Το μπάνιο στο σπίτι, είναι το «μαύρο κουτί» της διαμονής μας…
Εκεί πας να κρυφτείς, να βάλεις τα κλάματα, να μην βλέπεις κανέναν, βρε αδερφέ! Γιατί, όπως και να το κάνουμε, αποτελεί άβατο χωροταξικά.
Βέβαια, πας και για να στείλεις τα μηνύματα που ανήκουν στα… απαγορευμένα, να μιλήσεις ψιθυριστά ανοίγοντας το νερό στην ντουζιέρα (Προσοχή! Στο κρύο, μη χάσεις τσάμπα το ζεστό του ηλιακού) και βγαίνοντας τραβάς και ένα καζανάκι, έτσι για το πρωτόκολλο!
Ναι, το μπάνιο, είναι το πιο πονηρό δωμάτιο, το δωμάτιο διαφυγής, ανέκαθεν! Παιδιόθεν, με περιοδικά τότε που έκρυβες κάτω από το στρώμα και τη μάνα σου να σου χτυπάει την πόρτα, «τελείωνε επιτέλους παιδάκι μου!»
Και ως ενήλικας, βέβαια, με άλλες επιδόσεις αλλά το ίδιο κίνητρο, το κινητό πλέον στο χέρι με υλικό ακατάλληλο για ανηλίκους, πλήρως κατάλληλο για ενήλικες – και δη μεσήλικες…
Το μπάνιο είναι ιδέα· ως δεσμευμένος η καβάτζα σου, ως αδέσμευτος ένας θάλαμος τεσταρίσματος, ένας βιωματικός ορός της αλήθειας!
«Έρχομαι σε λίγο», σου λέει το πρόσωπο ενίοτε…Και τρέχεις εσύ, φρεσκάρεσαι, βάζεις το λιπ γκλος, πετάς τις κάλτσες που φόραγες για να μην παγώσουν τα πόδια σου και φυσικά ψεκάζεσαι με άρωμα!
Ανεβαίνουν οι σφίξεις, φτιάχνεις πλάνα και αεροπλάνα για το επικείμενο ραντεβού, (τη συνεύρεση στο διαμερισματάκι σου δηλαδή) και ρίχνεις τα ρούχα που είχες στον καναπέ, όπως όπως χύμα στην ντουλάπα!
Και καταφθάνει το αντικείμενο του πόθου σου, αφήνει κλειδιά, κινητό στο τραπέζι και ρίχνει την ατάκα φωτιά: «Να πάω λίγο στο μπάνιο;»
Εκεί τρως το πρώτο χαστούκι, που αγνοείς καταρχάς εσκεμμένα, λες «από την υπερένταση ο άνθρωπος, οι νεφροί δε συγχωρούν άλλωστε» και γνέφεις καταφατικά…
Ο τυπάκος παίρνει το κινητό μαζί του και οδεύει στο διάδρομο…
«Γιατί βρε φίλε δεν παίρνεις τα κλειδιά μαζί σου δηλαδή;» αναρωτιέσαι, αλλά κιχ δεν κάνεις!
Ακούς νερά, καζανάκια και τσουπ βγαίνει αναψοκοκκινισμένος και βιαστικός λες και συνάντησε το θηρίο στο νιπτήρα!
«Όλα καλά;» ρωτάς και σε μυρίζεις όταν επιμένεις να μικραίνεις στην κάθε καρικατούρα που συναντάς, στα κλασικά εικονογραφημένα της ζωούλας σου.
«Ναι, κάτι έτυχε γαμώτο, θα κάτσω δέκα λεπτά και θα φύγω», σου απαντάει και σου ανεβαίνει στον οισοφάγο η χθεσινή τορτίγια που έφαγες και μετανιώνεις που έβαλες άρωμα αντί να καταπιείς ένα αντιόξινο εγκαίρως…
Πάλι μόκο, ένα οκ με γνέψιμο –μια ερυγή με σιγαστήρα– και βλέπεις το τρέιλερ again and again…Τα τυπάκια που παρέλασαν με τις ίδιες ατάκες, το κινητό στην τσέπη και το νερό στα κοινόχρηστα που πλήρωσες εσύ, για τα παραμύθια τους.
Σε βλέπεις να φοράς πάλι τις χοντρές κάλτσες, τις παντόφλες με τα αυτάκια από τα τζάμπο και τον καναπέ με τη φλις κουβέρτα που καρτεράει υπομονετικά να σε σκεπάσει.














































































































