Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1975 και από μικρός, παράλληλα με το σχολείο, μάθαινε την τέχνη του επιπλοποιού δίπλα στον πατέρα του.
Στα 17 του εγκατέλειψε το σπίτι του και πήγε στο Άγιο Όρος, όπου έζησε ως μοναχός μέχρι τα 22 του. Επιστρέφοντας στην Αθήνα, συνέχισε να εργάζεται ως επιπλοποιός και ξυλογλύπτης, όμως παράλληλα ζωγράφιζε και μετά τα 30 του έκανε πια προσωπικές εκθέσεις στην Ελλάδα και στην Πολωνία, ενώ συμμετείχε και σε ομαδικές εκθέσεις στην Ελλάδα. Άρχισε να μαθαίνει μουσική στα 29, ενώ δοκίμασε και την υποκριτική τέχνη. Συμμετείχε στην ταινία «Red Hulk», η οποία απέσπασε το πρώτο βραβείο στο Φεστιβάλ Δράμας το 2013. Από το 2014 και μετά το πέρας της συγγραφής του Κανόνα Ερωτικού από τις εκδόσεις Λογότυπο, άφησε το εργαστήριό του και έκτοτε εργάζεται ελεύθερα πάνω στην τέχνη του, ενώ παράλληλα εργάζεται μέσω του διαλογισμού και μελετά την ανθρώπινη φύση και ψυχοσύνθεση, την Πνευματική εξέλιξη.
Με αφορμή την πρόσφατη έκδοση του δεύτερου βιβλίου του Η Αλεπού της Ερήμου, ο Νέστορας Φανάρας, μια sui generis και αυτόφωτη περίπτωση καλλιτέχνη, απαντά στις ερωτήσεις μας, συστήνοντας τον εαυτό του μέσω του έργου του – και τούμπαλιν.
Πώς αισθάνεστε ανάμεσα στις ιδιότητες του τεχνίτη-επιπλοποιού, του ζωγράφου, του μουσικού και του συγγραφέα;
Άνετα. Ως επιπλοποιός, στη δουλειά, ξοδεύω την περισσευούμενή μου ενέργεια. Μετά, ήρεμος πια, αποκαμωμένος και πιο μαλακός θα έλεγα, ζωγραφίζω. Ή γράφω, πάντα μετά τη δουλειά. Κι αν είμαι λίγο πιο ξεκούραστος, παίζω μουσική. Μέσα από τη συγγραφή όμως μπόρεσα να εξωτερικεύσω στην κατανόησή μου την πραγματικότητα της ζωής μου. Γειώθηκα. Όλα αυτά, όλες αυτές οι δράσεις, είναι πάντα, ή κάθε μία τους, και ανάλογα με το πώς αισθάνομαι, ο τρόπος που διαλέγω για να εκφραστώ και να δημιουργήσω. Τελικά αλληλεπιδρούν και συμπληρώνουν η μία την άλλη.
Για ποιο λόγο χρειάζεστε μάρτυρες στα συναισθήματά σας; Εννοώ, για ποιο λόγο αποφασίσατε να εκδώσετε τις ιστορίες, τις σκέψεις σας;
Δεν θα έλεγα πως χρειάζομαι μάρτυρες στα συναισθήματά μου. Αυτά τα βιώνω πλήρη και ανεμπόδιστα. Απλώς γουστάρω την παρέα και μου αρέσει να λέω ιστορίες. Υπάρχει όμως ένας βαθύτερος λόγος: Η αποπροσωποποίηση. Η απελευθέρωση από το εγώ. Οι ιστορίες του Αλέξανδρου, αυτό το όνομα είχε στο Άγιο όρος, δεν είναι κάτι άλλο πέρα από στιγμές κατά τις οποίες ο ήρωας έδρασε σύμφωνα με το ένστικτό του, ή από καρδιάς, χωρίς σκέψη μερικές φορές, αυθόρμητος και ορμητικός ή και παρορμητικός. Και μέσω αυτού του τρόπου ανακάλυπτε σταδιακά τον άνθρωπο που ήταν, τελικά, πέρα από τον Αλέξανδρο. Μέσα στην ίδια του την ουσία, πέρα από το προσωπικό. Αυτό εξιστορώ. Περιγράφω τη διαδρομή ενός ανθρώπου προς τον εαυτό του. Τον εαυτό πέρα από τον προσωπικό εαυτό. Την απρόσωπη ενιαία και μία συνείδηση του όλου, της ζωής. Αυτού που είμαστε κατά βάθος, όλοι μας. Εντελώς απρόσωπα.

Σε αρκετά διηγήματά σας στην Αλεπού της Ερήμου, αλλά και στον Κανόνα ερωτικό, αναφέρεστε στη δουλειά. Στη σχέση του Αλέξανδρου με τη δουλειά. Γιατί;
Η δουλειά είναι η βάση. Η δουλειά είναι η συγκομιδή των καρπών. Ο άνθρωπος δεν ζει πια περιπλανώμενος στα βουνά. Δεν είμαστε πλέον θηρευτές-συλλέκτες. Ζούμε στις πόλεις, χιλιάδες χρόνια τώρα, το ένστικτο όμως παραμένει το ίδιο. Η δουλειά είναι το κυνήγι. Τα βουνά, η θάλασσα, οι μάχες που δίνουμε στη ζωή μας και οι πόλεμοι. Μέσα από τον μόχθο της δουλειάς κατακτούμε την ουσιαστική μας αυτοπραγμάτωση και ελευθερία. Βιοποριστικά και πνευματικά. Μέσα από σκληρή δουλειά γνωρίζουμε τον εαυτό μας και αλλάζουμε τη ζωή μας. Πρώτα λοιπόν είναι η δουλειά και μετά όλα τ’ άλλα. Όχι μόνο για τα λεφτά, μα για την τριβή με το παρόν. Για τη δημιουργία.
Περί τίνος πρόκειται, ουσιαστικά, ο Κανόνας ερωτικός, το πρώτο σας βιβλίο;
Ο Κανόνας ερωτικός είναι η εξιστόρηση της φυγής κάποιου εφήβου από το χάος και την κακοποίηση που ζούσε μέσα στο σπίτι και η διαδρομή του και η κακοποίηση που βίωσε τελικά, πολλαπλάσια, μέσα σε ένα μοναστήρι, από τα χέρια κάποιου υπηρέτη του θεού. Αυτή είναι πάνω κάτω η ιστορία. Μια ματιά του τι συμβαίνει πίσω από τις πόρτες του ιερού των ναών και των μονών. Τα έργα των δούλων του θεού. Οι πράξεις βίας και διαστροφής αυτών που κρατούν στα χέρια τους την ηθική του κόσμου τούτου. Η ψυχική, σωματική, σεξουαλική κακοποίηση που υπέστη ο Αλέξανδρος στην προσπάθειά του ν’ αγγίξει το Θείο, αρνούμενος, φοβούμενος και δαιμονοποιώντας το ανθρώπινο, το σώμα και το σεξ. Τον έρωτα. Ο Κανόνας ερωτικός είναι η εξιστόρηση της οικειοθελούς σταύρωσης κάποιου, από τον ίδιο του τον εαυτό, από τον οποίο πάσχιζε να λυτρωθεί. Και ο κανόνας που επέβαλε τελικά στον εαυτό του ήταν ερωτικός, γιατί ο έρωτας, το σεξ, ήταν ο μεγαλύτερός του φόβος. Είναι η εξιστόρηση της εκμετάλλευσης που βίωσε από τα χέρια του πνευματικού του, μέσω της επιλογής του να πάει στο μοναστήρι, μα και η θραύση του φόβου τελικά και η απελευθέρωσή του από τον κανόνα.
Ποιες θα θεωρούσατε βασικές σας επιρροές στο γράψιμο;
Τον πόνο. Τη σύγχυση, την ενοχή και την απώλεια του εαυτού μου. Τη συντριβή. Και μια μέρα, έτσι, η σπίθα της ζωής μου σκίρτησε από το βάθος κι άρχισα να γράφω τον Κανόνα ερωτικό. Έτσι ήρθε η λύτρωση. Βασική μου επιρροή λοιπόν ήταν η ανάγκη για απελευθέρωση. Πέρα από αυτό, το διάβασμα και ο θαυμασμός μου γι’ αυτά που μαθαίνω διαβάζοντας. Αλλά και τα βιώματά μου, ακραία ή και κωμικά ώρες ώρες, αντιλήφθηκα τελικά πως είχαν κάτι να δώσουν στους υπόλοιπους. Και φυσικά επιρροές! Ο Ντοστογιέφσκι – απλός, βαθύς και άμεσος. Ο Μπουκόφσκι – ακραίος, γυμνός και μόνος, βαθιά ρομαντικός και σε διαρκή και μόνιμο πόνο. Ο Καστανέντα – που έψαχνε τον εαυτό του μέσα στα μονοπάτια της μαγείας, μέσα στο σκοτάδι πολλές φορές. Ο Καζαντζάκης – θαυμάσιος, αριστοκράτης, ευφυής και με βαθιά, αγνή και αληθινή αγάπη για τον Θεό, το Θείο, το υπερβατικό, το Πνεύμα. Όλοι αυτοί ήταν όπως κι εγώ, μύστες, πολεμιστές ή εραστές. Τους μοιάζω και μου μοιάζουν στην ψυχή. Γι’ αυτό και τους καταλαβαίνω βαθιά και με ενέπνευσαν και ελπίζω να με καθοδήγησαν.
Το επόμενο έργο σας, η Αλεπού της Ερήμου, έρχεται ως συνέχεια του Κανόνα ερωτικού ή στέκεται και ως αυτόνομο ανάγνωσμα;
Και τα δύο! Είναι ένα αυτόνομο βιβλίο, ταυτόχρονα όμως είναι και η συνέχεια του Κανόνα ερωτικού. Τι απέγινε τελικά αφού άφησε το μοναστήρι; Πώς έζησε τα χρόνια που ακολούθησαν; Όλα αυτά εξιστορούνται μέσα από τις διηγήσεις της αλεπούς, που επιβιώνει στην έρημο της Αθήνας. Αυτή η αλεπού όμως ξεκίνησε 17 χρονών από την Αθήνα, πήγε στο άγιο όρος, γύρισε πίσω και συνεχίζει ν’ αλωνίζει στις ερημιές των ανθρώπων. Εκ των πραγμάτων λοιπόν, ο Κανόνας ερωτικός και η Αλεπού της Ερήμου είναι δύο βιβλία, αλλά ένας άνθρωπος.
Ο ήρωάς σας, ο Αλέξανδρος, που ζει και εξελίσσεται μέσα από την αφήγησή σας, τι σχέση έχει με εσάς; Είναι ένα alter ego; Ένας δυνητικός φίλος, μέντορας, μούσα, εραστής;
Ο Αλέξανδρος είναι ο τρόπος μέσω του οποίου μπορώ να μιλήσω. Είναι περισσότερο ένα alter ego μου. Και φίλος. Μέντορας, μούσα ή εραστής του είμαι εγώ, μάλλον. Ο ιδανικός εραστής εξάλλου, δεν είναι άλλος από τον εαυτό μας. Ο Αλέξανδρος είναι-είμαι εγώ, πριν με βρω, όσο με έψαχνα και λίγο απ’ όταν με βρήκα. Μετά τελειώνει αυτό το βιβλίο. Οι ιστορίες του είναι ταυτόχρονα και παραβολές. Ένας τρόπος για να πω την αλήθεια (μου) με συμβολικό τρόπο, ώστε να γίνει πιο εύκολα κατανοητή. Πιο αβίαστα ίσως. Αλλιώς ακούει κανείς μια άποψη, μια συμβουλή, μέσα από μια ιστορία, και αλλιώς από τα χείλη κάποιου.

Όταν κανείς σας γνωρίζει, πιθανά θέλει να σας διαβάσει. Κι όταν σας διαβάσει, τι θα θέλατε εσείς να αποκομίσει;
Μου αρέσει να θέλει κάποιος να με διαβάσει. Να μοιραστεί αυτό που έχω, και να διασκεδάσει, να αναρωτηθεί, να κλάψει ίσως, να νιώσει, να τολμήσει, να πιστέψει, μακάρι, και να ξεκινήσει τη βόλτα να βρει τον εαυτό του. Αυτό εύχομαι. Δίνω ό,τι έχω γι’ αυτό, εν προκειμένω αυτές τις ιστορίες. Όμως επειδή δεν θέλω να μιλάω για μένα, όσο κι αν το απολαμβάνω μερικές φορές, δημιούργησα τον Αλέξανδρο. Βάζω αυτόν μπροστά να κάνει τα δικά του κι εγώ κάθομαι κι απολαμβάνω τη σιωπή.
Πώς προέκυψε η συνεργασία σας με τις εκδόσεις Λογότυπο;
Γνώρισα τον Χρύσανθο Ξάνθη μέσω πρότασης του Θράσου Καμινάκη, κάνανε μια φωτογράφιση-παρουσίαση σε εμένα κι έναν φίλο μου, ως «Τα μαστόρια του Κεραμεικού», στο Η Πόλη Ζει, που εκδίδει ο Χρύσανθος. Καθώς τότε προσπαθούσα να εκδώσω τον Κανόνα ερωτικό και με είχαν απορρίψει 20 εκδοτικοί, από φόβο να μην μπλέξουν εξαιτίας των όσων γράφω και αποκαλύπτω για την κακοποίηση μου μέσα στην εκκλησία, με προτροπή του Θράσου, μίλησα για το βιβλίο μου στον Χρύσανθο. Η απάντησή του ήταν η εξής: «Αν μ’ αρέσει το βιβλίο θα το εκδώσω», μου είπε. «Και το πολύ πολύ να έρθουνε τίποτα χριστιανοταλιμπάν έξω απ’ τον εκδοτικό, με σταυρούς και εικόνες. Ε, τότε θα δούμε τι θα κάνουμε». Αυτό είπε ο Χρύσανθος και χαμογέλασε. Σήμερα, 6 χρόνια μετά, όχι μόνο δεν μας έχουν ενοχλήσει, αλλά έχει γίνει επανεκτύπωση του Κανόνα και ταυτόχρονα κυκλοφορεί και το δεύτερο βιβλίο μου, πάλι από τις εκδόσεις Λογότυπο.
Ευχαριστώ για τη συζήτηση, Νέστορα.
Εγώ ευχαριστώ, και ο Αλέξανδρος επίσης!















































































































