Η σχέση της ελληνικής γλώσσας με τη μουσική βρίσκεται στο επίκεντρο του έργου της Χαρίκλειας Τσοκανή, η οποία έχει αφιερώσει μεγάλο μέρος της ακαδημαϊκής και ερευνητικής της διαδρομής στη μελέτη της μουσικής εμπειρίας, του μύθου και της επικοινωνίας. Επίκουρη καθηγήτρια του Τμήματος Επικοινωνίας, Μέσων και Πολιτισμού του Παντείου Πανεπιστημίου έως το 2018, έχει εξετάσει σε βάθος τον τρόπο με τον οποίο η γλώσσα, η μουσική και η παράδοση συνδέονται με την ανθρώπινη εμπειρία και τον πολιτισμό.
Στο βιβλίο της Για τη μουσικότητα της ελληνικής γλώσσας (Εναλλακτικές Εκδόσεις) αναζητά την «κρυμμένη μουσική» που υπάρχει μέσα στον λόγο, φωτίζοντας τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της ελληνικής γλώσσας, τον ρυθμό, τον τόνο και τη σχέση τους με το δημοτικό τραγούδι και τον χορό. Μέσα από αυτή τη συζήτηση, η συγγραφέας μάς καλεί να ξανασκεφτούμε τη γλώσσα όχι ως εργαλείο, αλλά ως βασικό στοιχείο της ανθρώπινης ταυτότητας.
Από πού ξεκίνησε το ενδιαφέρον σας για το θέμα αυτό και πώς αποφασίσατε να εκδώσετε βιβλίο;
Στο βιβλίο αυτό θέλησα να δείξω ότι το γλωσσικά και μουσικά διαμορφωμένο ηχητικό περιβάλλον μέσα στο οποίο ζούμε σπάνια το αναλογιζόμαστε, ακόμη κι όταν η σκέψη μας ωριμάζει. Αυτό συμβαίνει προπάντων όσον αφορά την γλώσσα. Χρησιμοποιώντας την από μικρή ηλικία μάς παρουσιάζεται αυτή σαν ένα, περίπου, φυσικό φαινόμενο, του οποίου δεν χρειάζεται να γνωρίσουμε τις απαρχές του αλλά μόνον ορισμένα χαρακτηριστικά του για να το χειριστούμε προς όφελός μας. Αυτή είναι μάλλον η αίσθηση που διαμορφώνει ο μέσος άνθρωπος στην εποχή της ηλεκτρονικής επικοινωνίας, απέναντι στην γλώσσα. Την θεωρεί λίγο πολύ σαν ένα προϊόν της φύσης και όχι του πολιτισμού. Γι’ αυτό και αδιαφορεί για την συντήρησή της και τον εμπλουτισμό της πιστεύοντας ότι η γλώσσα όπως και η φύση θα εξακολουθούν να εργάζονται για εκείνον.
Το ίδιο ισχύει, ως ένα βαθμό, και για την μουσική. Αν και η μουσική δεν εμπεριέχει κοινωνικοποιημένες σημασίες παρά μόνον νοήματα συνυφασμένα με το πεδίο των συναισθημάτων, διαπαιδαγωγεί, ωστόσο, με ανάλογο τρόπο τον άνθρωπο. Ίσως, επειδή το μουσικό περιβάλλον στο οποίο μεγαλώνει κανείς συνιστά κι αυτό ένα είδος «φυσικού» ηχητικού περιβάλλοντος. Στο βιβλίο εστίασα το ενδιαφέρον μου στην σχέση μουσικής και γλώσσας, καθώς και στα μουσικοποιητικά χαρακτηριστικά της γλώσσας για να τονίσω ότι οι μουσικοί και οι γλωσσικοί φθόγγοι είναι ήχοι κατασκευασμένοι από τον άνθρωπο. Ότι τα υλικά των δύο αυτών τεχνών: της γλώσσας και της μουσικής δεν υπάρχουν στην φύση όπως τα χρώματα της ζωγραφικής, οι όγκοι της γλυπτικής, τα σχήματα της αρχιτεκτονικής. Τα υλικά τους είναι τα αρχέγονα εκείνα –επινοημένα από τον άνθρωπο– «εργαλεία» με τα οποία συνετελέσθη, σταδιακά, ο εξανθρωπισμός του.
Ποιους ανθρώπους θα μπορούσε να αφορά πρακτικά και περισσότερο άμεσα το έργο σας;
Ο ανυπόμονος αναγνώστης δύσκολα θα μπορούσε να αντλήσει κάτι χρήσιμο από το βιβλίο αυτό. Το βιβλίο απευθύνεται σ’ εκείνον τον αναγνώστη που αντιλαμβάνεται ότι η γλώσσα δεν είναι ένας απλός μηχανισμός μεσολάβησης ανάμεσα στους ανθρώπους για την διεκπεραίωση των καθημερινών υποθέσεών του, αλλά ο κατεξοχήν όρος της ανθρωπινότητάς του. Ότι σκεπτόμαστε με την γλώσσα και ότι χάρη σ’ αυτήν όχι μόνον γνωρίζουμε τον έξω κόσμο αλλά και αναγνωρίζουμε τον μέσα κόσμο μας. Όμως οι λέξεις και οι φράσεις που σχηματοποιούν την σκέψη, δεν θα μπορούσαν να ζωντανέψουν στην ομιλία χωρίς την μουσική. Χωρίς δηλαδή την ρυθμική υποστασιοποίησή τους από τις μελωδικές διακυμάνσεις της ομιλούσας φωνής.
Η σχέση γλώσσας και μουσικής είναι μοναδική στην ελληνική ή απλώς εδώ γίνεται πιο ορατή; Τι την κάνει να ξεχωρίζει;
Σε όλους τους γνωστούς πολιτισμούς η γλώσσα είναι συνυφασμένη με τη μουσική. Το τραγούδι άλλωστε συνιστά πρωταρχική μορφή έκφρασης σε κάθε πρωτόγονη και αρχαϊκή κοινωνία. Ο στόχος μου ήταν να εξετάσω αφενός την ειδική σχέση που έχει η μουσική με την ελληνική γλώσσα σε ένα είδος τραγουδιού που το παρήγαγε η προφορική παράδοση και αφετέρου να αναζητήσω τα θεμελιώδη μουσικοποιητικά στοιχεία της γλώσσας μας. Παρατήρησα ότι η ελληνική γλώσσα έχει τον χαρακτήρα μιας ευφωνικής γλώσσας. Όπως στην ιταλική έτσι και στην ελληνική κυριαρχούν τα φωνήεντα. Έχει όμως σημασία η θέση στην οποία τοποθετούνται οι φωνηεντικοί ήχοι στην στοματική κοιλότητα στην κάθε γλώσσα. Η ευφωνικότητα της ελληνικής γλώσσας αναδεικνύεται κατ’ αρχάς και από το γεγονός ότι αποφεύγονται, κατά κανόνα, σ’ αυτήν οι συνδυασμοί διπλών και κυρίως τριπλών συμφωνικών συμπλεγμάτων προς όφελος του ακούσματος των απλών συμφώνων. Κι αυτή η υπεροχή των φωνηέντων έναντι των συμφώνων προσδίδει μουσική ευκρίνεια στον λόγο, διότι τα φωνήεντα είναι καθαροί ήχοι με συγκεκριμένο ηχητικό αποτύπωμα, όπως μια νότα της μουσικής, ενώ τα σύμφωνα διακρίνονται από μιαν κάποια ηχητική αοριστία. Εκτός όμως απ’ αυτό το γνώρισμα της ελληνικής που το μοιράζεται και με άλλες γλώσσες, υπάρχουν δύο βασικά χαρακτηριστικά της που την καθιστούν ιδιαίτερη από μουσική άποψη. Πρώτον, το γεγονός ότι ο δυναμικός τόνος της είναι κινητός και υπακούει στο νόμο της τρισυλλαβίας. Μπορεί, δηλαδή, ο τόνος να χτυπά άλλοτε την λήγουσα, άλλοτε την παραλήγουσα και άλλοτε την προπαραλήγουσα μιας λέξης. Κατ’ αυτόν τον τρόπο η γλώσσα αποκτά έναν εκπληκτικό ρυθμικό πλούτο κατά την εκφορά της μέσα στην φράση και την πρόταση, στοιχεία που τα αξιοποιεί βεβαίως η ποίηση. Ένα δεύτερο, ξεχωριστό γνώρισμά της -που αναδεικνύει την μεγάλη παραγωγική της δύναμη- είναι η ευχέρειά της και η πλαστικότητά της στο να συνθέτει νέες λέξεις. Μια ελληνική λέξη αποτελεί σύνθεση δύο η τριών άλλων λέξεων, κάτι που μπορεί να συμβαίνει βέβαια και σε άλλες γλώσσες, όμως στην ελληνική η νέα σύνθετη λέξη διατηρεί αποκλειστικά έναν και μόνον τόνο, και αυτό το χαρακτηριστικό της προσδίδει στη νέα λέξη μια ισχυρή αυτονομία αλλά και έναν πλούσιο, κυμαινόμενο εσωτερικό ρυθμό.
Αν η ελληνική γλώσσα είναι πράγματι «τραγουδιστή», όπως λέτε, πότε πιστεύετε ότι άρχισε να χάνει (ή να αλλάζει) αυτή τη μουσικότητά της;
Η μουσικότητα της νέας ελληνικής γλώσσας δεν είναι εγγεγραμμένη στην λέξη όπως ήταν στην αρχαία ελληνική όπου οι λέξεις εμπεριείχαν στα συστατικά τους στοιχεία τον ποσοτικό- ρυθμικό και τον μελωδικό τους τονισμό. Στην νέα ελληνική η μουσικότητα της γλώσσας εξαρτάται όχι μόνον από τον υποκειμενικό τονισμό της λέξης αλλά και από τον επιτονισμό της φράσης, από το νόημα που δίδει ο ομιλητής συντάσσοντας με ιδιαίτερο τρόπο την φράση. Αντιλαμβάνεστε ότι μία φτωχή συντακτικά πρόταση είναι ασυμβίβαστη με την μουσικότητα.
Έχετε αγαπημένες ελληνικές λέξεις;
Οι λέξεις αποκτούν την αξία τους, ακόμη και στην ποίηση, στο περιβάλλον της φράσης ή του στίχου. Ως τέτοιες και μόνον μπορούν να αντηχήσουν μέσα μας και να καταστούν αξιαγάπητες, όπως για παράδειγμα η λέξη «φωνές» στον καβαφικό στίχο: «Ιδανικές φωνές και αγαπημένες». Εδώ, η λέξη «φωνές» αποκτά μια ανεκτίμητη αξία που της την προσδίδουν αρχικά τα επίθετα που την περιβάλλουν αλλά και οι υπόλοιποι στίχοι του ποιήματος που τις κάνουν να αντηχούν χάρη στην μουσική διαρρύθμισή τους.
Ποιο δημοτικό τραγούδι είναι εκείνο που σας κάνει πάντα να θέλετε να το χορέψετε, να μπείτε στον ρυθμό του;
Ορισμένα δημοτικά χορευτικά τραγούδια, όπως ο τσάμικος και ιδίως ο συρτός και ο καλαματιανός, εμπεριέχουν ρυθμούς πανάρχαιους που μεταβιβάζουν στα σώματα των σύγχρονων χορευτών κάτι από την μνήμη των αρχαίων εκείνων χορευτών που τους πρωτοχόρεψαν με τρόπο δοξαστικό πατώντας στέρεα πάνω στη γη, την οποία αρχικά λάτρεψαν σαν θεότητα αφού εκείνη τους έδωσε την πρώτη τροφή. Ακόμη και ο σύγχρονος χορευτής αυτών των χορών δεν μπορεί να τους χορέψει συνειδητά χωρίς να νιώσει μέσα του ένα αρχέγονο ρίγος να τον διαπερνά.
Έχετε ακούσει καθόλου τραπ; Πιστεύετε ότι εισφέρει μια νέα εκδοχή μουσικότητας στην πιο «κλειστή» εκφορά των λέξεων ή απλώς ότι καταστρέφει τη μουσικότητα της ελληνικής γλώσσας;
Η τραπ όντας μια μορφή της χιπ-χοπ μουσικής χρησιμοποιεί ρυθμούς ξένους προς τους ρυθμούς της ελληνικής γλώσσας επιβάλλοντας της τον παρατονισμό των λέξεων. Για τον λόγο αυτό αναζητεί μεταξύ άλλων τεχνασμάτων, την ομοιοκαταληξία και την επανάληψη των καταλήξεων των λέξεων για να δημιουργήσει ηχώ και μιαν ρυθμική αίσθηση στον λόγο. Επίσης, η κατάχρηση των τρίηχων με τα οποία επιδιώκεται η αίσθηση μιας συνεχόμενης ροής στην μουσική δημιουργεί επιτάχυνση στον λόγο εμποδίζοντας έτσι την σωστή του άρθρωση. Δεν πρέπει να ξεχνά κανείς ότι η μουσική και η γλώσσα αρθρώνονται στην κλίμακα του χρόνου και ότι η επιτάχυνση σε καταχρηστικό βαθμό σκοτώνει τον χρόνο. Όσον αφορά τον στίχο, εδώ η κυριολεξία πράγματι εξαλείφει κάθε στοιχείο ποίησης αφού η μεταφορική χρήση του λόγου –που είναι το βασικό συστατικό όχι μόνον της έμμετρης ποίησης αλλά και της πρόζας– απουσιάζει.
Τι προβλέπεται για την ελληνική γλώσσα τα επόμενα χίλια χρόνια; Θα υπάρχει όπως την ξέρουμε; Υπάρχει, λέτε, πιθανότητα η γραφή της να εξομοιωθεί με τα λατινικά (Greeklish);
Θα υπάρχει η ελληνική γλώσσα όσο θα υπάρχουν άνθρωποι που πιστεύουν στην μεγάλη παραγωγική και εκφραστική της δύναμη. Η ελληνική γλώσσα στην διαχρονία της μάς αποκαλύπτει έναν τεράστιο πλούτο πολλών παραδόσεων που για αρκετούς συγχρόνους μας Έλληνες και ξένους είναι ζωντανές. Η ζωή της εξαρτάται αποκλειστικά από εμάς τους ίδιους και τους απογόνους μας. Η ευκολία με την οποία παραβλέπουμε τους κανόνες της, αλλά και τις χάρες της, οφείλεται, όπως σας είπα ήδη, στην πεποίθησή μας ότι ακόμη κι αν την παραμελούμε θα συνεχίσει να υπάρχει. Πρόκειται όμως για αυταπάτη που υποστηρίζεται από την νωθρότητα του νου μας.
Τι ετοιμάζετε αυτή την εποχή; Πάνω σε τι εργάζεστε ή τι σκέφτεστε;
Μόλις κυκλοφόρησε το νέο μου βιβλίο από τις εκδόσεις Πατάκη με τίτλο: «Από τη μουσική στον θόρυβο», όπου εξετάζω την εμπειρία της μουσικής στον σύγχρονο κόσμο. Στη νέα αυτή μελέτη αναπτύσσονται σκέψεις για την φαντασμαγορία του ήχου, την μουσική εμπειρία, την τονική και ατονική μουσική και την μουσικότητα της καβαφικής ποίησης.

Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου
Ο ήχος φωλιάζει παντού, διαπερνά και εμψυχώνει κάθε ύπαρξη. Στην περίπτωση όμως του ανθρώπου σημειώνει τις μεγαλύτερες επιτυχίες του. Υφαίνει την γλώσσα, την ποίηση, το τραγούδι, τον χορό. Κανένα από αυτά τα ανθρώπινα δημιουργήματα δεν θα υπήρχε δίχως την μουσική οργάνωση του ήχου. Ο ρυθμός που ενυπάρχει σε κάθε οργανωμένη κίνηση αφυπνίζει την μελωδία και την καθιστά αισθητή στην τραγουδιστή ομιλία. Ίσως η πρώτη εκφορά της ομιλίας να ήταν μια έρρυθμη ποιητική έκφραση πριν καταλήξει στον πεζό λόγο, όπου η μουσική κρύφτηκε μέσα στις σημασίες και τα νοήματα τα οποία συνθέτει η γλώσσα. Τα κείμενα που περιλαμβάνονται στο βιβλίο αυτό απευθύνονται όχι μόνον στον ειδικό αλλά και στον φιλομαθή αναγνώστη που θα ήθελε να γνωρίσει τον μουσικοποιητικό δυναμισμό της ελληνικής γλώσσας καθώς και τον ιδιότυπο παραγωγικό μηχανισμό της κατά την μουσικο-χορευτική επικοινωνία. Στο πρώτο κείμενο του βιβλίου θα αναζητήσουμε αυτή την κρυμμένη μουσική μέσα στην νέα ελληνική γλώσσα. Στα υπόλοιπα δύο κείμενα θα μας απασχολήσει το δημοτικό χορευτικό τραγούδι. Θα δούμε εγγεγραμμένα στη δομή του βασικά στοιχεία της προφορικής επικοινωνίας που συντελείται στον χορό καθώς και τον τρόπο με τον οποίο η μουσική παρακολουθεί τους ποιητικούς μετασχηματισμούς της γλώσσας με την τεχνική των τσακισμάτων του στίχου. Στο δεύτερο κείμενο εξετάζονται οι τρόποι με τους οποίους επικοινωνούν τα μέλη της κοινότητας κατά την χορευτική διαδικασία στην παράδοση του δημοτικού τραγουδιού. Μελετώντας την δομή των χορευτικών τραγουδιών ανακαλύπτουμε εγγεγραμμένα στη σύστασή τους βασικά στοιχεία της προφορικής επικοινωνίας που συντελείται στον χορό, η σημασία και η αξία της οποίας δεν γίνεται αντιληπτή σε σύγχρονες αναπαραγωγές των τραγουδιών αυτών σε διάφορα χορευτικά δρώμενα. Στο τρίτο κείμενο εξετάζουμε ειδικότερα το πώς το αυθόρμητο λαϊκό αίσθημα διαμορφώνει, κατά την χορευτική διαδικασία, την σχέση μουσικής και γλώσσας σε πλήρη αντιστοίχιση με την κίνηση των χορευτικών βημάτων.
Το βιβλίο μπορείτε να το προμηθευτείτε από εδώ.















































































































