Οκτώβριος, Νοέμβριος, Δεκέμβριος.
Οκτώ(μ)βριος, δίχως μι. Πεζό ελληνικό που πολλοί του το βάζουν κατά λάθος, αλλά και χωρίς ΜΗ, μη αυτό, μη εκείνο, μη το άλλο. Γκώσαμε πια από απαγορεύσεις. Όχι άλλα μη, όχι άλλο κάρβουνο…
Νο-έμβριος που ξεκινάει με το αγγλικό στερητικό No, το ΟΧΙ στ’ Αμερικάνικα… Αν και ρίχνοντας μιά ματιά τριγύρω, είναι αναρίθμητοι πια οι YES MEN, σε διάφορους χώρους, στενόχωρους κι ευρύχωρους, εσωτερικούς και εξωτερικούς, εντός, εκτός και επί τα αυτά μέρη.
Δε-κέμβριος που κι αυτός αν το καλοσκεφτείς αρχίζει με δε. Δε θέλω, δε μπορώ, δε δουλεύω. Δε δουλεύω ποτέ μου δε δουλεύω και ούτε θέλω να ακούω για δουλειά. Δε δουλεύω, ποτέ μου δε δουλεύω, γιατί έχω βρει του παραδείσου τα κλειδιά!
Οκτώβριος, Νοέμβριος, Δεκέμβριος, οι τρεις λοιπόν επόμενοι -εναπομείναντες- μήνες του σωτηρίου έτους 2025.
Κατά την προσφιλή μου τακτική, σκάρωσα τρία νέα τραγουδάκια, ένα για κάθε μήνα που απομένει. Τραγουδιστά λοιπόν -κάθε τέλος κι αρχή- με γκάζι απ’ του Γκύζη, αφιερωμένα εξαιρετικά αυτά τα δύστυχα δίστιχα, σ’ όσους δεν το βάζουν κάτω, πέφτουν, σηκώνονται και συνεχίζουν να ζουν!
Εικοσάρης παρά τρίχα
άγνοια κινδύνου είχα.
Τριαντάρισα και είδα
η ζωή είναι παγίδα.
Σαραντάρισα και είπα
δεν θα πέσω μέσ’ την τρύπα.
Πενηντάρησα κι ακόμα
ζω με την ψυχή στο στόμα.
Έτσι είν’ η ζωή εντέλει
πότε ξύδι, πότε μέλι.
Εις του Μορφέα το βυθό
άσε με ν’ αποκοιμηθώ.
Χαμένε τρισκατάρατε
μη μου τους ύπνους τάραττε!
Σαν το μωρό κοιμόμουνα
γλυκά ονειρευόμουνα.
Χαμούρη τρισκατάρατε
μη μου τους ύπνους τάραττε!
Με ξύπνησες αχάραγα
αν σ’ έπιανα σε βάραγα.
Άθλιε τρισκατάρατε
μη μου τους ύπνους τάραττε!
Μου χάλασες τον ύπνο μου
που χώνευα το δείπνο μου.
Βλαμμένε τρισκατάρατε
μη μου τους ύπνους τάραττε!
Ουτιδανέ κι ανίκανε
ως και το ξύδι γλύκανε
κι εσύ δε λες ν’ αλλάξεις
μυαλό κουκούτσι άγονο
μηδέν εις το τετράγωνο
στα λόγια και στις πράξεις.
Σε φωνάζουν ψηφοφόρο
απ’ την ψήφο και τον φόρο.
Νόμοι στα πάντα μπήκανε
κι η ξινομούρα γλύκανε
μονάχα εσύ ντουβάρι
όλα τριγύρω αλλάζουνε
μυαλό κι οι κότες βάζουνε
κι εσύ εκεί, ταγάρι!
Σε φωνάζουν ψηφοφόρο
απ’ την ψήφο και τον φόρο.
Πιο βλάκας κι απ’ τα λάχανα
μισόλογα και χάχανα
μηδέν εις το πηλίκον.
Πιο κάτω κι απ’ το πάτωμα
ένα αρνί για φάγωμα
στην εποχή των λύκων.















































































































