ΗΚίκα Lehutova Ζαχαριάδου και ο Γιάννης Κοντός είναι οι «Μπαγαμπόντο». Οι Μπαγαμπόντο αγαπούν, τρέχουν και δημιουργούν στα Γιάννενα, συχνά μάλιστα μπορεί να τους πετύχεις και πάνω σε κάποιο γεφύρι. Κόντρα στις πιθανότητες, στον άστατο καιρό, με ό,τι έχουν στη διάθεσή τους, συχνά σε χώρους μη θεατρικούς, επιμένουν να δημιουργούν, να δοκιμάζουν και να φτιάχνουν παραστάσεις για μικρά και μεγάλα ανθρωπάκια. Οι γνώσεις, το πείσμα και το θάρρος τους είναι αξιοθαύμαστα. Αφού τους παρακολούθησα για καιρό και με αφορμή την επερχόμενη παράστασή τους αυτήν την Κυριακή (στις 4/10, στο Θυμωμένο Πορτραίτο) ήρθε η ώρα και για μια «σοβαρή» συνέντευξη. Τους αφήνω να μας μιλήσουν οι ίδιοι λοιπόν, για την πόλη, για το θέατρο και τους ανθρώπους που αγαπάνε, για τις παραστάσεις τους κι ο ένας για τον άλλον. Ο Γιάννης δεν ξέρει τι απάντησε η Κίκα και η Κίκα δεν ξέρει τι απάντησε ο Γιάννης. Ακόμα κι αυτό έγινε παιχνίδι.

Γιάννης: Βρισκόμαστε στα γιοφύρια του χωριού μου, στις Χουλιαράδες και κάνουμε αυτό που οι ντόπιοι εδώ ονομάζουν artistic residency. Κάνουμε δηλαδή πρόβες στην πίσω αυλή του σπιτιού μου στο χωριό, για να φρεσκάρουμε την παιδική μας παράσταση «Η Πριγκίπισσα Έ[μ]πλεξε».
Κίκα: Αυτή τη στιγμή, βρισκόμαστε στα Βόρεια Τζουμέρκα και συγκεκριμένα στους Χουλιαράδες και ζούμε ό,τι πιο κοντινό μπορούμε σε Artistic Residency. Στην πραγματικότητα, ήρθαμε για κάποιες μέρες εδώ (στο χωριό του Γιάννη) ώστε να μπορέσουμε να πραγματοποιήσουμε με ησυχία ή/και συγκέντρωση τις τελικές πρόβες μας για την παράστασή μας «Η Πριγκίπισσα Έ[Μ]πλεξε» που θα παρουσιάσουμε σε λίγες μέρες στα δύο δημοτικά σχολεία της Ιθάκης στο πλαίσιο του θεατρικού Φεστιβάλ Ιθάκης.
Μα ποια είναι η Κίκα; Ποιος ο Γιάννης; Αφήστε μας κάτι εδώ ο καθένας για τον εαυτό του!
Γ: Ο Γιάννης είναι ένα χωριατάκι λίγο πριν τα 40 που ζει ξανά μόνιμα στην πόλη των Ιωαννίνων και δεν μπορεί να κάνει χωρίς θέατρο. Όσο με πληγώνουν, τόσο με πορώνουν. Και το θέατρο και τα Γιάννενα.
Κ: Η Κίκα είναι μια 35άρα Θεσσαλονικιά, με καταγωγή από την Ανατολική Ευρώπη, που επέλεξε εδώ και 5 χρόνια να ζει και να εργάζεται μόνιμα στα Ιωάννινα. Είναι μια τύπισσα που δεν μπαίνει εύκολα σε καλούπια, αλλά τα θέλει όλα σε κουτάκια (κυριολεκτικά και μεταφορικά). Δεν είχε φανταστεί ποτέ τον εαυτό της ηθοποιό αλλά δεν μπορούσε με τίποτα να φανταστεί τον εαυτό της μακριά από τις εικαστικές τέχνες.
Αν σας ζητούσα να περιγράψετε το θέατρό σας μέχρι σήμερα με λίγες σκόρπιες λέξεις, ποιες θα ήταν αυτές;
Γ: Άστεγο, χειροποίητο, μερικές φορές απεγνωσμένο, ιδιοτοπικό, μοντέρνο, συμπεριληπτικό, αποφασιστικό.
Κ: Έξω απ’ τον συμβατικό θεατρικό χώρο. Ανάμεσα σε ανθρώπους. Μέσα απ’ την καρδιά μας. Γεμάτο αγάπη, κόπο κι αφοσίωση. Με έναυσμα το ένστικτο. Με αποφάσεις αυθόρμητες μα καθόλου επιπόλαιες.

Δεν θα ρωτήσω για το όνομα της ομάδας, γιατί τα έχετε πει και σ’ άλλες συνεντεύξεις, αλλά θα ρωτήσω για το πρώτο λεπτό της πρώτης σας παράστασης ως Μπαγαμπόντο. Το θυμάστε; Μπορείτε να μοιραστείτε μαζί μας τα συναισθήματα εκείνης της στιγμής;
Γ: Υπάρχουν δύο διαφορετικά πρώτα λεπτά της πρώτης μας παράστασης ως Μπαγαμπόντο. Η πρώτη είναι η παράσταση που κάναμε οι δυο μας, σε παραγωγή του ΔΗΠΕΘΕ: «Μια περιήγηση: διαδρομή Ι». Ήταν μια λογοτεχνική διαδρομή με αφορμή την πόλη ή μια διαδρομή στην πόλη με αφορμή τη λογοτεχνία. Που υποτίθεται απευθύνεται σε 15 άτομα, που δίνουμε ραντεβού στο Ιτς Καλέ κι έχουν μαζευτεί γύρω στα 30 άτομα. Δεν υπάρχει φυσικά καμαρίνι, δεν υπάρχει τίποτα και όσο τους βλέπω να μαζεύονται, έχω τρομοκρατηθεί, γιατί δεν ξέρω πώς θα περάσει, πώς θα λειτουργήσει η παράσταση σε τόσα άτομα. Απ’ την άλλη, επειδή το κείμενο μιλάει για κάτι δικό μου βαθιά πυρηνικό και ήταν και πρώτη μας δουλειά μαζί, διψάω τόσο πολύ να ξεκινήσουμε και να βολτάρουμε τον κόσμο. Υπάρχει βέβαια και η πρώτη μας παράσταση ως Μπαγαμπόντο επίσημα, που παίζουμε την παιδική μας παράσταση «ο Βασιλιάς με το Δέντρο στην Καρδιά», στο αγαπημένο μας στέκι, στο Θυμωμένο Πορτρέτο μία Κυριακή πρωί. Το μαγαζί είναι φίσκα, είναι όλοι φίλοι, γνωστοί, αγαπημένοι άνθρωποι, είναι συνεργάτες, είναι όλοι εκεί, κλείνω το ταμείο –γιατί κάνω και ταμείο– ρίχνω ένα βλέμμα στην Κίκα, μου λέει «Κομπλέ, πάμε» και βγαίνουμε και παίζουμε! Δεν θυμάμαι τι έγινε στην παράσταση, αλλά θυμάμαι πόσο ωραία αισθανόμουν να έχω τόσα βλέμματα πάνω μου γεμάτα νοιάξιμο.
Κ: Δεν θα αναφερθώ στο πρώτο λεπτό της πρώτης μας παράστασης – γιατί δεν το θυμάμαι! Θα αναφερθώ, όμως, σ’ εκείνες τις στιγμές πριν από το πρώτο λεπτό που τις θυμάμαι σαν να ’ταν χθες! Κυριακή, 5 Νοεμβρίου 2023, λίγο πριν τις 12:00 στο Θυμωμένο Πορτραίτο. Έξω γιαννιώτικη βροχή, μέσα κόσμος πολύς κι αγαπημένος. Ο χρόνος και η ενέργεια πυκνώνουν κι εκείνο το βλέμμα που ανταλλάξαμε από μακριά με τον Γιάννη συνεργάτη, σύντροφο και συνοδοιπόρο που έλεγε «φύγαμε». Και φύγαμε!
Ποιο είναι το νήμα που σας ενώνει θεατρικά; Πού πιστεύετε ότι συγκλίνετε και αποκλίνετε καλλιτεχνικά;
Γ: Οι κοινές καταβολές. Τελειώσαμε την ίδια δραματική σχολή, είχαμε κοινούς καθηγητές, οπότε έχουμε, ξέρεις, μία βάση που συγκλίνει. Από την άλλη είμαστε και τόσο διαφορετικά άτομα. Η Κίκα έχει εικαστικό ρόλο, μια πιο εικαστική οπτική στα πράγματα που είναι πάρα πολύ βοηθητικό γιατί εμένα μου λείπει, ενώ εγώ έχω μεγάλη εμμονή με το παίξιμο και την σκηνοθεσία. Νομίζω ότι έρχεται ο ένας και συμπληρώνει τον άλλον. Τώρα, αν πρέπει να σκεφτώ απόκλιση θα έλεγα ότι εμένα μ’ αρέσουν πιο πολύ τα rough πράγματα, τα πιο άγρια, ενώ στην Κίκα αρέσουν τα πιο elegant, πιο artistic.
Από προηγούμενες κουβέντες μας, μου έχετε δώσει την εντύπωση ότι είστε εξαιρετικά τελειομανείς με τη δουλειά σας. Ισχύει; Το αυθόρμητο χωράει κι αν ναι, σε ποιες στιγμές;
Γ: Δεν ξέρω αν θα έλεγα τελειομανείς, αλλά αυτό που μπορώ να πω με σιγουριά για ’μένα είναι ότι δεν ικανοποιούμαι. Ποτέ δεν λέω «πω πω, αυτή η παράσταση είναι τέλεια, έφτασε εκεί που μπορούσε να φτάσει». Γι’ αυτό δεν είμαι και καλός πωλητής, δεν μας «πουλάω» ωραία. Το αυθόρμητο στη δουλειά μας χωράει πάρα πολύ. Βασικά αυτό είναι το ζητούμενο, ότι ψάχνουμε συνεχώς να φτιάξουμε τη συνθήκη του να είμαστε αυθόρμητοι για να παράγουμε πέρα απ’ το πρώτο επίπεδο. Το δύσκολο είναι να οργανώσεις μετά το αυθόρμητο. Από τη στιγμή που είναι δουλειά, κάπου πρέπει να φτάσει, σε κάποιο αποτέλεσμα. Πρέπει να δομηθεί αυτός ο αυθορμητισμός και ταυτόχρονα να μείνει και αυθορμητισμός, για να είναι ζωντανή η παράσταση. Αυτό δεν κάνει μια παράσταση τέλεια, αλλά την κάνει ενδιαφέρουσα. Αυτό είναι το μεγάλο στοίχημα για ’μένα.
Κ: Νιώθω –με διαφορά– πολύ καλύτερα από τότε που αποδέχτηκα ότι το Τέλειο δεν υπάρχει. Από εκεί και πέρα ναι, προσωπικά με ενδιαφέρει να φροντίσω με κάθε λεπτομέρεια το κάθε τι και κατ’ επέκταση το κάθε τι στη δουλειά μου. Θα αναφέρω ένα παράδειγμα και θα αναρωτηθώ εδώ μπροστά σε όλους. Οι θεατές στο «Τίτα-Λου» είχαν τη δυνατότητα να σκεπαστούν, εκείνες τις κρύες βραδιές του Νοέμβρη του ’24, με τις ίδιες ροζ κουβέρτες που σκεπάζονταν τα κορίτσια που φιλοξενούνταν στο Μέκειο Οικοτροφείο. Αυτό είναι απόρροια της τελειομανίας μας, ή μια θεότρελα αυθόρμητη σκέψη: «Ελα-να-πλύνουμε-39-κουβέρτες-με-άρωμα-άνθους-πορτοκαλιάς-σιγά-το-δύσκολο!»; Δεν ξέρω, εσύ τι λες;
Πότε καταλαβαίνετε ότι μια ιστορία σάς αφορά πραγματικά και θέλετε να τη σκαλίσετε;
Γ: Σε πρώτη φάση καταλαβαίνω ότι μια ιστορία χρειάζεται να τη σκαλίσω, όταν είναι μία ιστορία που θα μου άρεσε να μου την πούνε, που έχει να μου πει κάτι που με ταράζει, κάτι που με μετακινεί, με θυμώνει, με παρακινεί, δηλαδή κάτι πρέπει να μου κάνει εμένα σε πρώτη φάση. Αυτό το έχω από μικρός, ό,τι μου συνέβαινε ωραίο, ό,τι άκουγα ωραίο –ένα ανέκδοτο ή μία ιστορία κάποιου ή κάτι που μου συνέβαινε– η τάση μου ήταν να τη μοιραστώ, δεν ήθελα να την κρατήσω για ’μένα. Όποτε έτσι συνεχίζω, όταν κάτι μου φαίνεται σπουδαίο και ωραίο και όμορφο και αστείο και τα λοιπά, θέλω να το δώσω, θέλω να το ξέρουν κι άλλοι, να γίνει η ιστορία κοινή.
Ποιος άνθρωπος (συγγραφέας, σκηνοθέτης ή αγρότης, άσημος ή πασίγνωστος, εν ζωή ή θανών) υπήρξε για τον καθένα σας πρότυπο ή ας πούμε, πηγή έμπνευσης;
Γ: Σίγουρα υπάρχουν πάρα πολλοί ηθοποιοί, τραγουδοποιοί, σκηνοθέτες και του θεάτρου και του κινηματογράφου, λογοτέχνες, που με έχουν επηρεάσει με έχουν ταρακουνήσει, αλλά και σαν συνέχεια της προηγούμενης ερώτησης, νομίζω ότι πρότυπά μου είναι οι άνθρωποί μου. Όλοι λίγο πολύ είχαν έναν μοναδικό τρόπο να λένε ιστορίες, και τους άρεσε μάλιστα και πάρα πολύ. Ο πατέρας μου και ο θείος μου, ιστορίες από το οικογενειακό μας μπαρ, οι παππούδες μου, ο θείος μου με τα απίστευτα ανέκδοτα, ο άλλος θείος μου με το εριστικό του χιούμορ, ο φίλος μου ο Αλεκάρας με τις τρέλες του. Δεν ξέρω αν είναι ακριβώς πηγή έμπνευσης, πάντως μου φαίνεται η ρίζα μου. Βρέθηκα να μεγαλώνω με ανθρώπους που τους άρεσαν οι ιστορίες – να τις λένε, να τις ακούνε και να τις μοιράζονται, όποτε εκεί κόλλησα το μικρόβιο.
Συμπληρώστε τη φράση: «Μια παράσταση είναι πετυχημένη όταν…
Γ: Από το ρόλο του παραγωγού, μία παράσταση είναι πετυχημένη όταν είναι sold out. Από το ρόλο του δημιουργού, μία παράσταση είναι πετυχημένη όταν υπάρχει στο μυαλό του θεατή μια βδομάδα αφού την παρακολούθησε.

Πείτε μου και για τα παιδιά… Πώς προσεγγίζετε τα μικρά ανθρωπάκια, τι θα θέλατε να παίρνουν μαζί τους φεύγοντας από μια παράστασή σας;
Γ: Εμένα με φοβίζουνε λίγο γιατί μπορούν να βγάλουν από μέσα μου το παιδί πάρα πολύ γρήγορα και να διαλύσουν το σοβαρό προφίλ που πουλάω τελευταία. Θα ’θελα να παίρνουν μαζί τους την ιστορία και να την σκέφτονται και να τη διηγούνται και να γελάνε μαζί της και να τη συζητάνε, οπότε δεν αλλάζει κάτι με την με την πρόθεση που έχω και για το ενήλικο κοινό.
Κ: Μια εικόνα, έναν ήχο, μία κίνηση, μια σκέψη. Οτιδήποτε διαστέλλει το χρόνο και καταφέρνει να αποτυπωθεί στη μνήμη, έχει καταφέρει να επιτελέσει τον σκοπό του. Στην εποχή της ταχύτητας, της επιφάνειας, της πληθώρας των επιλογών, των ψηφιακών μέσων κτλ. το να καταφέρεις να κρατήσεις το ενδιαφέρον των παιδιών στο εδώ και τώρα, σε μια ζωντανή παράσταση, αποτελεί στοίχημα. Πάντως, απολαμβάνω να συναντάω παιδιά που μου μιλάνε, ακόμα και σήμερα, για εκείνο τον βολβό τουλίπας που φύτεψαν (μαζί με μια στεναχώρια τους) σε ατομικό γλαστράκι μετά την παράσταση «Ο Βασιλιάς με το Δέντρο στην Καρδιά». Στόχος μας είναι να προσφέρουμε μέσω του θεάτρου εμπειρίες σε μικρά αλλά και μεγάλα ανθρωπάκια.
Τι φοβάστε περισσότερο όταν φτιάχνετε μια παράσταση; Ότι δεν θα αρέσει; Ότι δεν θα αρέσει σ’ εσάς;
Γ: Το οικονομικό στις μέρες μας είναι πολύ σοβαρό ζήτημα, οπότε όταν ξεκινάει μία παράσταση, ο τεράστιος φόβος είναι αν θα καταφέρουν να πληρωθούν όλοι οι άνθρωποι που συμμετέχουν. Είναι πολύ μεγάλο θέμα. Τώρα το ότι δεν θα αρέσει σε κάποιους ανθρώπους είναι λογικό. Αυτό βέβαια δεν το κάνει και εύκολο, αφού δίνεις ψυχή και σώμα για να φτιαχτεί. Αλλά με τον καιρό μαθαίνεις να το διαχειρίζεσαι. Τέλος να μη σ’ αρέσει εσένα η παράσταση που έφτιαξες και παίζεις, δεν ξέρω αν παλεύεται αυτό. Να κουβαλάς πάνω στην σκηνή τέτοιο βάρος. Ζόρικο.
Ποια πιστεύετε ότι είναι η πιο συχνή παρανόηση που έχει ο κόσμος της πρωτεύουσας για το θέατρο που συμβαίνει εκτός των ορίων της;
Γ: Η πιο συχνή παρανόηση είναι ότι δεν πιστεύουν ότι υπάρχει θέατρο έξω από την Αθήνα. Έχουμε γνωρίσει συναδέλφους, αφού επιλέξαμε να μείνουμε στα Γιάννενα, και μας κοιτάνε λες και είμαστε αρκούδες της Πίνδου. Τους φαίνεται αδύνατο ότι ζούμε ως ηθοποιοί στην επαρχία.
Υπάρχει κάτι στα Γιάννενα που δεν θα μπορούσατε να έχετε βρει στην Αθήνα και που τελικά επηρέασε τον τρόπο με τον οποίο κάνετε θέατρο;
Γ: Αυτό που βρήκαμε στα Γιάννενα και δεν θα είχαμε βρει στην Αθήνα με τίποτα είναι ο χώρος να υπάρξουμε. Μια μικρή ομάδα που φτιάχνεται από το πουθενά χωρίς πλάτες, χωρίς χώρο, χωρίς γνωστούς, να βρει τον τρόπο να υπάρξει, να ακουστεί, οι άνθρωποι να παρακολουθήσουν τις παραστάσεις της, να φτάσει στα αυτιά τους…Δεν νομίζω να το είχαμε βρει στην Αθήνα. Και αυτό έχει επηρεάσει τον τρόπο που κάνουμε θέατρο, γιατί η μικρή κοινωνία μάς φέρνει πιο κοντά στους ανθρώπους για τους οποίους κάνουμε παραστάσεις. Πάνω απ’ τις μισές μας δουλείες έχουν γίνει σε μη θεατρικούς χώρους, οπότε δεν έχουμε καμαρίνια. Ερχόμαστε σε άμεση επαφή με τον κόσμο. Και δεν είναι κόσμος που πέρασε μας είδε και χάθηκε, βρισκόμαστε πολύ συχνά και συζητάμε. Η Ανν Μπόγκαρντ λέει ότι θέατρο είναι αυτό που βρίσκεται ανάμεσα απ’ τον ηθοποιό και τον θεατή. Εμείς εδώ λίγο πολύ ξέρουμε τον θεατή, οπότε αισθάνομαι ότι κάνουμε ένα θέατρο για την κοινότητα.
Αφήστε μου εδώ, μια έλλειψη, ένα παράπονο, ένα «γαμώτο» για το θέατρο στα Γιάννενα.
Γ: Υπάρχουν πάρα πολλά πράγματα να σε κάνουν να πεις «γαμώτο» όταν μιλάς για πολιτισμό σε αυτήν τη χώρα. Στα δικά μας όμως, έχω ένα μεγάλο «γαμώτο» για το ΔΗΠΕΘΕ Ιωαννίνων. Για την υποχρηματοδότησή του, για την υποστελέχωσή του, χωρίς καλλιτεχνικό προσωπικό, χωρίς τεχνικό προσωπικό. Θα έπρεπε να είναι ένας τεράστιος πυλώνας θεάτρου και πολιτισμού για όλη την Ήπειρο και δεν είναι. Ό,τι κάνει το κάνει απ’ το πείσμα κάποιων ανθρώπων.
Αν δεν ήσασταν θεατράνθρωποι, τι άλλη δουλειά θα μπορούσατε να κάνετε;
Γ: Να είχα ένα καφενείο στο οποίο να ζαλίζω τους θαμώνες για το πόσο μεγάλο θεατρικό ταλέντο ήμουν αλλά με φάγαν τα κυκλώματα.
Κ: Σίγουρα κάτι δημιουργικό, κάτι που επιλύει προβλήματα και επινοεί λύσεις ή κάτι που θα είχε ως βασικό εργαλείο τα χέρια μου. Τι άλλο υπάρχει;
Τι είναι αυτό που έχετε μάθει να συγχωρείτε ο ένας στον άλλον για να συνεχίσει να υπάρχει αυτή η συνεργασία;
Γ: Κάποιες φορές η Κίκα παίρνει τις διορθώσεις προσωπικά.
Κ: Ότι ο Γιάννης δεν είναι σαν εμένα. Γελάω χαριτολογώντας και εξηγούμαι: Ο Γιάννης έχει άλλους χρόνους, διαφορετικό τρόπο σκέψης, διαφορετικές προτεραιότητες, εντελώς διαφορετικό τρόπο επικοινωνίας και άλλα πολλά. Στην αρχή, αυτές οι διαφορές, λόγω τις προσωπικής μας σχέσης, δυσκόλευαν τη συνεργασία, στην πορεία όμως, ανακάλυψα ότι ακριβώς αυτές οι διαφορές (καθώς είναι αλληλοσυμπληρωματικές) είναι η μυστική μας συνταγή.
Επομένως, όχι απλά τον συγχωρώ, αλλά τον ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ γι’ αυτό που είναι και γι’ αυτό που μπορούμε να είμαστε μαζί.
Μεταξύ μας είμαστε, δεν μας ακούει κανείς. Ποια παράστασή σας έχετε αγαπήσει περισσότερο;
Γ: Μεταξύ μας ή μεταξύ όλων, δεν μπορώ να ξεχωρίσω καμία. Η κάθε μία έχει μία ξεχωριστή θέση στην καρδιά μου και πολύ μεγάλη μάλιστα. Μάλλον έχω μεγάλη καρδιά για να τις χωράει όλες.
Κ: ΠΑΡΑ πολύ δύσκολη ερώτηση. Λοιπόν, θα απαντήσω ως εξής: Την περιπατητική παράσταση «Μια περιήγηση: διαδρομή Ι» γιατί κάποιοι άλλοι είχαν βρει τις πιο όμορφες λέξεις να περιγράψουν ακριβώς αυτό που ζούσα εκείνη την περίοδο. Την μουσικοθεατρική παράσταση «Μια μέρα που ο χειμώνας έκλεψε απ’ τον Ιούλιο» για την ουσιαστική συνάντηση και την ανταλλαγή με δύο ανθρώπους από ένα διαφορετικό πεδίο. Το παραμύθι «Ο βασιλιάς με το δέντρο στην καρδιά» γιατί ο κεντρικός άξονας είναι ότι οι αφηγήσεις θεραπεύουν και γι’ αυτό αντέχει και ταξιδεύει ακόμα. Τις «Δούλες» για την βουτιά στα βαθιά. Το «Τίτα-Λου» για τις μνήμες που τρύπωσαν στην παράστασή μας μέσω του Μέκειου Οικοτροφείου και για το ταξίδι στο Παλέρμο. Το «Η πριγκίπισσα που έ[μ]πλεξε» γιατί μου θυμίζει πως όλα θέλουν χρόνο, αγάπη και φροντίδα για ν’ ανθίσουν. Το «contractions» για την καθαρότητα και την έκθεση.
Ποια ήταν μέχρι σήμερα η πιο δύσκολη στιγμή σας ως Μπαγαμπόντο; Ή μια αποτυχία, κάτι που θεωρείτε ότι δεν πέτυχε;
Γ: Νομίζω για ’μένα η πιο δύσκολη στιγμή ήτανε όταν κάναμε την παραγωγή του «Τίτα-Λου», στις πρόβες, δέκα μέρες πριν την πρεμιέρα περίπου, που έπαθα δύο φορές κρίση πανικού.
Αν είχατε απέναντί σας τη μικρή Κίκα και τον μικρό Γιάννη, εκεί στα πρώτα θεατρικά τους βήματα, τι θα τους λέγατε;
Γ: «Μαλάκα μην αφήσεις το χορό!»
Κ: «Κορίτσι μου, δεν έχεις ιδέα τι κάνεις και τι σε περιμένει, συνέχισε όμως! Θα το βρεις ή μάλλον, θα το φτιάξεις!»

Όνειρα για το μέλλον των Μπαγαμπόντο;
Γ: Στην Ελλάδα δεν υπάρχουν όνειρα. Την παλεύεις μέρα με την μέρα.
Κ: Διανύουμε τον μήνα που οι Μπαγαμπόντο κλείνουν τον 3ο τους χρόνο και με αφορμή αυτό θα κάνω έναν μικρό απολογισμό. Τον πρώτο χρόνο διοργανώσαμε ένα πάρτι με πολλούς φίλους και συνεργάτες, η Αφροδίτη μας μάς έφτιαξε μια τέλεια τούρτα με γιοφύρια και βουνά, παίξαμε παιχνίδια και κληρώσαμε δώρα.
Τον δεύτερο χρόνο πήγαν όλα πολύ λάθος στον προγραμματισμό μας και δεν καταφέραμε να κάνουμε γενέθλια. Ωστόσο, η Αφροδίτη πάλι μας έφτιαξε μια τούρτα με αλμυρή καραμέλα (γλυκόπικρη σαν την χρονιά μας) και μας έκανε την έκπληξη όταν κλείναμε 2+1/2 χρόνια, μια μέρα πολύ δύσκολη, σε κλειστό κύκλο, μετά από την γενική πρόβα της Πριγκίπισσας που Έ[μ]πλεξε.
Φέτος, στα τρίτα μας γενέθλια, μπορεί οι επαγγελματικές υποχρεώσεις να θέλουν την Αφροδίτη μας μακριά (για λίγο), ωστόσο επιφυλάσσομαι για γενέθλιο πάρτι με ανακοινώσεις και ευχές για μια υπέροχη (και πιο ψύχραιμη εύχομαι) χρονιά!
ΜΠΑΓΑΜΠΟΝΤΟ Α.Μ.Κ.Ε.
εκείνοι που παίζουν στα γιοφύρια
Υπηρεσίες Θεατρικού Θιάσου
Ιωάννινα
6947888501 | 6947439266

























































































































