Ο Ντον Πασκουάλε επιστρέφει εκεί όπου πρωτοπαίχτηκε, στο Ολύμπια, Δημοτικό Μουσικό Θέατρο «Μαρία Κάλλας», αλλά με άλλη ματιά και νέα πνοή.
Ο Γιώργος Ζιάβρας στη μουσική διεύθυνση και η Ελένη Ευθυμίου στη σκηνοθεσία, μαζί με μια ομάδα εξαιρετικών ερμηνευτών, αναμετρώνται με μια από τις πιο δημοφιλείς κωμικές όπερες του Ντονιτσέττι. Με αφορμή την επικείμενη πρεμιέρα, μιλάμε με την Ελένη Ευθυμίου για το εγχείρημα και για το τι έχει να μας πει ο Ντονιτσέττι σήμερα, δύο αιώνες μετά.

Πόσο «σύγχρονος» σας φαίνεται ο Ντον Πασκουάλε; Ποιες πτυχές της δικής μας πραγματικότητας καθρεφτίζει;
CΗ όπερα «Ντον Πασκουάλε», αν και γράφτηκε στα μέσα του 19ου αιώνα, παραμένει διαχρονική. Μέσα από το χιούμορ και την ειρωνεία της φωτίζει ζητήματα που εξακολουθούν να απασχολούν τον σύγχρονο άνθρωπο. Όπως και ο Ντον Πασκουάλε, ο άνθρωπος του σήμερα –αυτάρεσκος και αλαζόνας– υποκύπτει στις κοινωνικές πιέσεις να παραμείνει νέος, φοβάται να αποδεχθεί το γήρας και δυσκολεύεται να παραδώσει τα ηνία της εξουσίας του. Παράλληλα, η αγωνία της άρχουσας τάξης να διατηρήσει τον πλούτο και τα προνόμιά της, χωρίς να τα μοιράζεται με τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα, συντηρεί την οικογενειοκρατία και τις κοινωνικές ανισότητες – μια διαχρονική παθογένεια. Όλα αυτά οδηγούν τους ανθρώπους στο να παίζουν ρόλους, να προσποιούνται ότι είναι κάτι διαφορετικό από αυτό που πραγματικά είναι και να συμμετέχουν σε ατελείωτα παιχνίδια εξουσίας που καθορίζουν την καθημερινότητά μας.
Στην παράσταση συμμετέχει και η Συμφωνική Ορχήστρα και η Χορωδία του Δήμου Αθηναίων. Πώς λειτουργεί αυτή η συλλογικότητα στη σκηνή; Τι προσδίδει;
Η Ορχήστρα αναλαμβάνει τον πιο απαιτητικό ρόλο αφού κουβαλά το σκελετό όλης της παράστασης – τη μουσική απόδοση ενός αριστουργήματος της εποχής του bel canto. Είναι η πρώτη μου συνεργασία μαζί τους και έχω μεγάλη χαρά γι’ αυτό.
Η Χορωδία, από την άλλη, εμφανίζεται μόνο στην τρίτη πράξη, όμως η παρουσία της είναι εξαιρετικά δυναμική και δραματουργικά καθοριστική. Ενσαρκώνει το σύνολο των υπηρετών και υπηρετριών που έρχονται στο σπίτι του Πασκουάλε, για να υπηρετήσουν –πλέον– τη «νέα τάξη πραγμάτων» που επιβάλλει η Νορίνα.
Με τη Χορωδία είχαμε πιο άμεση συνεργασία, και παρότι οι συνθήκες ήταν δύσκολες –το πρόγραμμά τους υπερφορτωμένο, οι πρόβες πολύ λιγότερες απ’ όσες θα απαιτούσε ένα τόσο απαιτητικό έργο μουσικά και κινησιολογικά– όλοι και όλες προσήλθαν με απίστευτη προθυμία, επαγγελματισμό και γενναιοδωρία.
Τόσο οι συνάδελφοι και συναδέλφισσες της Ορχήστρας όσο και της Χορωδίας εργάζονται μέσα σε ένα πλαίσιο που συχνά δεν ευνοεί τη δημιουργικότητα· ένα δημόσιο σύστημα άκαμπτων ωραρίων, εσωτερικών περιορισμών και εσωτερικών αντιφάσεων, που ζητά από τον καλλιτέχνη να λειτουργεί «υπαλληλικά» απαιτώντας παράλληλα να μη σβήσει η φλόγα της τέχνης του. Παρ’ όλα αυτά, οι άνθρωποι πραγματικά καταφέρνουν να αντισταθούν, να υπερβούν τις δυσκολίες και να αναδείξουν τον καλύτερό τους εαυτό. Και ίσως αυτό από μόνο του να είναι και μια μικρή νίκη απέναντι σε ένα σύστημα που συχνά εξαντλεί τους ανθρώπους που το κρατούν ζωντανό.
Αν έπρεπε να περιγράψετε το έργο του Ντονιτσέττι με τρεις λέξεις ποιες θα ήταν;
Πανέμορφο – πλάνη – φάρσα.

Ο Ντον Πασκουάλε είναι ριζωμένος στην commedia dell’arte. Πώς το μεταφράσατε αυτό στη δική σας σύγχρονη σκηνική γλώσσα;
Παρότι το σκηνικό μας ανέβασμα υπονοεί μία σύγχρονη εποχή, οι χαρακτήρες δεν παύουν να είναι αρχετυπικοί – και ως τέτοιοι να δρουν και να πάσχουν. Στην πραγματικότητα, η παράστασή μας είναι μία σύγχρονη commedia dell’arte.
Ο Ντον Πασκουάλε είναι ο σημερινός Pantalone – ο ηλικιωμένος άνδρας που πιστεύει πως ο πλούτος του τού εξασφαλίζει τον έλεγχο των πάντων, φέροντας όμως και χαρακτηριστικά ενός σύγχρονου γηραιού ανθρώπου: μια ελαφριά νευρωτική διαταραχή που μεταφράζεται σε εμμονή με την τάξη, τη συμμετρία και τον χρόνο, και κάποιες αγχώδεις εκρήξεις που καταλαγιάζουν με ένα ηρεμιστικό χαπάκι.
Ο Ερνέστο είναι ο ρομαντικός innamorato που ασφυκτιά ανάμεσα στη βολή που του παρέχει ο θείος του και στην επιθυμία του για τη Νορίνα. Είναι εμφανώς καλοζωισμένος, και ο διωγμός του από το σπίτι τον συντρίβει, καθώς δεν έχει μάθει ποτέ να δουλεύει ή να μάχεται για οτιδήποτε. Ο έρωτάς του για τη Νορίνα είναι το μόνο που τον κρατά όρθιο.
Η Νορίνα, μια σύγχρονη Colombina, κρατά το μυαλό, τη ζωντάνια και την εξυπνάδα που ανατρέπει την «καθεστωτική» ανδρική λογική· ως σύγχρονη σερβιτόρα φέρει επιπλέον και τα στοιχεία της ταξικής αντιπαράθεσης με τον κόσμο του Πασκουάλε.
Ο Μαλατέστα, με στοιχεία Brighella, κινεί τα νήματα σαν ένας ευφυής, ειρωνικός ψυχίατρος-σκηνοθέτης της ίδιας της δράσης –ελέγχει την «ψυχή» του Πασκουάλε και, προκειμένου να τη θεραπεύσει, την υποβάλλει σε μια τεράστια δοκιμασία.
Η commedia dell’arte για μένα δεν είναι απλώς ιστορική αναφορά, αλλά ένας τρόπος να φωτιστεί το παρόν: πίσω από τις μάσκες των ηρώων κρύβονται οι ίδιες κοινωνικές δομές εξουσίας, οι ίδιες ταξικές και έμφυλες ανισότητες, η ίδια ανθρώπινη ματαιότητα. Η παράσταση, μέσα από μια σύγχρονη, «ουές-αντερσονική» αισθητική, κρατά τη φόρμα του παιχνιδιού και της φάρσας, αλλά κάτω από το χρώμα και τη συμμετρία υπάρχει πάντα το σκοτάδι της ανθρώπινης κωμωδίας.
Πώς ήταν να δουλεύετε σκηνοθετικά μέσα σε ένα «αυστηρό» μουσικό πλαίσιο, όπως είναι αυτό της όπερας;
Θα έλεγα πως ήταν, με έναν τρόπο, απελευθερωτικό – αλλά ταυτόχρονα και πολύ έντονο ως διαδικασία. Από τη μία, η ίδια η μουσική σε καθοδηγεί: σου δείχνει τις επιλογές που μπορείς να κάνεις, αλλά και εκείνες που δεν χρειάζεται να κάνεις. Η σχέση μου με τη μουσική με βοήθησε πολύ να έχω ανοιχτά τα κανάλια μου και να εμπνέομαι, όχι μόνο κατά τη διάρκεια της προετοιμασίας, αλλά και μέσα στην ίδια την πρόβα, μέσα από τη συνεργασία με τους σολίστες.
Από την άλλη, όταν δουλεύεις σε τόσο αυστηρά χρονικά πλαίσια –στην περίπτωσή μας έπρεπε μέσα σε τρεισήμισι εβδομάδες να έχει ολοκληρωθεί το βασικό στήσιμο– χρειάζεται να επινοείς χρόνο εκεί που δεν υπάρχει. Καμιά φορά ανακαλύπτεις πράγματα που θέλεις να εξερευνήσεις περισσότερο, αλλά πρέπει να προχωρήσεις, γιατί το έργο έχει πια «στηθεί» και οι σκηνικές πρόβες πρέπει να παραδώσουν τη σκυτάλη στις μουσικές.
Αυτό το «παιχνίδι» ανάμεσα στην αυστηρότητα του μουσικού πλαισίου και στην ελευθερία της σκηνικής φαντασίας είναι κάτι που με γοητεύει βαθιά· απαιτεί πειθαρχία αλλά και ευαισθησία, έναν διάλογο ανάμεσα στη μουσική και στην δράση.
Η αγαπημένη σας στιγμή στο έργο;
Η δεύτερη πράξη –ολόκληρη– είναι για μένα η πιο αγαπημένη. Είναι στημένη έτσι ώστε κάθε ήρωας να βρίσκεται στην πιο κωμική, αλλά ταυτόχρονα και στην πιο «θεατρική» του στιγμή, παίζοντας θέατρο μέσα στο θέατρο. Εκεί το έργο αποκτά ρυθμό, ειρωνεία, χιούμορ· και μουσικά βρίσκεται στην κορύφωσή του, με τρία εξαιρετικά κουαρτέτα το ένα μετά το άλλο.
Μουσικά, όμως, να συμπληρώσω πως λατρεύω το ντουέτο ανάμεσα στη Νορίνα και τον Πασκουάλε, αμέσως μετά το διάσημο χαστούκι –εκεί όπου το γέλιο και η ένταση δίνουν ξαφνικά τη θέση τους σε κάτι αληθινό, μελαγχολικό και πολύ ανθρώπινο.

Ο Ντον Πασκουάλε του Γκαετάνο Ντονιτσέττι για τέσσερις μοναδικές παραστάσεις στο Ολύμπια, Δημοτικό Μουσικό Θέατρο «Μαρία Κάλλας»
Παραστάσεις: 11, 13, 15 & 18/11
Μουσική Διεύθυνση: Γιώργος Ζιάβρας, Κάτια Μολφέση (18/11)
Σκηνοθεσία: Ελένη Ευθυμίου
Με τους: Χριστόφορο Σταμπόγλη, Αντώνη Κορδοπάτη (11 &13/11), Χάρη Ανδριανό (15 &18/11), Βασίλη Καβάγια, Δήμητρα Κωτίδου, Νίκο Μασουράκη
Φωτογραφίες Χριστίνα Σπηλιωτοπούλου

















































































































