Τι κοινό έχουν ένας ρασοφόρος, ένας psycho killer, ένα κλεφτρόνι, µία υστερική ηλικιωµένη, ένας χουλιγκάνος, µία ανέµελη οδηγός και ένας χαµένος σε µία πλατεία; Είναι άνθρωποι της πόλης που δηµιουργούν γεγονότα και τελικά καταστάσεις…  ∆ύσκολες καταστάσεις!

Μα τι σπρώχνεις καλε;

“Δυο λαχανάδες πιάσανε”

Τι να πρωτοπεί κανείς;

Στα ΜΜΜ δεν έχουµε κάτι απλό, κάτι συµβατικό. Έχουµε happening. Κάτι σαν το Documenta 14. Έχουµε ταχυδακτουλουργούς κλεφτρόνια που σου παίρνουν το κινητό, µιλάνε µπροστά σου γιατί δεν έχουν µονάδες και στο ξαναβάζουν στην εσωτερική τσέπη του µπουφάν σου.

Έχουµε ερωτικές περιπτύξεις

και αγγίγµατα που “Οι 50 αποχρώσεις του γκρι” είναι γατάκια µπροστά στο λιοντάρι της Μέτρον. Βγαίνεις και κάνεις τεστ εγκυµοσύνης. Έχουµε µπόλικη Λογοτεχνία, ο τύπος µε τα ακουστικά, που διαβάζει Ντοστογιέφσκι (βρείτε ποιό έργο του) και µασάει φινόκιο σαν κατσίκα σε µποστάνι.

Η µπόλικη αγένεια

τιγκάρει τον συρµό, ενώ δεν λείπουν οι συµπολίτες µας που θέλουν να λύσουν τα προβλήµατά τους τηλεφωνικά και να τους ακούει όλος ο περίγυρος. Ενίοτε µπορεί να σου πει κάποιος, δίνοντας σου το τηλέφωνο, “Μα πες του και εσύ! Αφού τον αγαπάω…”

Απεταξάµην

“Έβαλε ο διαβολάκος την ουρά του πάλι”

Τον Σατανά

τους διαβόλους και τους τριβόλους. Είναι η στιγµή που δεκάδες -το πολύ εκατοντάδες- ρασοφόροι, 40άρες θεούσες, µουσάτοι πολίτες µε χωρίστρα εµφανίζονται µπροστά από ένα θέατρο, ένα άγαλµα, µία εκδήλωση και όχι απλώς σταυροκοπιούνται, αλλά αναθεµατίζουν, διαολοστέλνουν, βρίζουν σαν αλάνια. Είτε επειδή η ταινία είναι βλάσφηµη, είτε το θεατρικό ασεβεί στον ένα και µοναδικό θεό, είτε επειδή, κατά την γνώµη τους, σπιλώνονται τα χρηστά ήθη.

Κραδαίνουν Βίβλους

(πόσο αταίριαστο), κοµποσκοίνια, σταυρούς (που στη ζούρλα τους πάνω µπορεί και να στο πετάξουν και να σε βρει στα ∆όξα Πατρί) και να έχεις άλλα. Γιουχάρουν τους θεατές, µε ένα υπόκωφο “ουυυυ” που θαρρείς πως βγαίνει από την κόλαση, τα πλακάτ απειλούν για την αµαρτωλή ζωή σου, ενώ πολλές φορές η ντουντούκα (η µικρή, η πακιστανικιά ντε) δίνει έναν τροτσκιστικό τόνο σε όλο το happening.

Το υπερόπλο

είναι το ράντισµα µε αγιασµό που το ‘χουν κρυµµένο και σε ψεκάζουν σαν άλλα µατ. Βέβαια, περιµένουν να καείς ή να αρχίσει να γυρίζει το κεφάλι σου σαν την Λίντα Μπλερ στον Eξορκιστή. Τίποτα δεν συµβαίνει βέβαια, εκτός και αν βρεθεί κάνας πραγµατικός δαιµονισµένος ή κάνα τρολ και αρχίσει τα χαζά (να χτυπιέται, να µιλάει σουαχίλι και να τσιτώνεται γενικώς)

Πρωτοστατεί Παπάς

(που τις πιο πολλές φορές είναι κατά φαντασίαν), µε 2-3 κυρίες πρωτοπαλίκαρα που δεν χαµπαριάζουν από συγκρούσεις και ντου. Ενίοτε εµφανίζεται και η κα. Λουκά οπότε το πράµα σοβαρεύει, αλλάζουν οι συσχετισµοί και ο πήχης ανεβαίνει ψηλά. Τόσο ψηλά που αγγίζει τον Πανάγαθο που µάλλον δεν θα συµφωνεί µε όλα αυτά τα αγαπησιάρικα, αλλά αυτό είναι άλλη ιστορία.

Η επίσηµη εκκλησία

µάλλον δεν συµµετέχει, αλλά οι µαύρες αυτές φράξιες λειτουργούν µια χαρά γύρω της και µερικές φορές µέσα της. ∆εν µπορείς να σεβαστείς αυτούς τους ανθρώπους, ούτε και την πίστη τους και την ψευδαίσθηση Χριστιανισµού που έχουν στα κεφάλια τους.

Στους δρόµους

“Οδηγώ και σε σκέφτοµαι”

Μια µάχη

ένας πόλεµος, µία αντάρα. ∆ίκυκλα, τρίκυκλα, τετράτροχα και µερικές φορές νταλίκες. Στους δρόµους οι Αθηναίοι κάνουν ότι θέλουν και όπως το θέλουν. Εντάξει φταίνε οι δρόµοι, τα φανάρια, η Τροχαία και η Τουρκοκρατία αλλά µέχρις ενός ορίου. Η επικινδυνότητα είναι τέτοια που δεν σηκώνει αστεία. Με µία άστοχη κίνηση οι ζωές ανθρώπων αλλάζουν, πολλές φορές σταµατάνε… Μόνο και µόνο για όλους και όλες αυτές που θέλουν να µιλούν στο κινητό, να στρίβουν τσιγάρο, να πίνουν καφέ, να ψάχνουν σταθµό στο ραδιόφωνο. Το πολυµηχάνηµα – οδηγός θυµάται τελευταία στιγµή να στρίψει, να αλλάξει λωρίδα. Και όλα αυτά µε ανείπωτη ελαφρότητα και ανεµελιά. ∆εν πρόκειται να αναπαράξω τα ανέκδοτα µε τα σµαρτάκια, αλλά υπάρχει βάση.

Αγαπηµένοι οι µουσάτοι

ποδηλάτες, µε ακουστικά που δεν δέχονται την µικροαστική αντίληψη των φαναριών της προτεραιότητας, του µονόδροµου. Στρίβουν όπου θέλουν, δεν σταµατούν ποτέ στο κόκκινο και αν τους πεις και τίποτε σε κοιτούν µε ένα απαξιωτικό ύφος που σου καίει τα εγκεφαλικά κύτταρα.

 

Οι ταξιτζήδες

και τα κούριερ, οι επαγγελµατίες των δρόµων νοιώθουν και είναι βασιλιάδες (σε µια ατέρµονη κόντρα µεταξύ τους και οι δύο µαζί απέναντι στους ζητάδες). Ανάποδα στον δρόµο (να µην κρυώσει η πίτσα και γκρινιάζει ο πελάτης και το αφεντικό), απότοµα σταµατήµατα ακαριαία σαν τον θάνατο (“να µην χαθεί η κούρσα ρε φιλαράκι και που πάει η µανδάµ;”).

Το σκυλί, ρε φίλε;

“Psycho killer”

Αν νοµίζεις ότι

έχει εκλείψει το βάρβαρο καφριλίκι της θανάτωσης ζώων κάνεις λάθος. Οικογενειάρχης που κάθε πρωί φιλάει τα παιδιά του πριν πάει στην δουλειά και εκείνα στο σχολείο, ρίχνει φόλες στα αδέσποτα της γειτονιάς γιατί τον εκνευρίζουν. Ή επειδή κάνουν φασαρία όταν εκείνος προσπαθεί να παρακολουθήσει το τούρκικο και το τηλεπαιχνίδι.

∆ηλητηριάζει σκυλιά

γατιά, περιστέρια… Τα ταΐζει θάνατο και θεωρείται πολίτης µε δικαιώµατα και άποψη. Έρευνες έχουν δείξει ότι κάποιος που βασανίζει ή σκοτώνει ζώα έτσι συµπεριφέρεται ή θα ήθελε να συµπεριφερθεί στους γύρω του, ακόµα και στην οικογένειά του. Έτσι και αλλιώς, η ενδοοικογενειακή βία ανθεί…

Είναι ένας serial killer

που είναι άρρωστος και σίγουρα αντικοινωνικός, άσχετα αν δε το έχει εκδηλώσει ακόµα γιατί είτε κωλώνει, είτε δεν έχει τύχει. Όταν έχει απέναντί του όµως ένα ανυπεράσπιστο ζώο, τότε βγάζει το πραγµατικό του εαυτό.

Eδώ µόνο εµείς!

“Bάλτε φωτιά και κάφτε τα”

Το σύνθηµα

“Ε∆Ω ΜΟΝΟ ΕΜΕΙΣ”, είναι ζωώδες εκ φύσεως. Είναι γηπεδικό κατά βάση σύνθηµα που γράφεται σε τοίχους και οριοθετεί τις περιοχές. Και έτσι λοιπόν είναι να µην σου κάτσει. Να βρεθείς σε µία περιοχή που βρίσκονται και οι εµείς και οι άλλοι. Καπνογόνα, ιαχές, ντου και ξυλίκι. ∆υστυχώς και µαχαιρώµατα. Τα ραντεβού θανάτου δεν δίνονται µετά ή πριν από µατς αλλά όποτε βολεύει τους περισσότερους εµείς και εσείς.

Το “εδώ µόνο εµείς”

έχει ενίοτε και πολιτικές προεκτάσεις. Το καµένο τρόλεϊ, το µπουρλότιασµα ξαφνικά µιας περιοχής µε όλα τα συµπαροµαρτούντα. ∆ακρυγόνα, µολότοφ, θείτσες να κλαίνε, χίπστερ να λιποθυµούν, µαγαζάτορες να ωρύονται, µατατζήδες να κινούνται σε σχηµατισµό ΧΕΛΩΝΑΣ, πιτσιρικάδες να ξεδίνουν.

Κάπου πιο εκεί

ένα σύνθηµα εντυπωσιακό. “Αν σ’ αρέσουν τα τρόλεϊ πάρτα σπίτι σου”! Εκπληκτική απάντηση στο (κρυφο)φασιστικό “αν σ’ αρέσουν οι µετανάστες πάρτους σπίτι σου”. Όλος αυτός ο τσαµπουκάς γεννά φόβο και βία. Και όλο και περισσότεροι αποµακρύνονται από το δηµόσιο χώρο µε µία ερήµωση (σε κάποιους αρέσει) να κυριεύει την Πόλη. Και τελικά που να χωρέσει ένα τρόλεϊ στο δυαράκι αυτών που το χρησιµοποιούν;

Με κάθε ευκαιρία

“Δεν ήξερα πως ήσουν τόσο πολύ γκρινιάρα”

Γκρίνια ρε φίλε!

Με όλους τους τρόπους και σε όλες τις στιγµές. Πρωτοστατούν οι ηλικιωµένοι. Φυσικός χώρος τους οι ουρές. Στις τράπεζες (ειδικά στα τέλη του µήνα από το άγριο χάραµα), στα σούπερ µάρκετ και στις λαϊκές (που τραβούν το καροτσάκι και µουρµουρίζουν) και προσπαθούν να χωθούν και να κερδίσουν µία θέση. Μία αιθαλοµίχλη καλύπτει την Πόλη, αποτέλεσµα της αρνητικής αύρας που εκπέµπουν από κοντά και οι υπόλοιποι.

Στα νοσοκοµεία

στις ∆ηµόσιες Υπηρεσίες, στις δουλειές, στα αυτοκίνητα και στα φανάρια. Αν υπήρχε ένας µετρητής γκρίνιας θα µηδένιζε δύο και τρεις φορές µέχρι το µεσηµέρι. Η γκρίνια είναι ένα κοινωνικό φαινόµενο διόλου ανούσιο µα εξαιρετικά σπαστικό. Και η γκρίνια φέρνει γκρίνια, µια τεράστια χιονοστιβάδα κατακλύζει τα µυαλά και τις ζωές.

Και µετά αναρωτιόµαστε

γιατί έχουν αυξηθεί τόσο τα αυτοάνοσα και οι ψυχολογικές παθήσεις. Και γιατί βγήκε κακοµαθηµένο το παιδί. Και γιατί δεν µε παίρνουν τηλέφωνο οι φίλοι µου. Τον γκρινιάρη δεν τον βρίσκει το κακό, έτσι ώστε να βάλει µπρος τις µηχανές. Ο σωστός γκρινιάρης ψάχνει το λάθος ή και το δηµιουργεί για να αρχίσει…

Μα, που είσαι;

“Σ’ αναζητώ…”

Αν δείτε έναν τύπο

να γυρνά γύρω-γύρω από ένα συντριβάνι σε µία πλατεία ή µία κοπέλα να κοιτά συνεχώς το κινητό της, είναι οι τύποι που θέλουµε να περιγράψουµε. Έχετε σκεφτεί την δυσκολία που παρουσιάζουν πια τα ραντεβού;

Τετάρτη, 7.30, Μοναστηράκι.

Τέλος! Τι πιο απλό; Και σε ρωτάει! Από ποια έξοδο; Από εκεί που είναι οι πάγκοι µε τις µπανάνες! Τα λέµε…

Παλιά είχαµε µέρος

ηµέρα, ώρα και τέλος. Τώρα στέλνεις µήνυµα στο messenger, να δεις αν το χει δει και αν έχει απαντήσει. Και να µην έχει σήµα. Και να σου λέει ο άλλος πριν ξεκινήσω θα σου κάνω αναπάντητη.