Συμφωνούμε. Συμφωνούμε ότι η απαγόρευση γεννά το κρίσιμο ερώτημα του ποιος αποφασίζει τι επιτρέπεται; Συμφωνούμε. Άρα ίσως τελικά να μην διαφωνούσαμε και τόσο πολύ τις προάλλες στα τσίπουρα.
Υ.Γ. Ας κρατήσουμε στην άκρη του μυαλού μας, σε όποια συζήτηση κι αν είμαστε, ότι έτσι όπως είναι η κοινωνία μας, αν μπούμε στο «παιχνίδι» της λογοκρισίας πιθανότατα θα χάσουμε, γιατί η λογοκρισία δεν κάθεται να αποδείξει ότι κάτι είναι επικίνδυνο· της αρκεί να το ονομάσει «ανήθικο» και θα θεσπίσει κάθε είδους ποινές και τιμωρίες που τρέχα γύρευε πώς και από ποιον θα «φυλάσσονται» και θα ελέγχονται.
Υ.Γ. 2 Το σώμα μας το θέλουμε ελεύθερο, ήρεμο και χορτασμένο χαρά. Όχι; Λίγα μας έχουν απομείνει. Το νου μας!
Το παρακάτω ποίημα ανήκει στην Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ και είναι από τη συλλογή «Ενάντιος έρωτας». Ποιήματα 1978-1985», εκδ.Καστανιώτη,1998. Δεν είμαι σίγουρη ότι προσθέτει κάτι στους προβληματισμούς που παρέθεσα παραπάνω, αλλά το βρίσκω ένα όμορφο αντίβαρο και ένα φινάλε τουλάχιστον γλυκό.
Η ζέστη
Στη ζέστη της Ελλάδας τα κολλημένα στέρνα μας ανάβλυζαν νερά• έπινα τον ιδρώτα σου μαζί με τα φιλιά σου το αχ σου στη σκιά του παντζουριού.
Την ώρα που ανέβαινε το άγριο μεσημέρι του τόπου εφούντωνες κι εσύ με τα τρελά τσουλούφια σου τα θεία τσίνορά σου, το γέλιο σου πολύεδρο μες στ’ αλμυρά πρίσματα του πάθους.
Στην τόση λάβρα στην τόση ακινησία με μόνο ίσκιο πάνω μας το μαύρο πεπρωμένο, τα σκίτσα της ύπαρξής μας έμοιαζαν μ’ εξίσωση εντόμων.
Κακοφορμίζει ο Αύγουστος σαν ανοιχτή πληγή και τα τζιτζίκια αστείρευτα θυμίζουν πάλι τον ποιητή στου ποιήματος το τέλος.
Άπνοια… Η μύγα σχολαστικά τα πάντα π’ ασχημίζει εκάθισε στο πέος σου και τρώει το χυμό σου.
Περνάει με το μεγάφωνο αυτός με τα καρπούζια
το μεσημέρι πέφτει στα πόδια μου σαν κεφαλή κομμένη.















































































































