Η Σάσα είναι από εκείνες τις φωνές που γεμίζουν το δωμάτιο – το όποιο δωμάτιο. Η Σάσα δεν «ασχολείται» με τη μουσική – ζει και αναπνέει μουσική, είναι κάτι σαν φυσικό φαινόμενο που συναντάς μόνο όταν ευθυγραμμιστούν πολλοί πολλοί πλανήτες. Κι όσοι την έχουν πετύχει είτε σε κάποιο live, είτε στο θέατρο, είτε είχαν τη χαρά να υπάρξουν μαθητές της, το ξέρουν καλά. Δασκάλα, πιανίστα, ερμηνεύτρια, συνθέτρια… Σήμερα μιλάμε μαζί της για τη χαρά που συνυπάρχει με το βάρος, τη δημιουργία ως αναπόφευκτη συνθήκη, τα παλιά και τα τωρινά. Διαβάστε την και κυρίως…ακούστε την!

Ξεκινάω για τη σχέση σου με τη μουσική… Λες να το πάμε νυχοπατώντας ή να βουτήξουμε για τα καλά;
Να το πάμε όπως προκύψει!
Πότε ξεκίνησες λοιπόν να φλερτάρεις με τη μουσική;
Η σχέση μου με τη μουσική είχε ξεκινήσει πριν ακόμη γεννηθώ, όταν η μητέρα μου, έγκυος ακόμα, παρήγγειλε το κλασικό πιάνο που ονειρευόταν…Το ίδιο πιάνο μέχρι και σήμερα με συντροφεύει στην Αθήνα. Με μία μαμά ακορντεονίστα και πιανίστα κι έναν μπαμπά που έπαιζε μπουζούκι και κιθάρα, η συνέχεια ήταν μονόδρομος!
Ποια είναι η πρώτη σου μουσική ανάμνηση;
Στο ίδιο πιάνο η μητέρα μου να παίζει το Summertime κι εγώ να χορεύω. Ίσως ήταν και ο πρώτος σπόρος για την τζαζ συγκεκριμένα.
Θυμάσαι την πρώτη φορά που ανέβηκες στη σκηνή;
Θυμάμαι ως πρώτη ανάμνηση μια σχολική, όπως έχουμε όλοι μας, όπου συμμετείχα σε μία μουσικοθεατρική παράσταση, στο δημοτικό. Επαγγελματικά όμως, στα δεκαέξι, μαζί με τον αδερφό μου συμμετείχα σε μία εκδήλωση της πόλης μου. Εκεί θυμάμαι πρώτη φορά να έχω το κοινό απέναντι και η αίσθηση ήταν ακριβώς εκείνη του σχολείου, με μια ανεξήγητη οικειότητα και ενθουσιασμό.
Θυμάσαι τι είχες τραγουδήσει εκείνη τη μέρα;
Ναι, έντεχνα και λαϊκά τραγούδια, ακούσματα δηλαδή που είχα στο σπίτι μου, όπως Πρωτοψάλτη, Αλεξίου, Μοσχολιού κ.λπ.

Ανάμεσα σε μαθήματα, παραστάσεις, live… προλαβαίνεις να ακούσεις μουσική όταν είσαι μόνη; Κι αν ναι, τι θα βάλεις να ακούσεις;
Η αλήθεια είναι ότι το αποφεύγω. Ακούγεται οξύμωρο ένας μουσικός να μην ακούει μουσική, αλλά είναι ένας τρόπος αυτοσυντήρησης, διότι όλη μου η ζωή είναι μουσική. Τις σπάνιες φορές που θα υποκύψω, ακούω καλλιτεχνικές περσόνες που με έχουν σημαδέψει, όπως η Aziza Mustafa Zadeh ή ο Bill Evans, αλλά για πολύ λίγο, γιατί το συναίσθημα της στιγμής δεν αντέχεται για πολύ!
Η μουσική μπορεί να σου γίνει και βάρος δηλαδή…
Φυσικά. Είναι βάρος. Είναι και βάρος. Δεν είναι χόμπι, δεν είναι επιλογή. Όπως προείπα, είναι μονόδρομος, γιατί δε μπορεί να γίνει διαφορετικά· συνεπώς ένας τέτοιος τρόπος αντίληψης της πραγματικότητας, εκτός από τη μαγεία του, κουβαλάει και το αντίβαρό του που είναι πολύ ζόρικο.
Αν η τζαζ ήταν χρώμα, τι χρώμα θα ήταν;
Μπλε. «Kind of Blue». (*κομμάτι του Miles Davis)
Τι είναι αυτό που σε κέρδισε και φαντάζομαι σε κερδίζει ακόμα ειδικά σε αυτήν;
Η ανατροπή μέσα σε μια δεδομένη διαδρομή. Αυτό περιμένω και στη ζωή μου γενικότερα.
Στο Crama, τον πρώτο σου δίσκο, έκανες κάποιες διασκευές ελληνικών παραδοσιακών και σμυρναίικων τραγουδιών σε τζαζ…Θέλεις να μας πεις πώς προέκυψε αυτό; Είμαστε σε μια εποχή που τα είδη μπλέκονται πολύ πιο ακομπλεξάριστα νομίζω, τόσο από πλευράς μουσικών/δημιουργών, όσο και από πλευράς κοινού, σαν να δέχεται τα «κράματα» πιο εύκολα. Αν και η χώρα μας δεν έχει «παράδοση» στη τζαζ…
Ο συγκερασμός αυτός προέκυψε πολύ αυθόρμητα, όταν έκανα την πρώτη δισκογραφική μου σύσταση στο κοινό. Είναι δύο ετερόκλητα φαινομενικά είδη τα οποία όμως απαρτίζουν από πολύ μικρή ηλικία τη μουσική μου προσωπικότητα, οπότε ήταν πολύ μοιραίο να συναντηθούν και να δημιουργήσουν αυτό το κράμα. Όπως πολύ σωστά είπες, ζούμε πλέον σε εποχές που κάποια μουσικά είδη, όπως η παραδοσιακή ή το ρεμπέτικο δεν αντιμετωπίζονται πλέον με τον μουσειακό τρόπο που αρκετοί βέβαια εξακολουθούν να συντηρούν – και πολύ καλά κάνουν. Ο καθένας προσεγγίζει με την προσωπική του αισθητική κάθε μουσικό είδος και εν τέλει θα φτάσει στα αφτιά του ακροατή που είναι να τον αγγίξει.
Μιας και σε ρώτησα για το «crama» τώρα πρέπει νομοτελειακά να σε ρωτήσω για τον δεύτερο δίσκο σου, το «Σασπενς». Πώς γεννήθηκε; από χαρά ή από «ζόρια»; Και γενικά πιάνεις τον εαυτό σου να είναι πιο δημιουργικός στα up ή στα down?
Το σασπένς έγινε στα χρόνια της καραντίνας. Έγινε μία «σούμα» των τραγουδιών που ξεκίνησα να γράφω από πολύ μικρή, μέχρι και τότε. Ήταν εμπειρίες ζωής, που «εκμεταλλεύτηκαν» αυτόν τον οδυνηρό χρόνο που περάσαμε όλοι. Συνήθως τα τραγούδια μου προκύπτουν στα down, πολύ σπάνια στα up, όπως και να ’χει, προκύπτουν αυθόρμητα, γιατί είναι μια λυτρωτική εκτόνωση, πολλές φορές, πολύ πιο έντονη από το ίδιο το γεγονός που τα πυροδοτεί.
Έχεις ένα τραγούδι μέσα στο δίσκο που μου έχει κάνει ιδιαίτερη εντύπωση και το έχω αγαπήσει πολύ, τα «χαλάσματα»… Τα «Χαλάσματα» λοιπόν, είναι τόπος ή χρόνος; Τι ακριβώς γκρεμίζεται;
Είναι τρόπος! [σ.α. γελάει] Γκρεμίζεται η νοοτροπία να μην εστιάζουμε στα καλά που έχουμε γιατί πάντα θα αναζητούμε τα καλά που δεν έχουμε (ακόμα κι αν δεν είναι για το καλό μας), γκρεμίζεται η νοοτροπία να μην ελπίζουμε ότι έρχεται κάτι που θα είναι πολύ καλύτερο για μας, προκειμένου να χτιστεί το σενάριο της ίδιας της ζωής που πολλές φορές αποδεικνύει ότι βάζει κάτω τις δικές μας φαντασιακές ικανότητες.
Όταν συνθέτεις τα δικά σου τραγούδια, ακούς ταυτόχρονα και μια ενορχήστρωση ήδη, ή μέχρι να μπουν κι οι υπόλοιποι συντελεστές «ακούς» μόνο πιάνο;
Ακούω μελωδία και αρμονία. Δεν έχει ηχόχρωμα, ή ταυτόχρονα μπορεί να έχει πολλά. Είναι κατά κάποιον τρόπο συγκεκριμένη και αφηρημένη μαζί.
Αν έπρεπε να γράψεις ένα τραγούδι για τη γενέτειρά σου, τη Δράμα, πώς θα ήταν;
Νομίζω ότι θα είχε μία ματζόρε τονικότητα, με μία μινόρε διάθεση, σαν «Το ακορντεόν» του Λοΐζου, για παράδειγμα. Το ματζόρε παραπέμπει στο οικείο, τις παιδικές αναμνήσεις, την ανεμελιά, όμως το μινόρε που υπονοώ είναι όλα αυτά που εκ των πραγμάτων άφησα πίσω, ζώντας 650 χιλιόμετρα νοτιότερα .
Τι σε έχει βοηθήσει…ή ίσως και σώσει πιο πολλές φορές επί σκηνής: το ένστικτο ή η τεχνική, οι γνώσεις σου;
Σίγουρα δεν μπορείς να τα διαχωρίσεις γιατί από ένα σημείο και μετά γίνεται μία φοβερή «συνεργασία» που πράγματι πολλές φορές έχει σταθεί πολύτιμη.
Αν έπρεπε υποχρεωτικά να τραγουδάς και ένα συγκεκριμένο κομμάτι πάντα, σε όλες σου τις εμφανίσεις, ποιο θα επέλεγες; Ποιο δε θα βαριόσουν ποτέ να μοιράζεσαι με το κοινό;
Χμμ, δύσκολη ερώτηση… Μάλλον θα επέλεγα το ρεμπέτικο τραγούδι που συμπεριέλαβα στο δεύτερό μου δίσκο «Σασπένς», το «Πες μου γιατί άλλαξες γιατί». Βλέπεις, όταν ονειρεύομαι ανατροπές, το κάνω εν πλήρει συνειδήσει, ότι αυτές μπορεί να είναι και αρνητικές!

Θέλω να σε ρωτήσω για την παράσταση «Nina Simone – 4 οκτάβες ελευθερίας», τώρα που ολοκληρώνεται σιγά σιγά ο κύκλος της. Τι κρατάς από αυτήν την παράσταση; Από τις πρόβες, από τις παραστάσεις, από τους συνεργάτες, ίσως κάτι που θα σε ακολουθεί και στις υπόλοιπες δουλειές σου;
Το πρώτο πράγμα που θα κρατήσω είναι ότι πολλές φορές, έρχεται η ώρα που θα πρέπει να αναμετρηθείς με τους φόβους σου, γιατί μόνο έτσι θα προχωρήσεις. Στην προκειμένη περίπτωση, βρέθηκα σε μία συνθήκη που απαιτούσε, συν τοις άλλοις, υποκριτική συμμετοχή, πράγμα που απέφευγα από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου και που εν τέλει με έκανε να καταλάβω ότι η μόνη αναμέτρηση για την οποία αξίζει να παλεύεις είναι αυτή με τον ίδιο σου τον εαυτό. Το δεύτερο που κρατάω είναι ότι, η συνεργασία μου τόσο με την Idra Kayne όσο και με τον σκηνοθέτη της παράστασης, Σωτήρη Καραμεσίνη, μου φώτισε έναν κόσμο τόσο μαγικό και απαιτητικό, στον οποίο συνδυάζονται διαφορετικές πτυχές της προσωπικότητας του καθενός για να βγει ένα αποτέλεσμα που δε θα μπορούσες από την αρχή να φανταστείς – εγώ σίγουρα όχι. Δε μπορώ φυσικά να μην αναφερθώ στην ίδια την περσόνα της Simone, που για μένα ήταν μια αποκάλυψη και μία επιβεβαίωση ότι δικαίως ένιωθα μία αδιόρατη σύνδεση μαζί της, από τότε που ξεκίνησα να παίζω τη μουσική της στα χρόνια του πανεπιστήμιου.
Ποιο τραγούδι σου, σου αφιερώνεις σήμερα, 28/02, 2026 στις 8 το βράδυ και γιατί;
Το «Στο καμαρίνι»… «…Μοιάζει σαν ανάμνηση που σβήνει, σαν να μην υπήρξε αληθινή». Έχοντας περάσει ένα έντονο διάστημα με κύκλους που έκλεισαν, και βρισκόμενη μπροστά σε κύκλους που ανοίγουν, είναι συγκλονιστικό πως πράγματα που έχεις ζήσει, ήταν σαν ένα τέχνασμα του μυαλού, που οριακά έχεις ξεχάσει και μαγικά ανοίγουν χώρο για το επόμενο τέχνασμα που είναι καθ’ οδόν.. c’ est la vie!
















































































































