Αθήνα: μια πόλη, τόσες σκέψεις, τόσες εικόνες και τόσα συναισθήματα, που έχει βιώσει τόσες αλλαγές μέσα στα χρόνια. Άλλες επωφελείς και άλλες επιβλαβείς. Από την αραιοκατοικημένη Αθήνα των προηγούμενων καιρών, τους χωματόδρομους και τα δέντρα στις πόλεις, χωρίς αυτοκίνητα και καυσαέριο, έως την αποπνικτική Αθήνα του σήμερα, τον υπέρμετρο τουρισμό, την επανεμφάνιση του φαινομένου της αστικοποίησης και του υπερπληθυσμού που γίνεται φανερό σε δρόμους, γειτονιές και καταστήματα.
Είναι κοινός τόπος ότι καθημερινά η Αθήνα ασφυκτιά. Το καυσαέριο και η κίνηση στους δρόμους έχουν γίνει ανυπόφορα, η εύρεση χώρου κατοικίας γίνεται μια όλο και πιο σύνθετη διαδικασία, με τα ενοίκια να έχουν ξεπεράσει κάθε προηγούμενο. Μια πόλη που αρχικά είχε σχεδιαστεί για να φιλοξενεί έως 40 χιλιάδες κατοίκους, πλέον ξεπερνάει τον αριθμό των 3 εκατομμυρίων, με κάθε Σεπτέμβρη ολοένα και περισσότερους νέους –και όχι μόνο– να καταφθάνουν για σπουδές και εύρεση εργασίας. Πόσους ακόμη μπορεί να αντέξει μια πόλη, όμως, και για πόσο;
Πέρα από το σύνηθες μποτιλιάρισμα στους δρόμους, τη δυσωδία από το καυσαέριο, τη δυσκολία στη μετακίνηση στα μέσα μαζικής μεταφοράς εξαιτίας της «υψηλής ζήτησης» από τουρίστες και πολίτες, σοβαρό θέμα έχει προκύψει με τη στέγη και τα ενοίκια. Η ζήτηση αυξάνεται διαρκώς, οι τιμές ανεβαίνουν και τα σπίτια προς ενοικίαση όλο και μειώνονται και αντικαθίστανται από Airbnb, καθώς το αντίτιμο μιας προσωρινής διαμονής είναι πιο υψηλό από το ενοίκιο που μπορεί να αποκομίσει ένας ιδιοκτήτης από την παροχή στέγης σε έναν μόνιμο κάτοικο.
Όσο αυξάνεται η ζήτηση για διαμονή και στέγη τόσο funds και ντόπιοι και ξένοι μεγαλοεπενδυτές σπεύδουν να αγοράσουν ήδη υπάρχοντα ακίνητα ή οικόπεδα και να αναλάβουν την αναδιαρρύθμιση παλαιών κατοικιών σε χώρους καταλυμάτων ή την ανέγερση νέων κτιρίων για οικοδόμηση. Η υπέρμετρη χρήση μπετού και τσιμέντου, για να καλύψουν τις υπέρογκες ανάγκες των ανθρώπων για σπίτι, έχει ως αποτέλεσμα τη μείωση του πρασίνου, του καθαρού αέρα και της παραγωγής οξυγόνου στην περιοχή, η οποία χάνει το κάλλος και το προσωπικό της στοιχείο και γίνεται μια ολοένα και περισσότερο «γκρίζα» πόλη. Εξαιτίας της απουσίας του πρασίνου, της σκίασης και της δροσιάς των δέντρων, η θερμοκρασία ανεβαίνει και σε συνδυασμό με το τσιμέντο που απορροφά και διοχετεύει τη ζέστη, η πόλη γίνεται όλο και λιγότερο βιώσιμη.
Προβλήματα βιωσιμότητας αντιμετωπίζουν, επίσης, πολλές επαρχιακές πόλεις και νησιά. Το φαινόμενο της αστικοποίησης έχει επανέλθει στην επιφάνεια, με αποτέλεσμα όλο και περισσότερες περιοχές της χώρας να εγκαταλείπονται. Με την αναχώρηση των νέων για τις μεγαλουπόλεις, πίσω μένουν μαθητές και υπερήλικες. Οι θέσεις και οι ευκαιρίες για εργασία και ανέλιξη σε αυτές τις περιοχές μειώνονται και φτάνουν σε σημείο να εκλείπουν. Τα συστήματα παιδείας και υγείας βρίσκονται σε δυσμενή κατάσταση, με μαθητές και ασθενείς να αναγκάζονται να μετακινηθούν από χωριό σε χωριό ή στην κοντινότερη πόλη, ανεξάρτητα από την απόσταση, τις συνθήκες και την κατοχή ή μη μεταφορικού μέσου. Όταν, λοιπόν, οι βιοτικές συνθήκες είναι τόσο ακατάλληλες, φυσικό και επόμενο είναι οι περιοχές αυτές να «νεκρώνουν», άρα ακόμη πιο εύκολα ένας νέος άνθρωπος θα αποφασίσει να φύγει από αυτές και να έρθει πού αλλού; Στην πρωτεύουσα!
Πέρα από τα προαναφερθέντα ζητήματα, ο υπέρμετρος τουρισμός και ο υπερπληθυσμός, δημιουργούν εκ νέου προβλήματα στο περιβάλλον, ρυπαίνοντας και μολύνοντας πέρα από την ατμόσφαιρα, και το έδαφος. Τα απορρίμματα που δημιουργούνται από την χρήση καθημερινών αντικειμένων –όπως τροφίμων, ειδών υγιεινής, χαρτικών ειδών και πλαστικού– πολλαπλασιάζονται διαρκώς, οι κάδοι του δήμου στις πόλεις δεν επαρκούν και οι δήμοι δεν δύνανται να ανταπεξέλθουν στον συνεχώς αυξανόμενο όγκο των σκουπιδιών. Οι κάδοι δεν αδειάζουν τόσο συχνά όσο χρειάζεται, τα απορρίμματα πετώνται γύρω από τους κάδους, στο πάτωμα, μολύνοντας δρόμους και πεζοδρόμια ακόμη περισσότερο, προκαλώντας δυσοσμία και συμφόρηση.
Αίσθημα δυσφορίας προκαλείται, επίσης, εξαιτίας του θορύβου. Όσο αυξάνεται το πλήθος που φιλοξενείται στην πόλη, τόσος περισσότερος θόρυβος δημιουργείται. Οι ώρες κοινής ησυχίας σπάνια τηρούνται και αντικαθίστανται από όχλο, φωνές και θόρυβο από οικοδομές, τρυπάνια, καταστήματα εστίασης και χώρους φιλοξενίας. Παρ’ όλο που, τα καταστήματα εστίασης και οι χώροι φιλοξενίας επωφελούνται από τον υπερπληθυσμό και κυρίως από τα διαρκώς αυξανόμενα κύματα τουρισμού, οι τιμές τους γίνονται όλο και λιγότερο προσιτές από τους ντόπιους, έχοντας ως αποτέλεσμα όχι μόνο τη δυσαρέσκεια των πολιτών, αλλά και τη μετατροπή της πόλης σε τουριστοκεντρικό προορισμό, με την ιστορία, τον πολιτισμό και τον προσωπικό της χαρακτήρα να χάνονται.
Για πόσο ακόμη θα συμβαίνει αυτό; Θα «αντέξει», η Αθήνα, τα φαινόμενα του υπερτουρισμού και του υπερπληθυσμού ή θα «χαθεί» μέσα τους;















































































































