Άκουσα πρώτη φορά τη φωνή του Σπύρου Γραμμένου μέσα σ’ ένα παλιό λεωφορείο που μούγγριζε, σ’ ένα ψαροχώρι της Μάλτας, το 2010. Μικρή οθόνη με greeklish: Spyros Grammenos. Ήταν το «Χίλιες φωνές», απ’ τον πρώτο του δίσκο. Ενθουσιάστηκα. Έκτοτε, ερωτευμένη πολύ με τις λέξεις του, το χιούμορ του και την αυθάδειά του, τρέχω να τον συναντήσω σε τραγούδια, σε μικρές και μεγάλες σκηνές, σε ραδιοφωνικές εκπομπές, στα βιβλία του (κάνει κι ένα σωρό πράγματα, πού να τον προλάβεις;) και σε όποιον ρωτάει, επιμένω να απαντάω: αυτός ο τύπος μιλάει για εμάς. Είναι ζεστός, εξωφρενικός, ευφάνταστος, ειλικρινής, ανυπάκουος… ένα περιστέρι με κιθάρα που θα συνεχίσει να μας «ζαλίζει» – πάλι καλά.
Διαβάστε τον, κι αν στο τέλος σας έρθει να τρέξετε στο Κύτταρο στις 20/11 να τον ακούσετε, συγγνώμη για το εισιτήριο. Το περιστέρι έχει έξοδα. Παρά τα κουτσομπολιά, οι καλλιτέχνες δεν τρέφονται αποκλειστικά και μόνο με χειροκρότημα.

Πώς είναι η καθημερινότητά σου αυτήν την περίοδο; Σε τι φάση σε πετυχαίνω;
Σπύρος: Ετοιμάζουμε το live που θα κάνουμε στο Κύτταρο, στις 20/11 και κάνουμε και πρόβες για την παράστασή μας στο Θέατρο Τέχνης, τις «Ιστορίες του Χόρχε», που είναι βασισμένη στο δεύτερο βιβλίο μου. Σκηνοθετεί η Ζωή Ξανθοπούλου και παίζουμε μαζί με τον Σταύρο Σβήγκο.
Για πες μου για τον νέο δίσκο, που ήρθε από τα κάτω, από crowdfunding και χωρίς εταιρείες. Πώς ήταν η διαδικασία του «Συγγνώμη που υπήρξα»;
Σ: Πλέον είναι συνήθεια, γιατί και τον προηγούμενο δίσκο τον βγάλαμε με crowdfunding. Αυτές τις μέρες ξεκινάνε οι αποστολές των βινυλίων και ό,τι είχε ο καθένας προπαραγγείλει, μαζί με τη βοήθεια που μας έβαζε σε χρήματα, για να φτιάξουμε τον δίσκο. Συνειδητοποιούμε για άλλη μια φορά ότι όσα χρήματα και να μαζέψεις δεν φτάνουν για να κάνεις έναν δίσκο και να τελειοποιήσεις αυτό που πραγματικά έχεις στο μυαλό σου. Ζούμε σε μια πολύ, πολύ δύσκολη εποχή, κι ακόμα και το ένα ευρώ που έβαλε κάποιος σ’ αυτή την προσπάθεια, είναι για εμάς τεράστια τιμή. Μόνο που μας σκέφτηκε και μπήκε σε αυτή τη διαδικασία είναι τεράστια τιμή και χαρά μας. Ο δίσκος πάει καλά. Έπαθα μ’ αυτόν τον δίσκο κάτι που δεν το είχα ξαναπάθει τόσο απότομα: την ημέρα που κυκλοφόρησε κι έφυγε απ’ τα χέρια μου, άνοιξα μία φορά το βινύλιο για να το δω κι είπα «άσ’ το να φύγει, να πάει όπου θέλει». Δεν βάζω τα κομμάτια να τα ξανακούσω. Βέβαια, γενικά δεν με ακούω. Δεν θα με άκουγα.
Δεν θα ήσουν το κοινό σου;
Σ: Ναι, δεν ξέρω αν θα πήγαινα σε live μου. Μπορεί να με ζήλευα.
Ο τίτλος «Συγγνώμη που υπήρξα»;
Σ: Είναι μια πλάκα που κάναμε μεταξύ μας. Όταν κάποιος έλεγε ένα πολύ κακό λογοπαίγνιο, έλεγε «εντάξει, παιδιά, συγγνώμη που υπήρξα». Μαζί με το εξώφυλλο, που είναι ένα περιστέρι φάτσα, είναι σαν το αστείο που κάνουμε κι εμείς. Είναι ένα «συγγνώμη, ρε παιδιά, που σας κουτσούλησα τ’ αμάξι, αλλά θα το ξανακάνω, δεν με νοιάζει». Είναι η συγγνώμη ενός ενοχλητικού ανθρώπου ή πλάσματος, που για τα «πιστεύω» του θα συνεχίσει να ενοχλεί.
Μία αγαπημένη στιγμή από τις ηχογραφήσεις, τις πρόβες, το μαγείρεμα του δίσκου;
Σ: Πάρα, πάρα πολλές στιγμές, τις οποίες θα τις δείτε κιόλας, διότι η Ελισάβετ Φωτοπούλου βιντεοσκόπησε τα πάντα και θα βγει κι ένα ντοκιμαντέρ με όλη τη διαδικασία. Πολλές αγαπημένες στιγμές με τους μουσικούς που γράφαμε! Και γέλιο απίστευτο και τρομερή συγκίνηση τη στιγμή που η Ελένη Τσαλιγοπούλου τραγούδαγε το «Λύκου κραυγή», που έγραψε η Ελένη Κωστοπούλου, η μητέρα του Ζακ / της Zackie. Και φοβερή στιγμή στο στούντιο όταν ηχογραφήσαν τα παιδιά απ’ το El Sistema Greece! Ήρθαν πιτσιρίκια και γράψαν το κομμάτι για τη Γαρυφαλλιά, «Μια πεταλούδα στη Φολέγανδρο». Γενικά, είχε όλων των ειδών τα συναισθήματα όλος αυτός ο καιρός στο στούντιο. Όσοι πέρασαν από εκεί, ήρθαν με πολλή χαρά. Κανείς δεν ήρθε «να βγάλει μια υποχρέωση» ή με διάθεση «να πάω να πληρωθώ». Κανείς. Είμαι σίγουρος κι είμαι χαρούμενος γι’ αυτό. Αυτό έχει να κάνει και με το crowdfunding. Όταν όλοι οι μουσικοί που θα έρθουν ξέρουν ότι αυτό γίνεται από τα κάτω, ότι γίνεται με την αγάπη του κόσμου, αυτή την αγάπη την παίρνει ο κάθε μουσικός που θα έρθει να γράψει. Δηλαδή, ήρθαν φίλοι να γράψουν που πιο παλιά θα ερχόντουσαν και θα το κάναμε σε στυλ «ρε, δεν έρχεσαι να μου γράψεις μια τρομπέτα; Δεν έχω χρήματα» ή «έχω λίγα χρήματα». Δεν υπήρχε καν σαν συζήτηση το αν θα πληρωθούν. Με κάποιους τσακωθήκαμε για να πληρωθούν, δεν θέλανε. Παιδιά, κάναμε αυτή τη διαδικασία με το crowdfunding για να κάνουμε έναν δίσκο με όλη του την ειλικρίνεια και με όλη του την αγάπη για εσάς που γράφετε. Δεν τα έδωσε ο κόσμος τα λεφτά σ’ εμένα επειδή έφτιαξα τα τραγούδια. Τα έδωσε για να έρθουν όλοι αυτοί οι άνθρωποι και να γράψουν. Οπότε ο κόσμος είναι συμπαραγωγός και σ’ αυτόν τον δίσκο και στον προηγούμενο.

Είπες ότι χωρέσανε όλα τα συναισθήματα μέσα στη διαδικασία. Έχεις παρατηρήσει ποτέ κάποιο θέμα ή κάποιο συναίσθημα που θεωρείς ότι επανέρχεται πιο συχνά στις δημιουργίες σου;
Σ: Κοίτα, βασανίζομαι καθημερινά βλέποντας την αδικία που υπάρχει στον κόσμο, οπότε αυτό είναι ένα κομμάτι που πάντα, σε κάθε δημιουργία μου, σε κάθε δίσκο, υπάρχει. Τα τραγούδια μου είναι τραγούδια καθημερινότητας. Δεν γράφω ούτε φιλοσοφίες ούτε ποιητικό στίχο. Δεν γράφω ποίηση. Γράφω τραγούδια για τα πράγματα που ζούμε κάθε μέρα, στην καθημερινότητά μας.
Ναι, αλλά κι η καθημερινότητα μπορεί να είναι συχνά αρκετά ποιητική. Βέβαια, αν θέλεις, αφήνουμε τη λέξη «ποίηση» απ’ έξω…
Σ: Όχι! Μου αρέσει πάρα πολύ η ποίηση. Διαβάζω ποίηση, αλλά θέλω να πω ότι γράφω πιο συγκεκριμένα, πιο ρεαλιστικά.
Αλλά και με χιούμορ. Στερεύει άραγε ποτέ το χιούμορ;
Σ: Δεν νομίζω. Δεν ξέρεις, βέβαια, πώς τα φέρνει η ζωή. Τα πάντα μπορεί να αλλάξουνε και στον τρόπο που βλέπουμε τη ζωή και στον τρόπο που ενεργούμε σ’ αυτήν. Μέχρι τα 46 μου, κοντεύω τώρα 47, δεν έχασα το χιούμορ μου ακόμα. Άλλαξε μορφή ίσως, αλλά δεν το έχασα.
Ποιο πιστεύεις ότι είναι το πιο εξωφρενικό στιχάκι που έχεις γράψει ποτέ;
Σ: Ένα τραγούδι απ’ τον πρώτο δίσκο, «Το Δέντρο», που είχα γράψει μαζί με τον Γιάννη Ζήνδρο, που αφορά και στα Γιάννενα, νομίζω ότι είναι το πιο σουρεάλ τραγούδι μου.
Τώρα που είπες τη λέξη κλειδί…Σου λείπουν τα Γιάννενα;
Σ: Τα Γιάννενα τα αγαπάω πάρα, πάρα πολύ. Με δένουν πολλά πράγματα με τα Γιάννενα. Έζησα 15 χρόνια σ’ αυτή την πόλη. Μου αρέσουν πάρα πολύ, είναι μια πανέμορφη πόλη, είναι μια πόλη που έχει ποιότητα ζωής, μπορείς να συνδυάσεις πάρα πολλά ωραία πράγματα. Ένα κακό έχει για μένα: ότι ακόμα δεν έχουν φέρει θάλασσα. Μόλις φέρουν, θα μπορώ να ζήσω εκεί. Παλιά, στα Γιάννενα, για τους παλιούς για να το θυμηθούν, στα ’90s, στις καταλήψεις, υπήρχε πάντα στα αιτήματα και το «Να κόψουμε το Μιτσικέλι να φαίνεται η Θεσσαλονίκη».
Μίλα μου λίγο και για την Αθήνα… Ποια είναι η σχέση σας;
Σ: Η Αθήνα είναι πανέμορφη απ’ τις 10 το βράδυ μέχρι τις 6 το πρωί. Έχει όμορφα σημεία, έχει επιλογές, αλλά η ζωή στην Αθήνα είναι μαρτύριο. Για ’μένα η Αθήνα είναι σαν να λέμε το γραφείο μου. Αν δεν έκανα αυτή τη δουλειά που κάνω και για την οποία πρέπει να είμαι εδώ, δεν θα ζούσα εδώ με τίποτα. Ζω στην Αθήνα για τη δουλειά μου και νομίζω ότι αυτό ισχύει και για πάρα πολύ κόσμο. Δεν τους αφήνει η δουλειά τους, το είδος της δουλειάς τους, να φύγουν. Οπότε δεν μπορώ να φύγω προς το παρόν. 15 χρόνια στην Ηγουμενίτσα, 15 χρόνια στα Γιάννενα και τώρα είμαι στον 17ο στην Αθήνα…
Θυμάσαι καθόλου την πρώτη φορά που έπαιξες μπροστά σε κοινό;
Σ: Φυσικά.
Τι σου έχει μείνει από εκείνο το βράδυ;
Σ: Θυμάμαι το πρώτο μας live ήταν στο Ασβεστοχώρι Ιωαννίνων με μία μπάντα που είχα τότε. Κι έπαιζα κιθάρα κι έλεγα κάνα δυο τραγούδια. Και έγραφα τα τραγούδια μαζί με το άλλο παιδί. Αλλά το πρώτο επαγγελματικό live που παίξαμε σε μαγαζί ήταν κάποια χρόνια μετά. Αυτό που θυμάμαι, λοιπόν, είναι ότι, όταν τελειώσαμε, ρώτησα, όχι με νεύρα αλλά κάπως έντονα, τους υπόλοιπους που παίζαμε μαζί, γιατί δεν παίξαμε τα πρώτα τρία τραγούδια. Που φυσικά τα είχαμε παίξει, αλλά εγώ δεν τα θυμόμουν από το άγχος που είχα. Δεν υπάρχει η ανάμνηση, κάπου χάθηκε. Δηλαδή, πάλι καλά που ηχογραφούσαμε εκείνο το live και τα άκουσα μετά.
Είσαι άνθρωπος που αναπολείς, που γυρνάς συχνά στα παλιά;
Σ: Χωρίς παρελθόν δεν έχουμε μέλλον. Αν δεν σκεφτόμαστε το παρελθόν, το δικό μας αλλά και γενικά το παρελθόν του κόσμου, της κοινωνίας, δεν μπορούμε να αλλάξουμε το μέλλον… Εγώ έχω και μία κλίση προς το παρελθόν, προς το γενεαλογικό μου δέντρο ας πούμε. Μου αρέσει αυτό, το σκέφτομαι και με επηρεάζει και στην καθημερινότητά μου.
Σε απασχολούν οι ρίζες, δηλαδή…
Σ: Ναι, με ενδιαφέρει πολύ αυτό το κομμάτι. Βλέπεις μίξεις τρελές. Ψάχνοντας, γνώρισα στην εποχή της καραντίνας έναν συγγενή μου, μεγάλο άνθρωπο, στα 90 ήταν. Είχαμε το ίδιο επίθετο αλλά δεν ήξερε ότι είμαστε συγγενείς. Αυτός, λοιπόν, είχε ασχοληθεί με το γενεαλογικό μας δέντρο (των Γραμμεναίων) κι έχει φτάσει μέχρι το 1400 – τόσο παλιά. Και ήταν πολύ συγκινητικό. Γενικά το ψάχνω συνέχεια. Από πού ερχόμαστε… Είμαστε άραγε απόγονοι ενός φιλόσοφου ή ενός πολέμαρχου; Ασχολούμαι, ασχολούμαι.

Κοιτάς όμως και την εποχή μας πολύ, περιεργάζεσαι τα πράγματα που συμβαίνουν και τα σατιρίζεις. Τι είναι αυτό που σε τρομάζει περισσότερο στα χρόνια που ζούμε;
Σ: Με τρομάζει πάρα πολύ η απαιδευσιά, η αμορφωσιά του κόσμου. Δηλαδή, το επιχείρημα σταματάει στο «οι ξένοι θα μας πάρουν τη δουλειά και θα μας εξισλαμοποιήσουν». Αυτή η αμορφωσιά είναι τρομερά επικίνδυνη, γιατί κατευθείαν έχει μέσα της το μίσος. Οπότε, όταν ξεκινάει το μίσος, σταματάνε να λειτουργούν όλα τα υπόλοιπα συναισθήματα. Είναι τόσο ισχυρό, που οι άνθρωποι εν τέλει, μισούν τον ίδιο τους τον εαυτό, μισούν το ότι δεν είναι πλούσιοι. Και φτάνουν φτωχοί άνθρωποι σ’ ένα σημείο να στηρίζουν τους πλούσιους γιατί νομίζουν ότι κάποια στιγμή θα γίνουν σαν κι αυτούς. Δηλαδή, δεν γίνεται ένας άνθρωπος ο οποίος δεν έχει να φάει να στηρίζει με τόσο πάθος το καπιταλιστικό σύστημα. Δεν γίνεται να στηρίζει την εξουσία, την κυβέρνηση που έχουμε τώρα, που είναι δοσμένη σ’ αυτόν τον ακραίο καπιταλισμό και στον ακραίο νεοφιλελευθερισμό. Δεν γίνεται ένας φτωχός άνθρωπος να το στηρίζει αυτό. Στηρίζει τον θάνατό του. Στηρίζει το κακό μέλλον των παιδιών του. Ό,τι κάνουμε στη ζωή μας είναι δάνειο από τα παιδιά μας. Όσο καταστρέφουμε τη φύση, είναι δάνειο από την ίδια τη φύση. Οπότε, οι πράξεις μας πρέπει πάντα να πηγαίνουν μία γενιά μετά. Κατηγορούσα, όταν ήμουν 17 χρονών, τους τότε 45άρηδες-50άρηδες ότι αυτοί φταίνε που ο κόσμος είναι σκατά. Ε, αυτή τη στιγμή μπορώ να κατηγορήσω την ίδια τη γενιά μου. Έφτασα την ηλικία αυτών που κατηγορούσα. Και μπορώ να μας κατηγορήσω όλους, κι εμένα μαζί. Δεν θέλω να με βγάζω απ’ έξω.

Μ’ άρεσε πολύ ο στίχος «Τι θα μας ενώσει, τι θα μας χωρίσει», απ’ το «Τζεντριφικέισο» που τραγουδήσατε παρέα με την Νεφέλη. Έχεις απάντηση; Τι θα μας ενώσει, Σπύρο;
Σ: Δεν έχει βρεθεί ακόμα κάτι να μας ενώσει. Η πιο μαύρη σελίδα της νεότερης ελληνικής ιστορίας είναι η Βάρκιζα. Είναι η Εθνική Συμφιλίωση που δεν υπήρξε ποτέ. Παίρνουμε τα όπλα από τους κομμουνιστές και τους στέλνουμε στην εξορία. Οπότε, μέχρι τώρα δεν έχουμε βρει κάτι να μας ενώσει όλους, γιατί το θέμα δεν είναι τι θα μας ενώσει αυτή τη στιγμή για να εξεγερθούμε, είναι το τι θα συμβεί ακριβώς μετά. Δηλαδή, αν μας ενώσει αυτή τη στιγμή η φτώχεια μας κι εξεγερθούμε κι έρθουν τα πάνω κάτω, με το που γίνει ας πούμε η επανάσταση κι αλλάξουν τα πράγματα, πώς θα λειτουργήσει αυτός ο κόσμος, αυτή η κοινωνία που είναι τόσο σάπια; Πώς θα κάνεις κουβέντα με τον απέναντι που θα σου λέει «τα πήραμε τα λεφτά απ’ τους πλούσιους, τώρα πάμε να τα πάρουμε εμείς που είμαστε άξιοι»; Όταν δεν θα μπει στη διαδικασία το μυαλό του να πει «θέλουμε μια κοινωνία στην οποία όλοι να είμαστε ίσοι». Δηλαδή, αυτή τη στιγμή ένας πολύ φτωχός άνθρωπος δεν μπορεί να το σκεφτεί αυτό. Υπάρχουν φτωχοί άνθρωποι οι οποίοι θέλουν να γίνουν αυτοί πλούσιοι, όχι να έχουμε όλοι τα ίδια, να ’μαστε ίσοι. Αυτό είναι κάτι που πρέπει να συζητηθεί, η κοινωνία πρέπει να ζυμωθεί για να πάμε παραπέρα. Και για να φύγω απ’ τα ελληνικά δεδομένα – εγώ πιστεύω πάντα ότι ό,τι συμβαίνει στην κοινωνία είναι παγκόσμιο, δεν είναι ποτέ ελληνικό ή αμερικάνικο φαινόμενο. Αν δεις ποιοι ψήφισαν τον Trump στην Αμερική, καταλαβαίνεις πάρα πολλά. Τον στήριξαν μειονότητες, φτωχοί άνθρωποι, άνθρωποι που δεν είχαν να φάνε… Κάτι τέτοιο συμβαίνει κι εδώ στην Ελλάδα. Δεν γίνεται να έχεις έναν άνθρωπο στην κυβέρνηση με τόσο μίσος, που να ουρλιάζει και να μην έχει επιχειρήματα και να παίρνει τόσες χιλιάδες ψήφους. Ποιοι είναι αυτοί; Πώς είναι αυτοί που ψηφίζουν έναν φασίστα, ο οποίος μιλάει μόνο με ρητορική μίσους; Θεωρώ ότι είναι ζήτημα αμορφωσιάς.
Διαθέτεις τη μουσική σου συχνά σε συναυλίες αλληλεγγύης και γενικότερα σε σκοπούς που ξεπερνούν την ίδια τη μουσική και το πλαίσιό της…
Σ: Πρώτα είμαστε πολιτικά όντα και μετά κάνουμε τέχνη.
Οπότε πιστεύεις ότι η μουσική και η τέχνη, αυτές οι μικρές ανατάσεις που ζούμε όλοι μαζί ως κοινό, σε μια συναυλία ας πούμε, μπορούν τελικά να μας αλλάξουν, να μας ενώσουν, να μας σώσουν; Να μας δώσουν ελπίδα;
Σ: Μας ενώνουν. Μια συναυλία αλληλεγγύης είναι πάρα πολύ σημαντική. Μας ενώνει εκείνη τη στιγμή, εμάς που πιστεύουμε τα ίδια πράγματα. Αν έρθει ένας άνθρωπος σε μια συναυλία για τη Γάζα, ο οποίος πιστεύει ότι «καλά κάνουν που βομβαρδίζουν τη Γάζα και αγοράζουν τη χώρα μας κομμάτι κομμάτι κι εμείς δεν θα ’χουμε πού να μείνουμε και θα μένουν παντού γύρω μας τσογλάνια του IDF που σκοτώνουν παιδάκια και τα πυροβολάνε στα γεννητικά όργανα», αυτός δεν θα ενωθεί μαζί μας. Επίσης, να σου πω και το άλλο… εγώ δεν πιστεύω στην ελπίδα. Είναι κάτι που μας έχει πάει πάρα πολύ πίσω. Η ελπίδα είναι κάτι σχεδόν θρησκευτικό. Δεν εννοώ με την έννοια της θρησκείας που πιστεύουν οι περισσότεροι στη χώρα μας – το λέω γενικότερα, η κάθε θρησκεία πουλάει ελπίδα. Σου λέει «σταύρωσε τα χέρια σου και προσευχήσου να αλλάξουν τα πράγματα». Δεν αλλάζει τίποτα έτσι. Ένας άνθρωπος που όντως θέλει να αλλάξουν τα πράγματα έχει… προσδοκία. Παίρνω τα πράγματα στα χέρια μου, δεν σταυρώνω τα χέρια μου.
Και θυμώνω;
Σ: Μπορεί να θυμώσεις και πάλι να ελπίζεις και θυμωμένος να προσεύχεσαι στην ανώτερη δύναμη που πιστεύεις να αλλάξει τα πράγματα. Δεν συμβαίνει αυτό. Πρέπει να ανασηκώνουμε τα χέρια μας και να προσδοκούμε. Όχι να τα σταυρώνουμε και να ελπίζουμε.

Έχω δύο τελευταίες, το ’χουμε;
Σ: Να συμπληρώσω κάτι ακόμα. Στην Ορθόδοξη Εκκλησία λέει «προσδοκώ ανάσταση νεκρών», δεν λέει «ελπίζω». Ακόμα κι εκεί το βλέπουμε ότι ο άνθρωπος πρέπει να έχει την προσδοκία μπροστά του. Αυτό πέτα το άμα θες.
Δεν πετάω τίποτα.
Σ: Εφτά σελίδες συνέντευξη θα βγει.
Δεν πειράζει! Αν μπορούσαμε να σου ετοιμάσουμε μια σκηνή για να κάνεις μια συναυλία σε οποιοδήποτε μέρος του κόσμου, πού θα την έκανες;
Σ: Μία φανταστική στιγμή –που δεν ήταν συναυλία με κόσμο, δεν με ενδιέφερε να υπάρχει και κάποιος– ήταν όταν βρέθηκα πέρσι στο Grand Canyon, πάνω σ’ έναν βράχο, μόνος μου, και είχα ένα μικρό κιθαρόνι κι έπαιζα εκεί. Νομίζω πως το ’χω πιάσει αυτό το όνειρο, λοιπόν.
Τι έπαιξες;
Σ: Διάφορα πράγματα! Και δεν τραγούδησα καν. Δεν νομίζω ότι τα τραγούδια είχαν νόημα. Απλά έπαιξα μουσική, έπαιξα κιθάρα σ’ αυτό το μέρος το τόσο μαγευτικό, που ήταν όνειρό μου να πάω. Νομίζω ότι έφτασα την κορυφή του πού θα ’θελα να παίξω. Επίσης, δεν με νοιάζουν οι μεγάλοι χώροι, δεν με νοιάζει ο χώρος, με νοιάζει να μπορώ να γίνω ένα με αυτόν που έχει έρθει να μ’ ακούσει, να καταλαβαινόμαστε, να συναντιόμαστε την ώρα που παίζουμε και να υπάρχει μια ειλικρίνεια μεταξύ μας. Μεταξύ της σκηνής και του κοινού…Της σκηνής και της πλατείας.
Ποιο είναι το καλύτερο μουσικό δώρο που έχεις πάρει ποτέ;
Σ: Ζήτησα στον τελευταίο δίσκο, για το τραγούδι «Δεν είναι μόδα», δύο στίχους του Γιάννη Αγγελάκα και δύο στίχους του Θανάση Παπακωνσταντίνου και μου τους έδωσαν με πάρα πολλή χαρά και ήταν τρομερά συγκινητικό για ’μένα. Είναι ένα πολύ μεγάλο δώρο να χρησιμοποιήσω αυτούς τους στίχους, δηλαδή.
Σπύρο, σ’ ευχαριστώ πάρα πολύ! Δεν έχω κάτι άλλο και δεν θέλω και να σε καθυστερήσω παραπάνω από αυτά που έχεις να κάνεις…
Σ: Α, τώρα που τελειώσαμε, θα κάτσω να φτιάξω μια χορτόπιτα (σ.σ. γέλια)!

Ο Σπύρος έρχεται στο Κύτταρο να μας εξηγήσει τον λόγο που έχει εισιτήριο στην μουσική του παράσταση. Βασικά, όλοι γνωρίζουμε τον λόγο που έχει εισιτήριο μια παράσταση, όλοι ξέρουμε το λόγο που τα πάντα κοστίζουν. Αλλά στις 20 του Νοέμβρη θα έχουμε μια ωραία ευκαιρία να πληρώσετε και να το συζητήσουμε.
Φορέστε ό,τι γουστάρετε, πάρτε τους φίλους σας με το ζόρι κι ελάτε, θα δώσει ρέστα!
INFO:
Παρασκευή 20 Νοεμβρίου 2026
Κύτταρο: Ηπείρου 48 & Αχαρνών www.kyttarolive.gr
Έναρξη: 21.30
Εισιτήριο: 13€ (προπώληση) 15€ (ταμείο)
Το εισιτήριο αφορά αποκλειστικά την είσοδο στον χώρο της εκδήλωσης (μπαρ)
Πληροφορίες – Κρατήσεις: 210 8224134 – 6977641373
Προπώληση εισιτηρίων: MORE.COM



















































































































