Γράφει η Ηλέκτρα Τζώρτσου | Διαφήμιση: Χριστίνα Αγγελακοπούλου
Υπάρχουν τόποι που τους γνωρίζεις μια φορά και μετά θέλεις να τους ξαναδείς σε κάθε εποχή. Σκαρφαλωμένη πάνω στο απότομο βράχο της που ενώνεται με τη στεριά μόνο με μια στενή λωρίδα γης –τη «μόνη έμβαση», απ’ όπου πήρε και το όνομά της– η Μονεμβασιά μοιάζει να αιωρείται ανάμεσα στη θάλασσα και στην ιστορία. Η φυσική της οχύρωση την έκανε απόρθητο καταφύγιο και μία από τις σημαντικότερες καστροπολιτείες του Βυζαντίου. Και αν το καλοκαίρι έχει μάθει να της κλέβει την παράσταση, το φθινόπωρο έρχεται πιο ήσυχα και της ταιριάζει πολύ.
Τα χρώματα μαλακώνουν. Το μπεζ της πέτρας, το κεραμιδί των σκεπών, το γκρι του βράχου και το θαλασσί του ορίζοντα συναντούν τον συννεφιασμένο ουρανό και δημιουργούν ένα τοπίο αλλιώτικο, πιο ήσυχο, σχεδόν κινηματογραφικό. Οι ρυθμοί πέφτουν, τα στενά του κάστρου αδειάζουν και η βόλτα παίρνει τον χρόνο που της χρειάζεται. Είναι η εποχή για να ανέβεις στον βράχο χωρίς τη βιασύνη του καλοκαιριού, με πιο ήπιες θερμοκρασίες, να χαθείς στα καλντερίμια, να κοιτάξεις τη θάλασσα και να αφήσεις τη Μονεμβασιά να σου αποκαλυφθεί χωρίς πρόγραμμα.
Και ποιος ξέρει; Μπορεί να πετύχεις μια ηλιόλουστη μέρα για μια φθινοπωρινή βουτιά. Ή μια συννεφιασμένη, από εκείνες που κάνουν το κάστρο να μοιάζει ακόμη πιο μυστηριώδες. Σε κάθε περίπτωση, η Μονεμβασιά έχει μια διαφορετική ιστορία να σου διηγηθεί το φθινόπωρο.
Ένας κόσμος πάνω στον βράχο

Καστροπολιτεία
Τα τείχη και οι πύλες της καστροπολιτείας ακολουθούν τη φυσική μορφή του βράχου. Αρχαιολογικά και βυζαντινά κατάλοιπα μαρτυρούν τη μακρά ιστορία του οικισμού και φυσικά, η ίδια η απότομη, βραχώδης μορφολογία, αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της εικόνας της Μονεμβασιάς.
Περπατώντας στην Κάτω Πόλη, η οποία προστατεύεται από τείχος σχήματος Π, θα χαθείτε στα λιθόστρωτα καλντερίμια, ανάμεσα σε πέτρινα σπίτια, αρχοντικά, μικρές πλατείες, ξενώνες και ιστορικές εκκλησίες. Στην κεντρική πλατεία δεσπόζει ο μητροπολιτικός ναός του Ελκόμενου Χριστού, ιδρυμένος ενδεχομένως στη θέση παλαιοχριστιανικής βασιλικής, ενώ το παλιό τζαμί, που οικοδομήθηκε στην πρώτη περίοδο της Τουρκοκρατίας, στεγάζει σήμερα την Αρχαιολογική Συλλογή. Στην είσοδο βρίσκεται το πατρικό σπίτι του Γιάννη Ρίτσου, σήμερα Μουσείο Γιάννη Ρίτσου.

Ανηφορίζοντας στην Άνω Πόλη, το τοπίο αλλάζει: ερείπια, τείχη και βυζαντινά κατάλοιπα οδηγούν ως την εντυπωσιακή βυζαντινή εκκλησία της Αγίας Σοφίας, στην άκρη του βράχου. Ψηλότερα βρίσκεται η Ακρόπολη, ενώ παντού η γεωλογία του βράχου καθορίζει δρόμους, τείχη και κτίσματα. Φύση και ιστορία δημιουργούν ένα αξεπέραστο, μοναδικό σκηνικό, που σε κάνει για λίγο να πιστεύεις ότι βρίσκεσαι σε μία άλλη εποχή.

Η υπεραιωνόβια ελιά στέκει αγέρωχη δίπλα στον Ιερό Ναό της Αγίας Σοφίας στην Άνω Πόλη· ένα δέντρο-σύμβολο της Μονεμβασίας. Με τις ρίζες της να χάνονται βαθιά στο χρόνο, συνδέεται με την ιστορία της πόλης και με τη διαχρονική παρουσία της ελιάς στον βράχο.
Σε σχέση με την ηλικία της αναφέρεται ότι ταυτίζεται με την ίδρυση του ναού της Αγίας Σοφίας, κατά το έτος 1150. Περίπου έναν χρόνο πριν, η ελιά εντάχθηκε στο δίκτυο των αιωνόβιων δέντρων του Αγώνα, αφού αποτελεί, όπως λέγεται, τον τελευταίο ζωντανό μάρτυρα της Ελληνικής Επανάστασης του ιστορικού βράχου.

Στο άκρο Μίνωα, έξω από τα τείχη της καστροπολιτείας, στέκει ο Φάρος της Μονεμβασιάς, χτισμένος το 1896. Το συγκρότημά του περιλαμβάνει τον επτά μέτρων πέτρινο πύργο, το φαρόσπιτο, δηλαδή την πέτρινη κατοικία του φαροφύλακα, βοηθητικά κτίσματα, στέρνα και πέτρινο φούρνο. Άναψε για πρώτη φορά στις 13 Ιανουαρίου 1897, με σταθερό ερυθρό φως που έφτανε τα οχτώ ναυτικά μίλια. Έμεινε σβηστός στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο λόγω των φθορών που υπέστη, επισκευάστηκε το 1945 και επαναλειτούργησε. Σήμερα, σε ένα δωμάτιο των παράσπιτων, ένα μικρό εκθετήριο αφηγείται την ιστορία του φάρου και του ελληνικού φαρικού δικτύου.

Η Μέλπω θυμάται…
Μήνας του μέλιτος. Μάιος του ’95. Για 5 μέρες.
«Θυμάμαι ένα ωραίο καφενεδάκι που το είχε ένα παλικάρι, πολύ φιλόξενο. Είχε παίξει κιόλας μια φορά με τον Νίκο, τον άντρα μου, και τάβλι. Ο χώρος ήταν πολύ όμορφος και μικρός, με παραδοσιακή διακόσμηση και μια ξύλινη τζαμαρία όπου κυρίως ο κόσμος καθόταν έξω. Επίσης σέρβιραν και παραδοσιακά προϊόντα στο μαγαζί όπως αμυγδαλωτά, κλασικό ελληνικό καφέ μαζί με γλυκό του κουταλιού. Χαιρόσουν να πηγαίνεις και να κάθεσαι ενώ δεν είχε κάτι τόσο το ιδιαίτερο. Θυμάμαι την ανατολή του ηλίου από το μπαλκόνι του δωματίου μας. Ήταν εξαιρετικό θέαμα. Μέναμε σε κτίριο τύπου πύργο και να σημειωθεί πως ήταν το μοναδικό δωμάτιο που είχε μπαλκόνι/βεράντα στη Μονεμβασιά.»
Πίσω από τη γέφυρα
η άλλη πλευρά της Μονεμβασιάς

Ο Αντώνης θυμάται…
«Μονεμβασιά, Μονεμβασία, Μονεμβάσια. Ο καθένας έχει τον δικό του τρόπο να την αναφέρει. Το ίδιο και οι ταμπέλες. Από τις λίγες φορές που η βούληση του κράτους χώρεσε τη συλλογική ασυμφωνία. Θυμάμαι το κάστρο, όμορφο από κάθε πλευρά. Θυμάμαι τα πλακόστρωτα στενά, που περπατούσες και χανόσουν, κι έτσι για λίγο μπερδευόσουν αν ήσουν κι εσύ με τους κατακτητές. Ύστερα έβλεπες τη θάλασσα και καταλάβαινες πόσο λίγο σου ανήκει το οτιδήποτε. Καλύτερα ένα ποτό κάτω από το δέντρο και ας αφήσουμε τις κατακτήσεις.»
Η θέα στον βράχο
Πίσω από τη γέφυρα, στην απέναντι πλευρά του δρόμου, απλώνεται ο σύγχρονος οικισμός που υποδέχονται τον ταξιδιώτη. Το βλέμμα όμως δύσκολα μένει εκεί. Ο επιβλητικός βράχος δεσπόζει ακριβώς απέναντι, υψωμένος πάνω από τη θάλασσα, και δημιουργεί την αίσθηση ενός φυσικού φρουρίου που μοιάζει να αποκόπηκε από την ηπειρωτική γη. Ένα από τα δυνατότερα στοιχεία λοιπόν της Γέφυρας είναι ότι βλέπεις την καστροπολιτεία από την απέναντι πλευρά και αντιλαμβάνεσαι πραγματικά τον όγκο και τη θέση της μέσα στη θάλασσα. Παρατήρησέ το όσο μπορείς πριν βρεθείς εντός του· άλλωστε έχει τη σημασία του να έχεις την πλήρη εικόνα ενός τόσο μοναδικού τοπίου.
Η σχέση του παλιού με το νέο
Η Μονεμβασιά ζει ανάμεσα σε δύο κόσμους: τη μεσαιωνική πολιτεία πάνω στον βράχο και τον σύγχρονο παραθαλάσσιο οικισμό απέναντι, τη Γέφυρα, το σύγχρονο αντίβαρο στην καστροπολιτεία. Εδώ βρίσκονται καταλύματα, εστιατόρια, καταστήματα και όλα όσα χρειάζεται ο επισκέπτης πριν ή μετά την περιήγησή του στην καστροπολιτεία. Η γέφυρα γίνεται έτσι ένα φυσικό πέρασμα από το σήμερα στο χθες. Από τη μία, ένας ζωντανός οικισμός που κοιτάζει τη θάλασσα και τον βράχο· από την άλλη, τα τείχη, τα πέτρινα σπίτια και τα καλντερίμια μιας άλλης εποχής. Δύο διαφορετικές όψεις της ίδιας πόλης, που συνυπάρχουν αρμονικά.
Το παραλιακό κομμάτι
Η παραλιακή πλευρά της Μονεμβασιάς έχει τη δική της γοητεία και το φθινόπωρο. Το φως μαλακώνει, τα χρώματα της θάλασσας αλλάζουν μέσα στη μέρα και ο βράχος απέναντι μοιάζει ακόμη πιο επιβλητικός. Αν ο καιρός το επιτρέψει, μια φθινοπωρινή βουτιά μπορεί να γίνει η απρόβλεπτη στάση του ταξιδιού. Διαφορετικά, η βόλτα δίπλα στο νερό, ένας καφές ή ένα τραπέζι σε κάποιο από τα παραθαλάσσια ταβερνάκια αρκούν για να απολαύσεις την εποχή. Θυμήσου ότι η θάλασσα δεν είναι μόνο καλοκαιρινή υπόθεση, συνεχίζει να πρωταγωνιστεί όλες τις εποχές, αρκεί να… την πάρεις με καλό μάτι!
















































































































