Το έργο του Γερμανού δραματουργού, σκηνοθέτη και ποιητή Μπέρτολτ Μπρεχτ (Eugen Berthold Friedrich Brecht) με τίτλο “Η Άνοδος του Αρτούρο Ούι” (Der Aufhaltsame Aufstieg des Arturo Ui) σκηνοθετεί για δεύτερη χρονιά στο Θέατρο Ark ο Άρης Μπινιάρης.
Γράφτηκε το 1941, μέσα σε τρεις μόλις εβδομάδες στο Ελσίνκι, ενώ ο συγγραφέας περίμενε την έγκριση της βίζας του για τις ΗΠΑ. Στο θέατρο παρουσιάστηκε για πρώτη φορά από το Berliner Ensemble (ένα θεατρικό οργανισμό που ίδρυσε ο Μπρεχτ με τη σύζυγό του) το 1958 στη Στουτγάρδη, μετά δηλαδή το θάνατο του συγγραφέα, ενώ στο Broadway ανέβηκε για πρώτη φορά το 1963 με τον Christopher Plummer στον πρωταγωνιστικό ρόλο. Η ιστορία λαμβάνει χώρα στο Σικάγο της δεκαετίας του ’30, με τον ομώνυμο χαρακτήρα να είναι ένας κακοποιός που καταφέρνει να ελέγξει ολοκληρωτικά το κύκλωμα του κουνουπιδιού, καταφέρνοντας να ξεφορτωθεί με τον ένα ή τον άλλο τρόπο όλους όσους του εναντιώνονται ή του στέκονται εμπόδιο στην απόλυτη κυριαρχία του. Ξεκαθαρίζοντας το τοπίο στο συγκεκριμένο πεδίο δράσης κι έχοντας δίπλα του ένα στρατό-όχλο που τον ακολουθεί και τον υπακούει εξαπλώνει τη δράση του, προσβάλλοντας και κατακερματίζοντας τους θεσμούς και τις αρχές της πόλης κι επιβάλλοντας τη δική του θέληση-νόμο. Οι ομοιότητες και οι παραλληλισμοί με την επικράτηση του Χίτλερ στη Γερμανία του Μεσοπολέμου, της ιδεολογίας του και των ακολούθων του είναι προφανείς, καταφέρνοντας να εκμεταλλευθεί όλες τις κοινωνικές συγκυρίες, όπως την άγνοια, τη φτώχεια και την ανέχεια, να ανέλθει με ταχύτητα και να κυριαρχήσει ολοκληρωτικά απέναντι σε όλους τους πιθανούς αντιπάλους του. Η μετάφραση του Κ. Παλαιολόγου δεν υστερεί σε σχέση με το αρχικό έργο, καθώς είναι απλή, μεστή, περιεκτική και γεμάτη από την ουσία που διατρέχει τη ραχοκοκκαλιά του έργου. Την απόδοση του κειμένου και τη δραματουργική του επεξεργασία υπογράφουν η Έλενα Τριανταφυλλοπούλου και ο σκηνοθέτης, φέρνοντας το έργο σε μια άτοπη σύγχρονη εποχή, δίνοντας τη δέουσα έμφαση στη διαχρονικότητα των ιδεών του.
Ο Άρης Μπινιάρης στη σκηνοθετική καθοδήγηση του εγχειρήματος στήνει μια υπερυψωμένη σκηνική “πασαρέλα” στο κέντρο της θεατρικής αίθουσας, ορατή από παντού, χωρίς τη δυνατότητα να κρυφτεί τίποτα από το θεατή, όπου λαμβάνει χώρα όλη η σκηνική δράση και εξελίσσεται η ιστορία. Παρ΄όλη τη φαινομενική απόσταση που αυτή δημιουργεί με το θεατή, η απεύθυνση του λόγου προς αυτόν έχει τόσο δυναμισμό και αμεσότητα που μοιάζει να αγγίζει τα όρια του προσωπικού. Ο πρωταγωνιστής και αρκετοί από τους ήρωές του δεν έχουν ηθικούς φραγμούς, εκμεταλλευόμενοι στο έπακρο την αδυναμία των άλλων και την όποιο δισταγμό ή την όποια υπαναχώρηση. Όλοι χρησιμοποιούν τον κακό τους εαυτό για να αναδειχθούν και να επικρατήσουν, χρησιμοποιώντας αθέμιτους τρόπους για να λυγίσουν τον ανταγωνισμό και τις αντίθετες φωνές. Αυτό δεν είναι παροδικό φαινόμενο, αλλά γιγαντώνεται με το χρόνο, καθώς τα όποια εμπόδια εξαφανίζονται με τη βία, είτε αυτή είναι λεκτική, είτε σωματική, είτε πνευματική και καταντά ένα ανεξέλεγκτο και αδηφάγο τέρας. Ο ρυθμός της παράστασης είναι γρήγορος, οι σκηνές σύντομες και απογυμνωμένες από ότι περιττό πλην του αιχμηρού λόγου, με την κίνηση και τις εκφράσεις των ηθοποιών να ενισχύουν αυτόν τον υφέρποντα φόβο για το μέλλον, σαρκάζοντας κατάμουτρα την ηθική και τις καλές προθέσεις. Οι αρχικές ψευδαισθήσεις οδηγούν σε μία γκροτέσκα και αποτρόπαια πραγματικότητα, για την οποία δεν αφήνονται περιθώρια χειρισμού ή αντιμετώπισης. Όλη αυτή η θεατρική διαδρομή γίνεται σχεδόν ασυναίσθητα με το θεατή να γίνεται ακούσιος συμμέτοχος στα τεκταινόμενα, συνειδητοποιώντας πόσο εύκολο είναι να παρασυρθεί και να συναινέσει έστω και σιωπηρά. Σημαντική είναι προφανώς και η συμβολή των ερμηνειών των ηθοποιών που έχουν αφομοιώσει στο ακέραιο τη σκηνοθετική οπτική, έχουν καταδυθεί στην ουσία της και περνούν στις δύο πλευρές της πλατείας τα νοήματα του μπρεχτικού κειμένου, υπογραμμίζοντας τη διαχρονικότητά τους και την προσαρμοστικότητά τους στο σήμερα.

Ο Γιώργος Χρυσοστόμου στο ρόλο του Αρτούρο Ούι δίνει μια εξαιρετική ερμηνεία χρησιμοποιώντας απόλυτα εύστοχα όλα του τα εκφραστικά μέσα. Οι εκφράσεις του, το βλέμμα του, η στάση του σώματός του, ο τρόπος εκφοράς του λόγου, όλα συντονίζονται και υπηρετούν τη σταδιακή μεταμόρφωσή του από ένα δειλό και σκυφτό ανθρωπάκι (που υποκρύπτει επιμελώς τις κακές προθέσεις του) στην προσωποποίηση του κακού, που χρησιμοποιεί με μία σχεδόν ζωώδη ικανοποίηση κάθε είδους βία για να εξυπηρετήσει τους σκοπούς του. Ο Γιάννης Αναστασάκης ερμηνεύει τον Ντόγκσμπορο με πληθωρικότητα, χιούμορ και φλερτάροντας συχνά με φιγούρα κόμικ, ενώ αποτυπώνει πολύ καλά με τις εκφράσεις και την κίνησή του την ήττα από τον Ούι και την απογοήτευση (για να μην πω συρρίκνωση) του χαρακτήρα του που την ακολουθεί. Ο Μιχάλης Βαλάσογλου υποδύεται τον Ρόμα, με απόλυτη συγκέντρωση και εξαιρετικό έλεγχο στο σύνολο των εκφραστικών του μέσων, ψυχρός, υπολογιστής, αλλά και εκτελεστικό όργανο όταν οι περιστάσεις το απαιτούν. Ο Κώστας Κορωναίος παίζει έναν υποδειγματικό Αρλεκίνο-ηθοποιό, με την κωμική κίνηση, αλλά και την πικρά αστεία εκφραστικότητά του, δημιουργώντας θα έλεγε κανείς μια φιγούρα που ήταν η προσωποποίηση του κλαυσίγελου. Η Μαρία Παρασύρη γίνεται η ηρωίδα με μια πολύ εκφραστική σχέση με τη συναισθηματική παλέτα της συνενοχής και συμμετοχής του απλού ανθρώπου με το Κακό που αντιπροσωπεύει ο Ούι και οι μέθοδοί του. Ο Θανάσης Ισιδώρου, ο Άρης Κασαπίδης, ο Τάσος Κορκός, ο Δαυίδ Μαλτέζε, ο Κωστής Μπουντάς (που αντικατέστησε στην παράσταση που παρακολούθησα τον Ερρίκο Μηλιάρη), η Αλεξία Σαπρανίδου και ο Φοίβος Συμεωνίδης ερμηνεύουν μικρότερους ή μεγαλύτερους ρόλους με την αιχμηρότητα, τη δυναμική και το ταλέντο που διακρίνει ολόκληρη την ερμηνευτική ομάδα, ενώ είναι φανερή η σκηνική χημεία των ηθοποιών και η συγκέντρωσή τους στη δουλειά συνόλου την οποία υπηρετούν με μεγάλη συνέπεια.
Ο Πάρης Μέξης διαμορφώνει ένα σκηνικό χώρο που παραπέμπει σε προβλήτα, αλλά και μία ιδιότυπη πασαρέλα, όπου ακόμα και η παραμικρή λεπτομέρεια είναι εμφανής και ορατή στο κοινό, ο οποίος χώρος όμως διατηρεί έντεχνα και μια απόσταση από αυτό. Λειτουργεί επικουρικά της αιχμηρότητας του λόγου και υποστηρίζει πιστά τη σκηνοθετική γραμμή. Τα κοστούμια του ίδιου έχουν ευθεία σύνδεση με την ναζιστική αισθητική και σκληρότητα και παραπέμπουν σε αυτή, σε συνδυασμό φυσικά με τις “μάσκες” των ηθοποιών, το έντονο και απόκοσμο μακιγιάζ της Olga Falei και τις περούκες του Χρόνη Τζήμου. Η μουσική του Αλέξανδρου Κτιστάκη δεν υποστήριξε πάντοτε τον εκφερόμενο λόγο, αφού υπήρχαν αρκετές περιπτώσεις που τον κάλυψε ή τον άφησε σε μια μετέωρη κατάσταση. Η κίνηση της Χαράς Κότσαλη αντίθετα είχε δυναμική, μια εκ των έσω νευρικότητα, υπέκρυπτε συνεχώς μια υποβόσκουσα αγριότητα και κάλυπτε με επιτυχία όλη την έκταση της σκηνής, πετυχαίνοντας να μην αφήνει το θεατή να εφησυχάσει. Οι φωτισμοί της Στέλλας Κάλτσου είχαν ένταση, εστίασαν με ακρίβεια στα πρόσωπα των ηθοποιών, συνεργάστηκαν εξαιρετικά με τις εκφράσεις στα πρόσωπά τους και συντέλεσαν στη δημιουργία μιας “νοσηρής” ατμόσφαιρας που υπογραμμίζει την αγριότητα του ναζισμού.
Συμπερασματικά, στη σκηνή του Θεάτρου Αρκ, παρακολούθησα μια παράσταση που είχε όλα εκείνα τα στοιχεία που κρατούν τη συγκέντρωση του θεατή εστιασμένη στα επί σκηνής τεκταινόμενα και αφήνουν το θεατρικό λόγο να συνδιαλέγεται με τη συνείδησή του, επιχειρώντας να την ευαισθητοποιήσουν ή και να την αφυπνίσουν. Ο ίδιος ο λόγος δε χάνει στιγμή την αιχμηρότητά του, η απειλή είναι πάντοτε παρούσα (με ορατό ή αόρατο τρόπο) και η νοοτροπία του ναζισμού υπενθυμίζει τις ολέθριες συνέπειες της πιθανής επικράτησής του. Οι ερμηνείες σε πολύ υψηλό επίπεδο επικουρούν πολύ επιτυχημένα τη σκηνοθετική προσέγγιση, με τους ηθοποιούς να συγκροτούν μια εξαιρετική και συμπαγή ομάδα που επιστρατεύει όλα της τα εκφραστικά μέσα και τις συνεργασίες της επί σκηνής για το αρτιότερο δυνατό αποτέλεσμα. Ένα αποτέλεσμα που δικαιώνει τους συντελεστές και τους εμπνευστές του, αλλά και το θεατή που επέλεξε να το παρακολουθήσει.















































































































