Οι Παγκόσμιες Ημέρες δεν είναι τίποτα άλλο πέρα από αφορμές. Αφορμές για να αναδειχθεί κάτι, να ειπωθεί κάτι, να επαναδιαπραγματευτεί κάτι.
Είναι σαν τις ονομαστικές γιορτές και τα γενέθλια: κάθε μέρα χαιρόμαστε το όνομά μας, κάθε μέρα το χρησιμοποιούμε και μας το χρησιμοποιούν, κάθε μέρα γιορτάζουμε τη ζωή γενικά, τη δική μας ζωή ειδικά, αλλά υπάρχει μία μέρα που καλούμε κόσμο στο σπίτι, ανοίγουμε τις πόρτες, κερνάμε, μιλάμε για το όνομά μας, μιλάμε για τη ζωή και την ηλικία μας.
Χθες ήταν η Παγκόσμια Ημέρα Θεάτρου. Το θέατρο δεν χρειάζεται παγκόσμιες μέρες για να το θυμάται κανείς. Το θέατρο υπάρχει από πάντα. Και συνεχίζει να υπάρχει. Και θα υπάρχει όσο υπάρχουν άνθρωποι. Το θέατρο γιορτάζει κάθε μέρα που ένας έφηβος λέει ότι θέλει να γίνει ηθοποιός. Κάθε φορά που ένα πιτσιρίκι βγαίνει μαγεμένο από την πρώτη του παράσταση. Κάθε φορά που ένας ενήλικας στέκεται σιωπηλός για λίγα δευτερόλεπτα στη θέση του μετά το τέλος της παράστασης. Κάθε φορά που ασυγκράτητα, αντανακλαστικά, βαθιά δάκρυα τρέχουν, έτσι χωρίς λόγο, στο χειροκρότημα. Κάθε φορά που μία ομάδα καταφέρνει να ολοκληρώσει τη δουλειά της, και συμβαίνει η παράσταση.
Το θέατρο είναι από τις πιο ομαδικές τέχνες – ίσως η πιο ομαδική. Το θέατρο είναι ένα ψέμα γεννημένο από μία μεγάλη αλήθεια: αυτή του ότι άνθρωπος μοναχός του δεν πρέπει να υπάρχει – όχι γιατί δεν θέλει, αλλά γιατί δεν μπορεί· όχι γιατί δεν μπορεί, αλλά γιατί δε θέλει!
Χθες, λοιπόν, που ήταν η Παγκόσμια Ημέρα Θεάτρου, δόθηκε αυτή η αφορμή για να μιλήσει ο κόσμος ξανά για την πανάρχαια αυτή τέχνη. Το Διεθνές Ινστιτούτο Θεάτρου καθιέρωσε τον εορτασμό της Παγκόσμιας Ημέρας Θεάτρου το 1962 και, κάθε χρόνο, επιλέγει μια διεθνώς αναγνωρισμένη προσωπικότητα του θεάτρου για να γράψει ένα μήνυμα, το οποίο διαβάζεται σε όλα τα θέατρα τη συγκεκριμένη ημέρα και μεταδίδεται από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης σε όλο τον κόσμο.
Για τη μέρα αυτή του 2025, το μήνυμα έστειλε ο σκηνοθέτης Θόδωρος Τερζόπουλος, ο δεύτερος Έλληνας που το πραγματοποιεί αυτό μετά τον Ιάκωβο Καμπανέλλη (2001).
Αν και το θέατρο δεν είναι μόνο τα «μεγάλα» και τα «ωραία», και ο κάθε άνθρωπος που ασχολείται με αυτό όσο γνωστός ή όχι κι αν είναι, επαγγελματίας ή ερασιτέχνης, συμβάλει με τον δικό του τρόπο στη συνέχιση της πορείας αυτής μέσα στον χρόνο, αξίζει να διαβάσουμε το μήνυμά του Τερζόπουλου, το οποίο ειπώθηκε μέσα από ένα πολύ μικρό βιντεάκι, σαν ταινιάκι μικρού μήκους – συνένωση με μία άλλη τέχνη, αυτή του κινηματογράφου.
«Μπορεί το θέατρο να αφουγκραστεί το SOS που εκπέμπει η εποχή μας, σε έναν κόσμο με πτωχοποιημένους πολίτες, έγκλειστους στα κελιά της εικονικής πραγματικότητας, περιχαρακωμένους στην ασφυκτική ιδιώτευσή τους; Σε έναν κόσμο με ρομποτοποιημένες υπάρξεις μέσα σε ένα ολοκληρωτικό σύστημα ελέγχου και καταστολής σε όλο το φάσμα της ζωής;
Ανησυχεί το θέατρο για την οικολογική καταστροφή, την αύξηση της θερμοκρασίας της γης, τις τεράστιες απώλειες της βιοποικιλότητας, τη μόλυνση των ωκεανών, το λιώσιμο των πάγων, την αύξηση των δασικών πυρκαγιών και τα ακραία καιρικά φαινόμενα; Μπορεί το θέατρο να γίνει ένα ενεργό κομμάτι του οικοσυστήματος; Το θέατρο παρακολουθεί τα φαινόμενα των ανθρώπινων επιπτώσεων στον πλανήτη εδώ και πολλά χρόνια, αλλά δυσκολεύεται να συνδιαλλαγεί με αυτό το πρόβλημα.
Αγωνιά το θέατρο για την ανθρώπινη κατάσταση όπως αυτή διαμορφώνεται τον 21ο αιώνα, όπου ο πολίτης άγεται και φέρεται από πολιτικά και οικονομικά συμφέροντα, από δίκτυα ενημέρωσης και εταιρείες διαμόρφωσης κοινής γνώμης; Όπου τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, όσο και αν διευκολύνουν, αποτελούν το μεγάλο άλλοθι της επικοινωνίας, γιατί προσφέρουν την απαραίτητη απόσταση ασφαλείας από τον Άλλον; Ένα διάχυτο αίσθημα φόβου απέναντι στον Άλλον, τον διαφορετικό, τον Ξένο, κυριαρχεί στις σκέψεις και τις πράξεις μας.
Μπορεί το θέατρο να λειτουργήσει ως ένα εργαστήρι συνύπαρξης των διαφορετικοτήτων, χωρίς να λάβει υπόψιν του το τραύμα που αιμορραγεί;
Το τραύμα αιμορραγεί και μας καλεί να ανακατασκευάσουμε τον Μύθο. Κι όπως λέει ο Χάινερ Μύλλερ, «ο μύθος είναι ένα σώρευμα, μια μηχανή, στην οποία μπορούν να προσαρτώνται συνεχώς καινούργιες κι άλλες μηχανές. Μεταφέρει την ενέργεια ώσπου η αυξανόμενη ταχύτητα να ανατινάξει τον κύκλο του πολιτισμού» και, θα πρόσθετα, τον κύκλο της βαρβαρότητας.
Μπορεί ο προβολέας του θεάτρου να φωτίσει το κοινωνικό τραύμα και να πάψει να φωτίζει παραπλανητικά τον εαυτό του;
Ερωτήματα που δεν επιδέχονται οριστικές απαντήσεις, επειδή το θέατρο υπάρχει και μακροημερεύει χάρη στα αναπάντητα ερωτήματα.
Ερωτήματα που πυροδότησε ο Διόνυσος, περνώντας απ’ τον γενέθλιο τόπο του, τη θυμέλη του αρχαίου θεάτρου, και συνεχίζοντας σιωπηλός το προσφυγικό ταξίδι του σε τοπία πολέμου, σήμερα, την παγκόσμια ημέρα του θεάτρου.
Ας κοιτάξουμε στα μάτια τον Διόνυσο, τον εκστατικό θεό του θεάτρου και του Μύθου, που ενώνει το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον· τέκνο δύο γεννήσεων, του Δία και της Σεμέλης, εκφραστής ρευστών ταυτοτήτων, γυναίκα και άνδρας, οργισμένος και πράος, θεός και ζώο, στο μεταίχμιο μεταξύ τρέλας και λογικής, τάξεως και χάους, ακροβάτης στο όριο της ζωής και του θανάτου. Ο Διόνυσος θέτει το θεμελιώδες οντολογικό ερώτημα «περί τίνος πρόκειται», ερώτημα που ενεργοποιεί τον δημιουργό προς την κατεύθυνση μιας ολοένα βαθύτερης έρευνας της ρίζας του μύθου και των πολλαπλών διαστάσεων του ανθρώπινου αινίγματος.
Χρειαζόμαστε νέους τρόπους αφήγησης που θα αποσκοπούν στην καλλιέργεια της μνήμης και στη διαμόρφωση μιας νέας ηθικής και πολιτικής ευθύνης, με στόχο την έξοδο από την πολύμορφη δικτατορία του σημερινού μεσαίωνα».
Και επειδή η διακειμενικότητα είναι βασικό στοιχείο (και) του θεάτρου, ας θυμηθούμε το μήνυμα του Ιάκωβου Καμπανέλλη, από το μακρινό πλέον 2001:
«Νομίζω πως το θέατρο δε θα πάψει ποτέ να υπάρχει. Νομίζω, όσο κι αν αυτό μπορεί να ακούγεται σαν παράδοξο, πως αυτή η πανάρχαιη Τέχνη, είναι και Τέχνη του μέλλοντος. Όχι επειδή θα το θέλουν αυτό οι δημιουργούντες το θέατρο, συγγραφείς, ηθοποιοί, σκηνοθέτες και λοιποί συντελεστές κάθε θεατρικής παράστασης, αλλά επειδή θα το θέλει και στο μέλλον το κοινό, οι θεατές, εσείς.
Πού στηρίζω αυτή την αισιόδοξη πρόβλεψη για το μέλλον του θεάτρου; Στη σκέψη πως το θέατρο είναι δημιούργημα μιας ψυχικής ανάγκης του ανθρώπου που δε θα την αποβάλλει ποτέ. Σας καλώ να σκεφτούμε αυτή τη στιγμή όλοι μαζί, κάτι που – κατά κάποιο τρόπο – δικαιολογεί αυτά που σας λέω: μοιάζει κιόλας με παλιά ιστορία το ότι ο άνθρωπος περπάτησε στο Φεγγάρι! Δε μας κάνει πια εντύπωση το ότι ένα διαστημόπλοιο πήγε στον Άρη κι έφερε δείγματα του εδάφους του! Έχει αρχίσει η κατασκευή του τεράστιου διαστημικού σταθμού που θα δέχεται ακόμη και τουρίστες του διαστήματος, καθώς και νεόνυμφους για το γαμήλιο ταξίδι τους. Είναι πια κατάσταση ρουτίνας το ότι κάποια άλλα διαστημόπλοια εξερευνούν πλανήτες που βρίσκονται στα άκρα του ηλιακού μας συστήματος και στέλνουν φωτογραφίες τους στη Γη! Παρ’ όλο λοιπόν που σήμερα ζούμε στην εποχή κατάκτησης του διαστήματος, ταυτόχρονα πηγαίνουμε και στο θέατρο, στο χώρο μιας Τέχνης που υπάρχει και λειτουργεί με τα ίδια λιτά μέσα από τους καιρούς που το μέτρημα των ωρών με το ηλιακό ωρολόγιο ήταν μέγα τεχνολογικό επίτευγμα.
Την αποδεδειγμένη πια διαχρονική σχέση του ανθρώπου με το θέατρο, εγώ την θεωρώ σαν αιώνια σχέση. Γιατί πιστεύω πως το θέατρο εξελίχθηκε σε κοινωνικό φαινόμενο, αλλά, άρχισε σαν φυσικό φαινόμενο από τα χρόνια που ο πρωτόγονος ακόμα άνθρωπος άρχισε να απομνημονεύει τα βιώματά του και να τα αναπαριστά στη φαντασία του. Να προσχεδιάζει τις πράξεις του και να φαντάζεται πώς θα τις εκτελέσει. Ο πρώτος θίασος και οι πρώτες θεατρικές παραστάσεις σχηματίστηκαν στο νου του ανθρώπου. Είναι μια έμφυτη ανάγκη και ικανότητα του κάθε ανθρώπου να δημιουργεί παραστάσεις. Έχετε ποτέ συνειδητοποιήσει πως ο καθένας μας, χωρίς εξαίρεση, διαθέτει έναν ιδιωτικής χρήσεως θίασο στον οποίο εμείς οι ίδιοι είμαστε ο πρωταγωνιστής και ο θεατής. Και αρκετά συχνά μάλιστα και συγγραφέας και σκηνοθέτης και σκηνογράφος αυτού του θιάσου; Πότε και πώς; Μα αυτό δεν κάνουμε όταν προετοιμαζόμαστε για μια ενδιαφέρουσα ή κρίσιμη συνάντηση και τη φανταζόμαστε για να επιλέξουμε πώς θα συμπεριφερθούμε; Παραστάσεις του ιδιωτικής χρήσεως θιάσου μας δεν είναι οι αναμνήσεις μας; Καθώς και τα καθ’ ύπνον όνειρά μας;
Αν λοιπόν νομίζω πως το θέατρο δε θα πάψει ποτέ να υπάρχει, είναι γιατί πιστεύω πως ο άνθρωπος δε θα πάψει ποτέ να ζει χωρίς την αγωνία αυτής της αυτογνωσίας… Χωρίς την υπαρξιακή ανάγκη να γίνεται θεατής του εαυτού του και των πράξεών του… Τα ψυχικά συστατικά μας δηλαδή, απ’ τα οποία προέκυψε η Τέχνη του Θεάτρου, η οποία αναγεννιέται επί χιλιάδες χρόνια, και θα αναγεννιέται όσο θα υπάρχουν επί γης άνθρωποι – αλλά άνθρωποι όπως εμείς, παιδιά του έρωτα ενός πατέρα και μιας μάνας και όχι προϊόντα επιστημονικών εργαστηρίων.
Ι.Κ.»















































































































