Κάποτε, για να έχεις κάτι χειροποίητο, δεν χρειαζόταν να έχεις λεφτά. Χρειαζόταν να έχεις χέρια. Και χρόνο, υπομονή, μια κάποια τέχνη, μια γιαγιά που ήξερε να πλέκει, έναν γείτονα που πιάνουν τα χέρια του.
Οι κουβέρτες, τα ρούχα, τα παπούτσια, οι τσάντες, τα καλάθια, τα τραπεζομάντηλα δεν ήταν αντικείμενα υψηλής αισθητικής ούτε αφορμή για να ανοίξει συζήτηση περί βιωσιμότητας, αυθεντικότητας και επιστροφής στις ρίζες. Ήταν πράγματα που χρειαζόσουν για να ζήσεις. Και κάποιος τα έφτιαχνε με τα χέρια του, επειδή δεν υπήρχε άλλη επιλογή ή επειδή έτσι είχε μάθει. Το χειροποίητο ήταν ο κανόνας. Όχι το προνόμιο.
Ύστερα ήρθε η βιομηχανική παραγωγή και μας έπεισε ότι το καινούργιο, το ομοιόμορφο, το έτοιμο και το φτηνό ήταν η πρόοδος. Έτσι γεννήθηκε μια ολόκληρη ιεραρχία γούστου. Οι φτωχοί έμειναν με τα πλαστικά και τα φο και οι πλούσιοι με όλα εκείνα τα φυσικά υλικά που κάποτε επεξεργάζονταν με τα χέρια τους (και) οι φτωχοί. Το χειροποίητο άρχισε να μοιάζει παλιομοδίτικο, επαρχιώτικο, μπας κλας. Τα σεμεδάκια της γιαγιάς έγιναν το απόλυτο σύμβολο της κακογουστιάς, τα πλεκτά και τα κεντήματα έμειναν κλεισμένα σε μπαούλα, ενώ η χειρωνακτική εργασία, αυτή που κάποτε έφτιαχνε τα πάντα, έμοιαζε να μην έχει θέση στον σύγχρονο κόσμο.
Και τώρα, τι ωραία, ανακαλύψαμε ξανά το χειροποίητο! Θαύμα! Θαύμα! Υπάρχουν άνθρωποι που φτιάχνουν πράγματα με τα χέρια τους! Μόνο που αυτήν τη φορά το ανακαλύψαμε με άλλη τιμή. Το πλεκτό έγινε designer item, το καλάθι αντικείμενο διακόσμησης, το κεραμικό έργο τέχνης, η υφαντή τσάντα statement και το κέντημα αφορμή για μια ανάρτηση στο Instagram. Το προϊόν που κάποτε έφτιαχνε μια γυναίκα στο σπίτι της για να καλύψει μια ανάγκη, σήμερα μπορεί να πωλείται ως μοναδικό κομμάτι με πιστοποιητικό αυθεντικότητας και τιμή που κάνει τον μέσο άνθρωπο να αναρωτιέται αν αγοράζει τσάντα ή ένα μικρό μερίδιο σε ακίνητο.
Οι φτωχοί άνθρωποι κάποτε έφτιαχναν μόνοι τους όσα χρειάζονταν. Σήμερα οι φτωχοί αγοράζουν τα φτηνά προϊόντα της μαζικής παραγωγής, ενώ οι πλούσιοι πληρώνουν για να αποκτήσουν κάτι που μοιάζει με εκείνα τα παλιά, καθημερινά αντικείμενα. Οι πρώτοι δεν έχουν επιλογή. Οι δεύτεροι έχουν την πολυτέλεια να επιλέγουν ακόμη και την απλότητα. Το χειροποίητο έγινε προϊόν, απέκτησε μια ωραία ιστορία και απευθύνεται σε ένα κοινό που μπορεί να πληρώσει ακριβά την αυθεντικότητα.
Και κάπου εδώ μπαίνει στην εικόνα η τεχνολογία, η αυτοματοποίηση, η τεχνητή νοημοσύνη, η υπόσχεση ότι όλο και περισσότερα πράγματα θα γίνονται γρηγορότερα, ευκολότερα, χωρίς ανθρώπινο κόπο. Όσο η μηχανή μπορεί να παράγει σχεδόν τα πάντα, τόσο το ανθρώπινο χέρι αποκτά συλλεκτική αξία. Αλλά υπάρχει μια ειρωνεία: κινδυνεύουμε να φτάσουμε στο σημείο να θαυμάζουμε οριακά ως έργο τέχνης αυτό που κάποτε αποτελούσε μέρος της καθημερινής ζωής εκατομμυρίων ανθρώπων.
Το χειροποίητο γίνεται μουσειακό έκθεμα και πολυτέλεια για λίγους ενώ ήταν ζωντανή τέχνη ή δουλειά που πληρωνόταν ως κομμάτι μιας καθημερινότητας που δεν αντιμετώπιζε τα πάντα ως προϊόντα προς ειδική κατανάλωση. Οι άνθρωποι δεν έφτιαχναν με τα χέρια τους μόνο επειδή δεν είχαν την οικονομική δυνατότητα να αγοράσουν έτοιμα πράγματα. Το έκαναν επειδή έτσι είχαν μάθει να ζουν, να δημιουργούν, να αξιοποιούν τα υλικά τους, να μεταδίδουν γνώσεις και να δίνουν συνέχεια σε μια κουλτούρα που περνούσε από γενιά σε γενιά.














































































































