Αναρωτιέμαι κάθε πότε οι σχολές παιδαγωγικών επαγγελμάτων ενημερώνουν τη διδασκαλία τους ανάλογα με τις εξελίξεις των νευροεπιστημών ή των κοινωνικών επιστημών σχετικά με τη μάθηση.
Θυμάμαι ότι όταν πηγαίναμε εμείς σχολείο η μάθηση βασιζόταν κυρίως στην παθητική ακρόαση, με ενεργητικό διάλογο μόνο από μερικούς εμπνευσμένους καθηγητές.
Αργότερα έμαθα για την «πυραμίδα της μάθησης», η οποία ισχυρίζεται ότι από μια διάλεξη συγκρατούμε μόνο το 5% της πληροφορίας ενώ όταν διδάσκουμε κάτι σε άλλους φτάνουμε στο 90%. Η πυραμίδα αποδείχθηκε μύθος, καθώς τα νούμερα δεν βασίζονται σε στοιχεία, η ιδέα ωστόσο πίσω από αυτήν είναι σωστή. Η ενεργητική μάθηση αποδίδει καλύτερα από την παθητική ακρόαση και ξέρουμε ότι θυμόμαστε καλύτερα κάτι όταν προσπαθούμε να το ανακαλέσουμε μόνοι μας. Όταν φέρνουμε μια πληροφορία ξανά στο μυαλό μας ενεργοποιείται μέρος του δικτύου που συμμετείχε όταν τη μάθαμε και έτσι η ανάμνηση κατά κάποιον τρόπο «ξαναφτιάχνεται» και μπορεί να γίνει πιο σταθερή.
Επίσης θυμόμαστε κάτι καλά όταν διαψεύδει απότομα αυτό που περιμέναμε, μας ξαφνιάζει.
Σε μια διάλεξη στις θεωρίες της μάθησης στην Ψυχιατρική, ένας καθηγητής είχε πει «Αν τώρα αρχίσω να αιωρούμαι δεν θα το ξεχάσετε ποτέ». Ο εγκέφαλος ξοδεύει μπόλικη ενέργεια προσπαθώντας να προβλέψει τι θα συμβεί και συγκρίνει αυτό που περίμενε με αυτό που συνέβη. Η διαφορά ανάμεσα στα δύο είναι το λεγόμενο σήμα σφάλματος πρόβλεψης και είναι ένας από τους βασικούς τρόπους με τους οποίους μαθαίνουμε.
Ένας από τους βασικούς αγγελιαφόρους αυτού του σήματος είναι η ντοπαμίνη. Μια μελέτη στο Nature το 2025 παρακολούθησε νεαρούς σπίνους καθώς μάθαιναν το τραγούδι τους. Όταν μια προσπάθεια πλησίαζε περισσότερο το τραγούδι των ενηλίκων η δραστηριότητα ντοπαμίνης αυξανόταν. Όταν απομακρυνόταν, μειωνόταν. Το σήμα έδειχνε αν η νέα προσπάθεια ήταν καλύτερη ή χειρότερη από τις προηγούμενες.
Η ντοπαμίνη όμως φαίνεται να επηρεάζεται και από κάτι ακόμα: τον χρόνο. Και ίσως όχι όπως περιμέναμε.
Σε μια μελέτη που δημοσιεύθηκε φέτος στο Nature Neuroscience, οι ερευνητές εκπαίδευσαν ποντίκια να συνδέουν έναν ήχο με μια ανταμοιβή. Στη μία ομάδα ο ήχος επαναλαμβανόταν περίπου κάθε λεπτό. Στην άλλη κάθε δέκα λεπτά. Θα περίμενε κανείς ότι η πρώτη ομάδα, έχοντας περισσότερες επαναλήψεις, θα μάθαινε γρηγορότερα. Και όμως τα ποντίκια που περίμεναν δέκα λεπτά χρειάστηκαν περίπου εννέα δοκιμές για να μάθουν. Εκείνα που δοκιμάζονταν κάθε λεπτό χρειάστηκαν περίπου ενενήντα. Ο πραγματικός χρόνος που χρειάστηκαν ήταν περίπου ίδιος. Ήταν σαν οι εννέα από τις δέκα επιπλέον επαναλήψεις να μην προσέφεραν σχεδόν τίποτα.
Το ίδιο φάνηκε και στην ντοπαμίνη. Το σήμα της προσδοκίας της ανταμοιβής εμφανιζόταν με πολύ λιγότερες δοκιμές όταν αυτές απείχαν περισσότερο. Ο εγκέφαλος λοιπόν δεν φαίνεται να μετρά απλώς επαναλήψεις, αλλά θέλει και τον χρόνο του.
Δεν μπορούμε να μεταφέρουμε αυτούσιο ένα πείραμα από τα ποντικάκια στο σχολικό διάβασμα. Τα ευρήματα ταιριάζουν όμως με ένα παλιότερο και σταθερό εύρημα της ψυχολογίας: οι επαναλήψεις, μοιρασμένες στον χρόνο, συνήθως αξίζουν περισσότερο από τον ίδιο αριθμό επαναλήψεων τη μία μετά την άλλη.
Υπάρχουν βέβαια και πράγματα που μαθαίνουμε χωρίς επανάληψη. Μεγάλα, εντυπωσιακά ή τραυματικά. Για παράδειγμα ο καθηγητής που ίπταται ή το να ακουμπήσεις μία φορά ένα καυτό μάτι κουζίνας. Ο εγκέφαλος δεν μαθαίνει όλα τα πράγματα με τον ίδιο τρόπο.
Αν κάτι ενώνει όλα αυτά είναι ότι ο εγκέφαλος μαθαίνει πολύ λιγότερο παθητικά απ’ όσο ήταν οργανωμένο το σχολείο που θυμάμαι. Θέλει ανάκληση, προσπάθεια, λάθη, εκπλήξεις, χρόνο και ύπνο. Τον ύπνο θα τον πιάσουμε άλλη φορά.
Ίσως, λοιπόν, μια καλή τάξη να μην είναι εκείνη όπου ο καθηγητής κατάφερε να τα πει όλα. Ίσως είναι εκείνη όπου οι μαθητές αναγκάστηκαν να προβλέψουν, να θυμηθούν, να απαντήσουν, να κάνουν και να κάνουν λάθος και στο τέλος να μπορούν να εξηγήσουν μόνοι τους τι έμαθαν.















































































































