Υπάρχουν λέξεις που μας κάνουν να γελάμε σχεδόν αντανακλαστικά. Όχι επειδή περιγράφουν κάτι κωμικό, ούτε επειδή αποτελούν μέρος κάποιου αστείου. Απλώς ακούγονται… αστείες. Αυτές είναι οι inherently funny words (εγγενώς αστείες λέξεις).
Φαίνεται ότι ορισμένες λέξεις έχουν μια παράξενη κωμική δύναμη. Είναι δυνατόν αυτή τους η δύναμη να κρύβεται όχι στο νόημα αλλά στον ίδιο τον ήχο των λέξεων;
Όπως μας ενημερώνει η φίλη Wikipedia, ναι: «Μία εγγενώς αστεία λέξη είναι μια λέξη που προκαλεί γέλιο χωρίς να χρειάζεται κάποιο συγκεκριμένο συμφραζόμενο, συχνά περισσότερο λόγω της φωνητικής της δομής παρά λόγω της σημασίας της».
Η θεωρία του «κ»
Στον κόσμο του βοντβίλ (κωμικό είδος που συνδυάζει στοιχεία θεάτρου, μουσικής, χορού κ.ά.), κυκλοφορούσε ένας άτυπος κανόνας: οι λέξεις που περιέχουν τον ήχο «κ» είναι πιο αστείες από τις υπόλοιπες.
Μία διατύπωση αυτής της θεωρίας εμφανίζεται στο αμερικάνικο θεατρικό έργο The Sunshine Boys (1972) του Νιλ Σάιμον. Εκεί, ένας ηλικιωμένος κωμικός παραδίδει μαθήματα κωμωδίας στον ανιψιό του, λέγοντάς του ότι μετά από δεκαετίες στη σκηνή έχει μάθει ότι οι λέξεις με «κ» προκαλούν γέλιο.
Fifty-seven years in this business, you learn a few things. You know what words are funny and which words are not funny. Alka Seltzer is funny. You say ‘Alka Seltzer’ you get a laugh… Words with ‘k’ in them are funny. Casey Stengel, that’s a funny name. Robert Taylor is not funny. Cupcake is funny. Tomato is not funny. Cookie is funny. Cucumber is funny. Car keys. Cleveland… Cleveland is funny. Maryland is not funny. Then, there’s chicken. Chicken is funny. Pickle is funny. Cab is funny. Cockroach is funny – not if you get ’em, only if you say ’em.
Όταν ανύπαρκτες λέξεις γίνονται αστείες
Το 2015 ερευνητές του Πανεπιστημίου της Αλμπέρτα στον Καναδά αποφάσισαν να μελετήσουν συστηματικά το φαινόμενο.
Αντί να εξετάσουν πραγματικές λέξεις, δημιούργησαν εκατοντάδες ψευδολέξεις, όρους που δεν υπήρχαν στην αγγλική γλώσσα αλλά μπορούσαν να προφερθούν κανονικά. Στη συνέχεια ζήτησαν από εθελοντές να βαθμολογήσουν πόσο αστείες τους φαίνονταν.
Οι πιο αστείες λοιπόν λέξεις ήταν συνήθως εκείνες που θύμιζαν «χυδαίες» ή «απαγορευμένες» λέξεις χωρίς όμως να είναι πραγματικά προσβλητικές αφού ήταν επινοημένες. Λέξεις όπως «whong» (wanker), «dongl» (dong), «shart» (fart) και «focky» (fuck) βρέθηκαν στις πρώτες θέσεις της κατάταξης.
Ο λόγος φαίνεται να σχετίζεται με μια μικρή ψυχολογική παγίδα. Ο εγκέφαλος νομίζει ότι πρόκειται να συναντήσει μια βωμολοχία. Όταν όμως αντιλαμβάνεται ότι η λέξη είναι αθώα και ανύπαρκτη, δημιουργείται μια αίσθηση έκπληξης και ανακούφισης. Και αυτή η διάψευση της προσδοκίας συχνά προκαλεί γέλιο.
Συγκεκριμένα, ο συγγραφέας της μελέτης για να εξηγήσει γιατί αυτές οι λέξεις φαίνονταν αστείες, δήλωσε: «Δημιουργείται η προσδοκία ότι μόλις διαβάσατε ή προφέρατε μια αγενή ή χυδαία λέξη, αλλά αυτή η προσδοκία διαψεύδεται, επειδή στην πραγματικότητα πρόκειται για μια ακίνδυνη ανοησία χωρίς νόημα. Υπάρχει μια αίσθηση ανακούφισης, σαν να τη γλιτώσατε».
Η εντροπία του χιούμορ
Οι ερευνητές παρατήρησαν κάτι ακόμη πιο ενδιαφέρον. Ακόμη και όταν αφαιρούσαν τις λέξεις που έμοιαζαν χυδαίες, ορισμένες ψευδολέξεις εξακολουθούσαν να φαίνονται ιδιαίτερα αστείες. Η απάντηση σε αυτό δόθηκε μέσω μιας έννοιας της θεωρίας της πληροφορίας: της εντροπίας Shannon.
Με απλά λόγια, η εντροπία μετρά πόσο απρόβλεπτο είναι κάτι. Στη γλώσσα αυτό μεταφράζεται στο πόσο ασυνήθιστος είναι ένας συνδυασμός γραμμάτων. Όσο πιο σπάνιος είναι ένας συνδυασμός, τόσο περισσότερο εκπλήσσει τον εγκέφαλο. Και όσο μεγαλύτερη η έκπληξη, τόσο πιθανότερο είναι να προκύψει μια κωμική αντίδραση.
Για παράδειγμα, επινοημένες λέξεις χωρίς νόημα όπως «rumbus», «skritz» και «yuzz-a-ma-tuzz», που δημιουργήθηκαν από τον συγγραφέα και εικονογράφο παιδικών βιβλίων Dr. Seuss, βρέθηκε ότι περιέχουν λιγότερο πιθανούς συνδυασμούς γραμμάτων και ότι φαίνονται πιο αστείες από τις περισσότερες συνηθισμένες αγγλικές λέξεις.
Η παραβίαση των προσδοκιών
Η ιδέα ότι το χιούμορ μπορεί να προβλεφθεί από την εντροπία μιας λέξης δεν είναι εντελώς νέα. Ήδη από τον 19ο αιώνα ο φιλόσοφος Arthur Schopenhauer υποστήριζε ότι το χιούμορ είναι αποτέλεσμα της διάψευσης των προσδοκιών του ατόμου.
Ένα λογοπαίγνιο είναι αστείο επειδή μας οδηγεί προς μια συγκεκριμένη ερμηνεία και ξαφνικά την ανατρέπει. Κάτι παρόμοιο φαίνεται να συμβαίνει και με τις αστείες λέξεις: ο ήχος τους παραβιάζει τα γλωσσικά μοτίβα που έχουμε συνηθίσει να ακούμε.
Με άλλα λόγια, γελάμε επειδή ο εγκέφαλος συναντά κάτι απρόσμενο.
Ενδιαφέρον θα είχε να γίνουν αντίστοιχες έρευνες και στην Ελλάδα για να δούμε τι ισχύει στα ελληνικά δεδομένα.















































































































