Ας σκεφτούμε ότι μπαίνουμε σε μια σχολική τάξη κάπου στο κέντρο της Αθήνας, ας πούμε ότι η τάξη αυτή είναι η Γ’ Γυμνασίου, κάπου στα εκρηκτικά μέσα της εφηβείας και στην πρώτη ίσως ουσιώδη αυτοσυνειδησία. Μετά ας κάνουμε το ίδιο νοητικό πείραμα, ας μπούμε σε μια αντίστοιχη τάξη στα δυτικά και στα βόρεια προάστια, στο Ζεφύρι και στην Εκάλη για παράδειγμα. Μετά ας φύγουμε, για να κάνουμε μια επίσκεψη στην Κάλυμνο, στην κεντρική Κρήτη και στα Ζαγοροχώρια. Ας αποφύγουμε τα σύνορα, δεν έχουμε τον χρόνο για τόσο μεγάλα φαντασιακά ταξίδια. Θα διαπιστώσουμε κάτι που, αρχικά, γεννά το αίσθημα της ασφάλειας και τη φαντασίωση περί της διαμόρφωσης μιας κοινής ταυτότητας: ίδιο και απαράλλακτο πρόγραμμα σπουδών, ίδια σχολική καθημερινότητα, ίδιες «δράσεις», ίδια μοντέλα αξιολόγησης, ακόμα και ίδιες προσφερόμενες εκδρομές. Λογικό;
Θα μου επιτρέψετε εδώ να το ονομάσω καταστροφικά αναμενόμενο μα όχι λογικό. Αυτή η καθετοποιημένη δομή γεννά μεν την ασφάλεια, αλλά μια ασφάλεια που είναι δε πνιγηρή όπως η αδράνεια. Τα αποτελέσματα τα βλέπουμε συχνά. Έναν χρόνο πριν ο Αντρέας Σλάιχερ, Διευθυντής Εκπαίδευσης και Δεξιοτήτων του ΟΟΣΑ και δημιουργός του Παγκόσμιου Προγράμματος PISA, παρουσίασε μια μελέτη, σύμφωνα με την οποία η χώρα μας είναι η τελευταία στη λίστα των κρατών-μελών του ΟΟΣΑ ως προς την αυτονομία που έχουν ο διευθυντής και ο σύλλογος διδασκόντων σε σειρά κρίσιμων θεμάτων (προτελευταία η Τουρκία). Η διαφοροποίηση των ελληνικών σχολείων με βάση το κοινωνικοοικονομικό προφίλ της περιοχής τους αλλά και την ανομοιογένεια που υπάρχει στα ίδια τα τμήματα της κάθε σχολικής μονάδας μας φέρνει στον πάτο του ΟΟΣΑ.
Αυτή η έλλειψη ευελιξίας είναι τροχοπέδη κάθε προσπάθειας ανάπτυξης, σε μια εποχή που η πληροφορία, η δράση και η οργάνωση όλο και περισσότερο πηγάζουν –στα ανεπτυγμένα, βέβαια, κράτη– από τις συνθήκες της τοπικής καθημερινότητας και τις επιταγές και τους στόχους της κοινότητας και λιγότερο από έναν κοντόθωρο κεντρικό σχεδιασμό. Το επισήμανε και ο Κώστας Δημόπουλος, εθνικός συντονιστής στον διαγωνισμό PISA του ΟΟΣΑ και καθηγητής Κοινωνικής και Eκπαιδευτικής Πολιτικής στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου. Το επισημαίνει εδώ και χρόνια μερίδα εκπαιδευτικών όλων των βαθμίδων –χωρίς συνδικαλιστική υποκίνηση, σημειωτέον– που απαιτεί μεγαλύτερη αυτονομία της σχολικής μονάδας, ώστε να μπορεί το ελληνικό σχολείο να ανταποκρίνεται πιο άμεσα και αποτελεσματικά στις ανάγκες των εμπλεκόμενων μερών του, στην ενσωμάτωση των εξελίξεων στη γνώση και στην τεχνολογία αλλά και σε ό,τι πηγάζει από την ιδιαιτερότητα της τοπικής κοινωνίας.
Το σχολείο παραμένει θεσμικά παραδοσιακό και γραφειοκρατικό. Η επικοινωνία του με την τοπική και την ευρύτερη κοινωνία, βασικός θεωρητικός στόχος της σχολικής μονάδας, είναι αμελητέα. Όλα καθορίζονται από το στιβαρό χέρι του Υπουργείου και, εδώ πρέπει να σημειωθεί, πολλές προσπάθειες αυτονόμησης συγκρούονται με τη συνδικαλιστική λογική που θεωρεί a priori και αβάσιμα κάθε αλλαγή δυτικού τύπου αντιλαϊκή και αποδομητική του σχολείου, έναν Δούρειο Ίππο ιδιωτικοποίησης. Και την μπλοκάρει.
Είναι όμως αστείο. Είναι δυνατόν ο σύλλογος να μην έχει λόγο στη διαμόρφωση ενός προγράμματος σπουδών –με λογοδοσία βέβαια– το οποίο να ανταποκρίνεται στις παραγωγικές και κοινωνικές ανάγκες μιας κοινότητας με συγκεκριμένη ταυτότητα – π.χ. νησιωτική, ορεινή, έντονα μεταναστευτική και τα λοιπά; Είναι δυνατόν οι δράσεις που μπορεί να έχει στον νου του/της ένας/μια εκπαιδευτικός να προσκρούουν πάνω σε μια ιερά βίβλο απαγορεύσεων; Γιατί η αξιολόγηση μαθητών και μαθητριών να γίνεται πάντα στη στείρα λογική του τεστ/διαγωνίσματος και η ευρηματικότητα των εκπαιδευτικών, αν υπάρχει, να μην αξιοποιείται; Γιατί να μην υπάρχει η δυνατότητα, ώστε ακόμα και η διοικητική διάρθρωση μιας μονάδας να τροποποιηθεί με άξονα τα δεδομένα του εκάστοτε σχολείου;
Όσο όμως διατηρούμε αυτό το συντηρητικό και καχεκτικό μοντέλο, καλό θα είναι να έχουμε επίγνωση ότι κάποιοι προβληματισμοί μας είναι, μάλλον, υποκριτικοί. Γιατί η Ελλάδα είναι ουραγός στην PISA και σε άλλους διεθνείς διαγωνισμούς; Γιατί οι εκπαιδευτικοί μας κάποια στιγμή βαλτώνουν; Γιατί τα παιδιά δεν ενδιαφέρονται για το πρόγραμμα του σχολείου; Ίσως γιατί η έλλειψη ελευθερίας περιορίζει τη δυναμική και μειώνει το ενδιαφέρον για κάτι που μυρίζει φορμόλη και συντήρηση. Η βελτίωση του σχολείου δεν είναι κρυμμένη πίσω από κάποιο σύνθημα, ούτε σε τεράστιου όγκου δύσχρηστες οδηγίες. Προκύπτει από την ελευθερία, η οποία θα δώσει στην/στον εκπαιδευτικό τη δυνατότητα να κάνει το «κάτι παραπάνω» και στη μαθήτρια και στον μαθητή την αίσθηση ότι οι ιδιαίτερες ανησυχίες του μπορούν να βρουν γόνιμο πεδίο συζήτησης και ανάλυσης στο σχολείο.














































































































