Η Αθήνα είναι μια πόλη γεμάτη αντιφάσεις, μεγάλες υποσχέσεις και μικρά καθημερινά ψέματα. Από αυτά που λέμε τόσο συχνά, που στο τέλος τα πιστεύουμε κι εμείς οι ίδιοι. Κυκλοφορούν από στόμα σε στόμα, περνούν από γενιά σε γενιά και έχουν γίνει κομμάτι της αστικής μας παράδοσης. Δεν χρειάζεται να είσαι ούτε μυθομανής ούτε απατεώνας. Αρκεί να ζεις στην πόλη, να συναναστρέφεσαι ανθρώπους και να προσπαθείς να βγάλεις τη μέρα. Συγκεντρώσαμε δέκα από αυτά και τα σχολιάζουμε όπως τους πρέπει. Τα ξέρεις, τα έχεις πει, τα έχεις ακούσει. Και πιθανότατα θα τα ξαναπείς αύριο.
Γράφουν: Ηλέκτρα Τζώρτσου 3, 4, 5, 8 | Στεργιάνα Τζέγκα 2, 6, 9| Άντα Κουγιά 1, 7, 10
1. Έχει φύγει το παιδί.
(Θα φύγει όταν το φορτώσουμε με 10 παραγγελίες ακόμα)
Καλέ, έχει ξεκινήσει, απλά στο δρόμο τον πέτυχε ένα ρακούν… Χαχαχα, όχι δεν έχει φύγει το παιδί. Δεν έχει φύγει όχι γιατί δεν θέλει να φύγει – αν είσαι delivery boy or girl έχεις τάσεις φυγής, όλοι το ξέρουν αυτό. Δεν έχει φύγει γιατί πρέπει να φουλάρει το κουτάκι, μην χαλάει βενζίνες συνεχώς και πληρώνουν οι εργοδότες τσάμπα και βερεσέ. Αν ας πούμε δεν έχει παραγγελία στην περιοχή σου, την πάτησες. Το παιδί θα φεύγει για 2 24ωρα και δεν θα φτάνει ποτέ. Φήμες θέλουν ότι όταν περνάς συνέντευξη για δουλειά ταμείου, σε περνάνε και από ακρόαση για το πόσο πειστικά λες το «έχει φύγει το παιδί». Θεατρικό τιπ: στην επόμενη συνέντευξη για δουλειά, βάλτε και μία αγωνία. Το κάτω κείμενο να είναι «Παναγία μου, έχει φύγει το παιδί, τι να έπαθε το παλικάρι;». Έτσι, ο πελάτης μπορεί όντως να σε πιστέψει ότι έχει φύγει το παιδί (μπααααα).
2. Για ιδιοκατοίκηση το θέλω
(Airbnb θα το κάνει)
Κοιτάξτε, κυρία μου, σας καταλαβαίνω κι εσάς, αλλά επειδή θέλω να είμαι ξεκάθαρος και να τελειώνουμε, πρέπει να σας πω ότι θα χρειαστώ το σπίτι για ιδιοκατοίκηση, διότι πλέον έχω καταλάβει ότι δεν γίνεται να μένω άλλο εκεί που μένω τώρα, που είναι στο ίδιο τετράγωνο, απλώς σε ένα άλλο διαμέρισμα που ανήκει στη γυναίκα μου, άρα ουσιαστικά δεν έχω πού να μείνω, και γι’ αυτό χρειάζομαι το σπίτι, το οποίο, παρεμπιπτόντως, είναι ιδανικό για μένα γιατί πάντα ονειρευόμουν μια γκαρσονιέρα 30 τετραγωνικών –δε χρειάζομαι κάτι παραπάνω, αλλά αυτό είναι προσωπικό και δεν σας αφορά– αφήστε που ήδη έχω παραγγείλει καινούργιο καναπέ-κρεβάτι για το σπίτι, ο οποίος θα έρθει την άλλη Τρίτη, αλλά αυτό δεν σημαίνει απολύτως τίποτα, μπορεί να είναι για τη μάνα μου, δεν ξέρω γιατί το κάνετε θέμα, και επίσης θα ήθελα να σας ενημερώσω ότι το σπίτι πρέπει να αδειάσει άμεσα γιατί έχω ήδη διαλέξει κουρτίνες, κουρτίνες που ταιριάζουν εξαιρετικά, και επειδή η ιδιοκατοίκηση είναι πολύ σημαντική για μένα αυτή την περίοδο, θα ήθελα να σας ζητήσω να φύγετε μέχρι το τέλος του μήνα, γιατί πραγματικά πρέπει να μείνω εγώ εδώ, ή φίλοι μου, ή συγγενείς, ή τέλος πάντων άνθρωποι που αγαπώ και θέλω να φιλοξενώ.
3. Όαση μέσα στην πόλη
(Καμία όαση, κόλαση είναι)
Στην Αθήνα, ό,τι έχει δύο γλάστρες, λίγο ξύλο, τραπεζάκια με απόσταση μεγαλύτερη των δέκα εκατοστών το ένα από το άλλο και από την εξάτμιση του αυτοκινήτου που περνάει, γίνεται αυτομάτως «όαση μέσα στην πόλη». Το λένε τα σάιτ, το γράφουν οι διαφημίσεις, το ψιθυρίζουν οι influencers με ένα matcha στο χέρι. «Ένα κρυμμένο καταφύγιο στην καρδιά της Αθήνας». Κρυμμένο πού, βρε παιδιά; Ας είμαστε ειλικρινείς. Για να φτάσεις στην «όαση» πρέπει να διασχίσεις τρεις λεωφόρους, μποτιλιάρισμα, να κάνεις σλάλομ ανάμεσα σε μηχανάκια, να αποφύγεις ένα πατίνι που έρχεται κατά πάνω σου. Κι όταν τελικά φτάσεις, θα απολαύσεις την «ηρεμία» υπό τους ήχους ενός κομπρεσέρ, μιας κόρνας και κάποιου που τσακώνεται στο τηλέφωνο. Μια μίνιμαλ καρέκλα και δυο φυτά που παλεύουν να φωτοσυνθέσουν στο καυσαέριο, ΔΕΝ αποτελούν όαση. Κι εσύ πληρώνεις για να νιώσεις ότι ξέφυγες από την πόλη, ενώ βρίσκεσαι ακριβώς μέσα στο πρόβλημα. Αγαπημένοι μου κράχτες αστικών παραδείσων, να σας ενημερώσουμε πως η έρημος δεν γίνεται όαση επειδή την ονοματίσαμε έτσι στο Instagram. Καμιά φορά, μια αυλή είναι απλώς μια αυλή. Η κόλαση, κόλαση. Και η Αθήνα χαβούζα.
4. Σε πέντε λεπτά είμαι εκεί
(Σε πέντε ώρες εννοεί, μπορεί και μέρες)
Υπάρχουν πολλές μορφές ψεύδους στην Αθήνα, αλλά καμία δεν είναι τόσο κοινωνικά αποδεκτή όσο το «σε πέντε είμαι εκεί». Μια φράση-θεσμός, μια υπόσχεση που δίνεται με την ίδια ευκολία που παραβιάζεται, ένα χρονικό παράδοξο που ούτε ο Αϊνστάιν δεν θα μπορούσε να εξηγήσει. Τον παίρνεις τηλέφωνο. Έχεις ήδη φτάσει, έχεις παραγγείλει, έχεις κοιτάξει το μενού τέσσερις φορές και οριακά έχεις αρχίσει να γίνεσαι φίλος με θαμώνες, σερβιτόρους, με την οικογένεια που μένει στον πρώτο. «Πού είσαι;» ρωτάς με τη φωνή ανθρώπου που έχει χάσει την πίστη του στην ανθρωπότητα. «Έρχομαι, σε πέντε είμαι εκεί!» απαντάει με ενθουσιασμό, λες και βρίσκεται ήδη στη γωνία. Μάντεψε… Δεν βρίσκεται. Είναι ακόμα σπίτι, ψάχνει κάλτσες, κάνει ντους, μόλις σκέφτηκε ότι πρέπει να βάλει βενζίνη ή ακόμη χειρότερα τώρα θυμήθηκε να πλύνει τα χαλιά. Τα πέντε λεπτά του αργοπορημένου φίλου είναι μια εντελώς διαφορετική μονάδα μέτρησης. Δεν υπακούουν στους νόμους της φυσικής, δεν καταγράφονται σε ρολόγια και δεν αναγνωρίζονται από κανένα διεθνές σύστημα ώρας. Μπορεί να διαρκέσουν σαράντα λεπτά, δύο ποτά ή μια ολόκληρη αλλαγή εποχής. Και το χειρότερο; Το ξέρεις. Κι όμως, κάθε φορά ελπίζεις. Και κάπως έτσι, αυτό που φτάνει πάντα στην ώρα του είναι τελικά το ψέμα.
5. Έγω τα μαζεύω
(Στον ύπνο σου)
Υπάρχει μια φράση που αν δεν είχε τόσο εύκολη απόδειξη περί του αντιθέτου, θα μπορούσε να περαστεί ευκολά για αθώα και ειλικρινής: «Εγώ τα μαζεύω!». Τη λένε άλλοτε με περηφάνια, με το ύφος εκείνο του ανθρώπου που μόλις τιμήθηκε από την Ακαδημία Αθηνών για την κοινωνική του προσφορά, και άλλοτε με αγανάκτηση, λες και δεν ζούμε όλοι στην ίδια πόλη. Κι εσύ κοιτάζεις κάτω προσπαθώντας να περάσεις το πεζοδρόμιο χωρίς να χρειαστεί να κάνεις ακροβατικά. Γιατί, αγαπητοί κηδεμόνες, αν τα μαζεύετε όλοι τόσο ευλαβικά, τότε ποιος τα αφήνει; Μήπως τα σκυλιά της Αθήνας έχουν οργανώσει μυστική επιχείρηση και βγαίνουν μόνα τους τα βράδια; Μήπως έχουμε εισαγωγές από άλλες πόλεις; Ή μήπως οι ακαθαρσίες πολλαπλασιάζονται με κυτταρική διαίρεση; Η πραγματικότητα πάντως είναι λιγότερο επιστημονική και περισσότερο σιχαμερή. Η Αθήνα έχει γεμίσει κακά σκύλων, τα οποία ξεφυτρώνουν σε πεζοδρόμια, πλατείες, εισόδους πολυκατοικιών και ακριβώς εκεί που δεν κοιτάς… μέχρι να είναι πια αργά. Οι δρόμοι θυμίζουν γιγαντιαία πάνα μωρού που ξέχασε κάποιος να αλλάξει. Και φυσικά, κανείς δεν φταίει. Όλοι τα μαζεύουν. Όλοι είναι υπεύθυνοι κηδεμόνες. Μόνο που το πεζοδρόμιο λέει άλλα. Κάντε μας τη χάρη και μην υποτιμάτε τη νοημοσύνη και την όρασή μας. Ή τουλάχιστον μάθετε στον σκύλο σας να τα μαζεύει μόνος του. Αυτός είναι πιο πιθανό να τα καταφέρει.
6. Το λεωφορείο έρχεται σε…
4’ (δηλαδή 14, δηλαδή 24 λεπτά)
Τέσσερα λεπτά. Ναι, βέβαια. Σε τέσσερα λεπτά έρχεται το 14. Το λέει και ο πίνακας, ο οποίος επιμένει εδώ και είκοσι λεπτά ότι το 14 θα έρθει σε τέσσερα λεπτά. Συγκλονιστική ακρίβεια για άλλη μια φορά. Καταραμένη Πατησίων. Πόση βροχή πάλι. Πάλι έχω γίνει μούσκεμα κι ακόμα δεν ξεκίνησα τη μέρα μου. Πόσες λίμνες έφαγα ήδη στο υπέροχο άουτφίτ μου και το 14 ακόμα έρχεται σε τέσσερα λεπτά; Τα κανονικά ή τα αθηναϊκά; Γιατί αν ήταν τα αθηναϊκά, μπορούσα να πάω σπίτι, να κάνω ένα ντουζ, να κοιμηθώ και να ξανακατέβω. Ας ρωτήσω κι αυτόν μήπως ξέρει. «Ξέρετε σε πόση ώρα περνάει το 14;» «Η εφαρμογή λέει σε τέσσερα λεπτά», μου πετάει μουτρωμένος λες και του ζήτησα να με προικίσει. Γίνομαι όλο και πιο έξαλλη κι είναι ακόμα Τρίτη. Βρίζω την τύχη μου κι ο πίνακας επιμένει στα δικά του. Εν τω μεταξύ έχουν περάσει δέκα τριάρια, είκοσι πεντάρια και καμιά πενηνταριά εξακόσια οχτώ. Α, κοίτα θράσος! Απ’ το αντίθετο ρεύμα το 14 μας χαιρετάει ειρωνικά. Το 14 εξακολουθεί να μην έρχεται. Το 14 διαπραγματεύεται την άφιξή του. Το 14 θα είναι η καταστροφή μου.
7. Ανοίξτε, απ’ τη ΔΕΗ είμαστε
Fun Fact: Δεν είναι.
Ειλικρινά, ποτέ δεν κατάλαβα ποια ανάγκη είναι αυτή που σπρώχνει τον κόσμο να ακούει τη φράση «Από τη ΔΕΗ είμαστε» και να ανοίγει την πόρτα. Η ΔΕΗ είναι μια επιχείρηση που μπορεί να κάνει ελέγχους εκ του μακρόθεν και όχι απαραίτητα εκ του σύνεγγυς. Μπορεί να χρειαστεί να τα κάνει εκ του σύνεγγυς, αλλά συνήθως θα ειδοποιήσει κάποιον. Τι να θέλει, δηλαδή, να δει η ΔΕΗ και μας χτυπάει την πόρτα;
Αυτό το ψέμα το πρωτοανακάλυψα στα ελληνικά δικαστήρια. Ευρέθην, λοιπόν, κι εγώ ως ενάγουσα κάποια στιγμή (με είχε χτυπήσει μια μηχανή στη Βουλιαγμένης και, στη μαρτυρία του o κατηγορούμενος, δήλωσε ότι η Αρδηττού με την κίνηση τον έκανε να ζαλιστεί!) και η προηγούμενη υπόθεση ήταν μια συμμορία που έλεγε «Είμαστε από τη ΔΕΗ», έμπαινε στα σπίτια (κυρίως ηλικιωμένων) και έκλεβε μετρητά, κοσμήματα κ.ο.κ. Οι ύποπτοι έφαγαν τη μικρότερη ποινή, καθώς ένας μάρτυρας είδε ένα αμάξι ζαχαρί. Ο δικηγόρος χαρακτήρισε το αμάξι των υπόπτων σαμπανιζέ. Ένα νέο ψέμα αναδύθηκε τη μέρα εκείνη: ότι το σαμπανί και το ζαχαρί είναι δύο διαφορετικά χρώματα.
8. Να κανονίσουμε σύντομα
(Κανείς, ποτέ)
Είναι εκείνη η στιγμή που διασχίζεις την Αθήνα και πέφτεις πάνω σε έναν άνθρωπο που έχεις να δεις οριακά από όταν χτίστηκε ο Παρθενώνα. Κοιτάζεστε, χαίρεστε αμήχανα και αρχίζετε τις κλασικές ερωτήσεις: «Τι κάνεις; Πού χάθηκες; Πώς είσαι;». Κανείς δεν ακούει πραγματικά τις απαντήσεις, αλλά δεν έχει σημασία. Η κοινωνική σύμβαση απαιτεί να προσποιηθείτε ότι ενδιαφέρεστε. Και κάπου εκεί, λίγο πριν εξαντληθούν τα αποθέματα ερωτήσεων και αρχίσετε να αναλύετε τον καιρό, έρχεται η μαγική φράση: «Να κανονίσουμε!». Με ενθουσιασμό μάλιστα, λες και μόλις κλείσατε τραπέζι για αύριο. «Ναι, ναι, εννοείται! Να τα πούμε!». Φιλάκια, αγκαλιές, αντίο. Ο καθένας συνεχίζει τον δρόμο του και η υπόθεση μπαίνει στο αρχείο των ανεξιχνίαστων υποθέσεων της πόλης. Το «να κανονίσουμε» είναι μια υπόσχεση χωρίς ημερομηνία, ώρα, τόπο ή την παραμικρή πρόθεση υλοποίησης. Κι όμως, επιμένουμε να τη λέμε. Ας σοβαρευτούμε. Αν ήθελες πραγματικά να δεις αυτόν τον άνθρωπο, δεν θα περίμενες να τον πετύχεις τυχαία έξω από ένα φαρμακείο, ύστερα από δεκατέσσερις μήνες, προσπαθώντας να θυμηθείς αν τον λένε Γιώργο ή Γιάννη, Μαρία ή Σοφία. Και όλοι ξέρουμε την αλήθεια, απλώς κανείς δεν θέλει να πει «χάρηκα που σε είδα, αλλά μάλλον δεν θα ξαναϊδωθούμε ποτέ». Οπότε, ναι. Να κανονίσουμε. Κάποτε. Σε μια άλλη ζωή. Ίσως.
9. Κύριους Ζάχους ντεν είναι εδώ
(Είναι αλλά δεν έχει ούτε ευρώ)
Χτυπάει το κουδούνι. Κρύος ιδρώτας μάς λούζει και μια ενοχή που δεν ξέρουμε από πού προκύπτει. Ή ίσως και να ξέρουμε. Μute στη σειρά. Κινητό στο αθόρυβο μη μας προδώσει. Κρατάμε την αναπνοή μας, κοντεύουμε να σκάσουμε. Πήγε Τρίτη κιόλας; Για τα κοινόχρηστα θα ’ναι. Ποια κοινόχρηστα ρε άνθρωποι που είμαστε σε μήνα που νερώνουμε και το κρεμοσάπουνο για να φτουρίσει; Άκου 35 ευρώ κοινόχρηστα. Ξαναχτυπάνε. Συνεχόμενα αυτήν την φορά. Ακόμα δεν αναπνέουμε. Μήπως να σβήσουμε τα φώτα; «Καλημέρα, για τα κοινόχρηστα έχω έρθει». Όλοι μας οι φόβοι επιβεβαιώθηκαν. «Ξέρω ότι είστε μέσα, έχω δει το μηχανάκι». Η φωνή ακούγεται όλο και πιο αποφασιστική. Σιωπή. Η εισβολή συνεχίζεται. «Τέταρτος μήνας που δεν σας βρίσκουμε. Για πόσο ακόμα πιστεύετε ότι μπορείτε να επιβαρύνετε τους υπόλοιπους ενοίκους;» Ο αέρας που έχουμε κρατήσει μέσα μας για να μην ακουστεί κιχ, στρίβει, κουλουριάζεται και μεταμορφώνεται σε μια φράση που ανεβαίνει από τα έγκατα της κοιλιάς μας στο στόμα μας. Όσο και να προσπαθούμε να την φρενάρουμε, αυτή έχει πάρει φόρα. Βγαίνει τσιριχτή, βγαίνει χωρίς να το θέλουμε, παρά τις αντιστάσεις μας (σαν εμετός ένα πράγμα): «Κύριους Ζάχους ντεν είναι εδώ». Να τι παθαίνει όποιος είναι φτωχός, έχει δει πολλές σειρές και δεν έχει μάθει να ελέγχει τις παρορμήσεις του.Χτυπάει το κουδούνι. Κρύος ιδρώτας μάς λούζει και μια ενοχή που δεν ξέρουμε από πού προκύπτει. Ή ίσως και να ξέρουμε. Μute στη σειρά. Κινητό στο αθόρυβο μη μας προδώσει. Κρατάμε την αναπνοή μας, κοντεύουμε να σκάσουμε. Πήγε Τρίτη κιόλας; Για τα κοινόχρηστα θα ’ναι. Ποια κοινόχρηστα ρε άνθρωποι που είμαστε σε μήνα που νερώνουμε και το κρεμοσάπουνο για να φτουρίσει; Άκου 35 ευρώ κοινόχρηστα. Ξαναχτυπάνε. Συνεχόμενα αυτήν την φορά. Ακόμα δεν αναπνέουμε. Μήπως να σβήσουμε τα φώτα; «Καλημέρα, για τα κοινόχρηστα έχω έρθει». Όλοι μας οι φόβοι επιβεβαιώθηκαν. «Ξέρω ότι είστε μέσα, έχω δει το μηχανάκι». Η φωνή ακούγεται όλο και πιο αποφασιστική. Σιωπή. Η εισβολή συνεχίζεται. «Τέταρτος μήνας που δεν σας βρίσκουμε. Για πόσο ακόμα πιστεύετε ότι μπορείτε να επιβαρύνετε τους υπόλοιπους ενοίκους;» Ο αέρας που έχουμε κρατήσει μέσα μας για να μην ακουστεί κιχ, στρίβει, κουλουριάζεται και μεταμορφώνεται σε μια φράση που ανεβαίνει από τα έγκατα της κοιλιάς μας στο στόμα μας. Όσο και να προσπαθούμε να την φρενάρουμε, αυτή έχει πάρει φόρα. Βγαίνει τσιριχτή, βγαίνει χωρίς να το θέλουμε, παρά τις αντιστάσεις μας (σαν εμετός ένα πράγμα): «Κύριους Ζάχους ντεν είναι εδώ». Να τι παθαίνει όποιος είναι φτωχός, έχει δει πολλές σειρές και δεν έχει μάθει να ελέγχει τις παρορμήσεις του.
10. Απ’ την Αρδηττού φτάνεις πιο γρήγορα
Για να κατέβεις από τα βόρεια, προς λεωφόρο Βουλιαγμένης έχεις δύο επιλογές δρόμων να διαβείς: 1. Σταδίου, Σύνταγμα και αριστερά πριν τη Συγγρού 2. Κηφισίας – Βασιλίσσης Σοφίας – Αρδηττού. Λοιπόν, όλοι μα όλοι λένε ότι ο πιο γρήγορος δρόμος είναι από την Αρδηττού. ΜΗΝ ΤΟΥΣ ΠΙΣΤΕΨΕΤΕ.
Ό,τι κι αν συμβαίνει στην πόλη, η Αρδηττού έχει ένα φανάρι που στρίβει αριστερά προς Βουλιασμένης που κρατάει πράσινο για 20 δευτερόλεπτα. Επομένως, η κίνηση φτάνει μέχρι το Παναθηναϊκό Στάδιο και λίγο λέω. Αν το Σύνταγμα είναι κλειστό για πορεία παραδείγματος χάριν, απλά μην φύγετε από το σπίτι σας και ακυρώστε τα ραντεβού σας. Δεν θα φτάσετε ποτέ στη λεωφόρο Βουλιαγμένης.
Αυτό το ψέμα ότι η Αρδηττού είναι πιο γρήγορη από την Σταδίου είναι τόσο διαδεδομένο, που το πιστεύει ακόμη και το ίδιο το GPS. Το GPS όμως είναι που σου αποδεικνύει περίτρανα ότι δεν ισχύει, καθώς κάνεις τουλάχιστον 15 λεπτά παραπάνω από ό,τι αν πας από Σύνταγμα – αρκεί να δεις τις διαδρομές της ημέρας σου στο τέλος της ημέρας στο maps και θα πειστείς. Είναι η στιγμή που οι δορυφόροι αυτοαναφλέγονται; Ερώτημα.















































































































